ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ
Με το σώμα
εκδ. Ενύπνιο,
2024, σελ. 118
Η, γεννημένη το 1967, Θεώνη Κοτίνη έχει δώσει από τα πρώτα βήματά της, στο γύρισμα της χιλιετίας, δείγματα ενός ιδιόρρυθμου λυρισμού που ασκεί έλξη στην/στον αναγνώστρια/τη. Είναι μια ποίηση που επανέρχεται με τον ίδιο τρόπο, στα ίδια πάνω-κάτω θέματα, σαν φυσικό φαινόμενο, σαν πλημμυρίδα και άμπωτη. Δεν τη διαβάζουμε για να εμβαθύνουμε στα μυστικά της ύπαρξης ή στη δίνη της Ιστορίας μα, περισσότερο, για να παρηγορηθούμε συμπάσχοντας και σιγοκουβεντιάζοντας. Υπάρχει ένα ωραίο, καλά κουρδισμένο μουρμουρητό που, στην υπό συζήτηση συλλογή, γίνεται κατά σημεία μελωδικό, σαν ένα ρυάκι που, για λίγο, κάνει αισθητή την παρουσία του στην ησυχία του μεσημεριού, και ύστερα μπερδεύεται ξανά στον θόρυβο της μέρας.
Oπως και στις άλλες συλλογές της Κοτίνη, η κοινοτοπία και η περιγραφικότητα συνυπάρχουν ανάμεικτα με την πρωτοτυπία και τη δραστική συγκίνηση, καθιστώντας άνισο ένα έργο που, με ένα αυστηρότερο ξεσκαρτάρισμα, θα αστραποβολούσε.
Η σύνοψη ήταν αναγκαία για να ξεκαθαρίσει τη γραμμή πλεύσης στην οποία κινείται το κριτικό σημείωμα απέναντι στο καινούργιο έργο μιας δοκιμασμένης φωνής, που πάντα, νομίζω, θέλει κανείς να δοκιμάσει τι γεύση έχουν τα νέα της κατορθώματα, ακόμη και γνωρίζοντας ότι δεν είναι ισοϋψή.
Τα ωραιότερα ποιήματα της Κοτίνη είναι τα λυρικά. «Το σώμα/ μόνο απόλυτα υλικό/ γίνεται κάποτε ουράνιο.//Αυτό το οξύμωρο του σώματος/ να ξεχάσει τα όριά του/ ακριβώς τη στιγμή που τα κατακτά/ συνιστά το ανεκπλήρωτο του έρωτα», διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Σώμα», απολαμβάνοντας τη νόμιμη, απέναντι σε αγαπημένες στιγμές της ελάσσονος ποίησης, προσδοκία, να μας κεράσει εκείνη τη μια καλοφτιαγμένη στιγμή λυτρωτικής συμμετοχής στη συγκίνηση του ποιητικού εγώ. Αυτό το ποιητικό εγώ δεν ξεγυμνώνεται βίαια μα περισσότερο με διάθεση θυμοσοφική, ενισχύοντας την αναγνωστική ψευδαίσθηση ότι κουτσοπίνουμε με την ποιήτρια και σιγοντάρουμε τα λόγια της.
Oλα τα ποιήματα με θέμα το σώμα (που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή) και την ηδονική εμπειρία των αισθήσεων, ξεχωρίζουν. Τα ποιήματα, αντιθέτως, που σχολιάζουν εκδοχές της επικαιρότητας, τη φτώχεια, το προσφυγικό, τις μετανάστριες, είναι περισσότερο ασκήσεις ύφους και ευφράδειας, και μας μπουκώνουν. Τόσο καλοφτιαγμένα είναι, ωστόσο, μερικά από τα ποιήματα της πρώτης κατηγορίας, γλυκόπικρα par excellence, σαν να συνεχίζουν την ιδέα του Καρούζου για τα ποιήματα ως «ενθύμια φρίκης», διατυπωμένα όμως πάντα και με χιούμορ και με διάθεση παιγνιώδη. Ξεχωρίζω, ανάμεσα σε άλλα, το «Σχεδόν», που θα τιμούσε, νομίζω, κάθε ανθολογία σύγχρονης ποίησης εφόσον αυτή θα επεδίωκε να διασώσει ποιήματα και με βάση ένα κριτήριο «εγγραψιμότητας» στο εσωτερικό αυτί.
Αντιγράφω: «Μια μέρα όμορφη. Ή σχεδόν./ Γυρνάω από τα μαγαζιά/ -ζέστη και ποδαρόδρομος και πλήθος-/ με κάτι μικροπράγματα/ που αγόρασα τόσο φτηνά στην αγορά/ -και τι χαριτωμένα./… Πόσο ξεκούραστα τα πράγματα σε κρύβουν./ Ναι, κάποιες μέρες/ που δεν έχεις πια κουράγιο για όλα τούτα/ που σ’ τα ‘πανε μεγάλα και δεν φτάνεις/ γιατί όχι, δικαιούσαι να πιαστείς από το τίποτα./ Από ένα κόφτη για το λάχανο/ σε κάποιον πάγκο στην Αιόλου./… Από όλο αυτό το κέρμα του ολόκληρου.//»
Η καθημερινότητα
Η Κοτίνη παραμένει κατά βάση παραδοσιακή: σαν συνεχίστρια μιας καβαφικής παράδοσης αναζητά την ποίηση προπάντων στον εντός της καταλυτικής καθημερινότητας ενδοσκοπικό αυτοσαρκασμό, πράγμα που, στο βάθος του, εμπεριέχει, με όλη την αποδόμηση, μια τόση δα σταγόνα ρομαντικής υπερηφάνειας, μιαν αδιόρατη επίγευση ηρωισμού.
Είναι σαν να μας λέει: «Εγώ που σας μιλώ με μέτρο και ρυθμό και, κάπου κάπου, ρίχνω και καμιά ρίμα στο παιχνίδι, τα καταφέρνω επειδή αντέχω να αρθώ πάνω από την περίσταση. Και δικαιούστε να αναρωτηθείτε, σε ποιο βαθμό η περίσταση αυτή εμπεριέχει ίχνη τραγικότητας. Μα ως εκεί· εγώ που σας μιλώ δεν δίνω έκταση στο θέμα, και κάθε δραματικό τόνο τον (αυτο)περιορίζω». Σαν ένα «πιστεύω» μιας τέτοιας στάσης εκτυλίσσεται το ποίημα «Γίνε το σώμα σου»: «Τις μέρες που επιστρέφεις πάμφτωχος στο σπίτι/ ζήτα το σώμα σου,/ γύρνα στην ύλη της στιγμής που το ανέθρεψε», γράφει η ποιήτρια, και εγώ ακούω, πίσω από τις γραμμές, τον Καβάφη του «Πολύ σπανίως».
Πέραν αυτών, άξιζε στα ποιήματα αυτά μια καλύτερη εκδοτική μεταχείριση από αυτήν που εν προκειμένω τους επιφυλάχθηκε. Οι σελίδες είναι κατά σημεία άσχημα καδραρισμένες, ενώ απουσιάζει κάθε αναφορά στο θέμα του εξωφύλλου.

