Πεισματάρικο τραγούδι του βρεγμένου ανθρώπου

Πεισματάρικο τραγούδι του βρεγμένου ανθρώπου

Ο εξ Αλβανίας ορμώμενος Λουάν Τζούλις (Luan Xhuli, κατά το εύχρηστο site γνωστού βιβλιοπωλείου· μόνον λατινικά αναγνωρίσιμος στη biblionet που, στο «Λουάν Τζούλις», βγάζει «κανένα αποτέλεσμα»!), με πλούσιο ποιητικό έργο και στις δύο γλώσσες, αλβανικά και ελληνικά, κάτοικος Ελλάδας από το 1995, έγινε φέτος 70 ετών

3' 21" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΛΟΥΑΝ ΤΖΟΥΛΙΣ 
«Κομμένος στα τέσσερα»
Ποιήματα
εκδ. Τόπος, 2025 σελ. 124

Ο εξ Αλβανίας ορμώμενος Λουάν Τζούλις (Luan Xhuli, κατά το εύχρηστο site γνωστού βιβλιοπωλείου· μόνον λατινικά αναγνωρίσιμος στη biblionet που, στο «Λουάν Τζούλις», βγάζει «κανένα αποτέλεσμα»!), με πλούσιο ποιητικό έργο και στις δύο γλώσσες, αλβανικά και ελληνικά, κάτοικος Ελλάδας από το 1995, έγινε φέτος 70 ετών. Το υπό συζήτηση βιβλίο συνιστά αυτοβιογραφία, με διάθεση ενδοσκόπησης. Δεν παρακολουθεί τα ιστορικά γεγονότα· δεν πρόκειται για ποιητικά «απομνημονεύματα», μολονότι ο πειρασμός ιστορικής πλαισίωσης ενός επί μακρόν ενεργού στις δύο γλώσσες ποιητή είναι μεγάλος και ελπίζω να υποκύψει σε αυτόν κάποια/ος ειδικότερη/ος εμού. Ας έχει τότε υπόψη της/του το ποίημα «Βρεγμένος και ξένος», τον θυμό του Βαλκάνιου μετανάστη απέναντι στο ελληνικό καλοκαίρι: «Δεν θέλω τη χαλασμένη ομπρέλα σας/δεν τη θέλω.//Καλύτερα έτσι./Βρεγμένος και ξένος/παρά στεγνός/ σε ένα σκονισμένο ατέλειωτο καλοκαίρι».

Διερωτώμαι αν στη συλλογή αυτή η πρώτη γραφή είναι στα αλβανικά και, όπως συνέβη στα πρώτα του βιβλία, μεταφέρθηκε στα ελληνικά με τη βοήθεια φίλων, προπάντων του συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη που, με συγκινητικό τρόπο, προλογίζει το υπό συζήτηση βιβλίο. Ή αν, κατά δική μου παλαιότερη πληροφόρηση, κάνει πλέον συστηματικά τις προσπάθειές του στα ελληνικά, κι ας δέχεται στη συνέχεια βοήθεια από συγγενείς και φίλους. Η πρόθεση και η διαδικασία έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον για την/τον μελετήτρια/τή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο είναι, όπως και τα προηγούμενα, απολαυστικό ανάγνωσμα. Αλλά ίσως εδώ κάτι αλλάζει, κάτι μετατοπίζεται λίγο, κάτι ωριμάζει ανεπαίσθητα, τερπνά για την/τον αναγνώστρια/τη: η αισιοδοξία, η γιορταστική διάθεση που τον χαρακτηρίζει διαχρονικά, αναμετρώνται σε ένα ποιητικό μπρα ντε φερ με τη μελαγχολία που επιφέρει το πέρασμα του χρόνου.

Εξομολογήσεις

Η συλλογή έχει την τυπική φόρμα και το γνώριμο ύφος του Τζούλις. Γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, τα ποιήματα έχουν έκταση 10-20 στίχους πάνω-κάτω, μονοσέλιδα αποτυπώματα που αναφέρονται σε εμπειρίες του «ποιητικού εγώ». Ο τόνος είναι λίγο εξομολογητικός και λίγο δοξαστικός, με τη χαρακτηριστική φρεσκάδα και αμεσότητα, που παραπέμπουν σε τραγούδι. Διαβάζοντας, συλλαμβάνει κανείς κάθε τόσο τον εαυτό του να απορεί που κάνει αυτό ακριβώς: διαβάζει και δεν ακούει τον ποιητή να συνοδεύει τα πολύ ιδιοσυγκρασιακά ποιήματά του στην κιθάρα. Είναι ποιήματα που διαβάζονται εύκολα και γρήγορα. Συνέλαβα τον εαυτό μου να έχω, πλησιάζοντας την ανάγνωση του εκατοστού ποιήματος (η συλλογή περιλαμβάνει 105), τη βεβαιότητα ότι έχω διαβάσει καμιά δεκαπενταριά! Είναι καλό αυτό; αναρωτήθηκα. Είδα αμέσως μπροστά μου σοφούς ανθρώπους να διατυπώνουν έντονη κριτική απέναντι σε μια ποίηση τόσο εύπεπτη. Χωρίς να το θέλω θυμήθηκα μεγάλους, κλασικούς καλλιτέχνες από άλλα είδη, που «υποφέρουν» από παρόμοια εις βάρος τους κριτική: ότι είναι «εύκολοι», ότι «παραείναι χαρούμενοι», «κελαηδιστοί», κάτι τέτοια.

Το βέλος του τεχνίτη

Εγώ, ωστόσο, νομίζω ότι ο λόγος που παρασύρθηκα έτσι και στο ποίημα 98 νόμιζα πως βρίσκομαι στο ποίημα 16, είναι γιατί, απλώς, περνούσα πολύ ωραία διαβάζοντας. Στοιχηματίζω ότι αν είχα απέναντί μου έναν πολύ (μα πάρα πολύ) στρυφνό λόγιο, θα μπορούσα να επιχειρηματολογήσω πειστικά υπέρ του Τζούλις. Γιατί η καλή ποίηση συχνά, εκεί που νομίζεις ότι κολυμπάς στην κοινοτοπία, κάνει μια «γκέλα», μικρή και ανεπαίσθητη, και τότε μεγιστοποιείται η απόλαυση και κερδίζεται ο σεβασμός και η εκτίμηση στον δημιουργό. Σε έχει ξεκλειδώσει η φαινομενική «μπαναλιτέ», αφήνεσαι με εμπιστοσύνη και με κάποια υπεροψία, και εκεί σε βρίσκει ευάλωτο ο τεχνίτης και σου ρίχνει το βέλος του. Παραθέτω, αντί άλλων, απόσπασμα από το ποίημα «Ανησυχία», που το μοτίβο του επαναλαμβάνεται αρκετές σελίδες αργότερα στο ποίημα «Εις μνήμην»: «Με πλήγωσαν τα παπούτσια του ανθρώπου που έφυγε./ Δώρο ήταν μετά τον θάνατό του./Τη λησμονιά του, τη μετράω σαν δικά μου βήματα.//Με πονάει η ρίζα του δοντιού./ Ρίζα που φτάνει σαν απειλή στη σκέψη μου./Η μητέρα, αν και φευγάτη, ακόμη ζεσταίνει το φαΐ μου». Τα έξι τρίστιχα, που αποκαλύπτουν σε τόνο εν μέρει ελεγειακό ένα υπαρξιακό αλλά και ποιητικό «πιστεύω», καταλήγουν: «Το όνομα και το διαβατήριο, δεν θα τ’ αλλάξω./ Οι αριθμοί μου ανήκουν, χωρίς να μετρήσω./ Μισώ τα χρόνια που βάφουν τα μαλλιά τους.//». Αντιστοίχως ξεκινάει και το «Εις μνήμην»: «Με χτύπησαν τα παπούτσια του ανθρώπου που έφυγε». Και καταλήγει: «Ονομα και διαβατήριο, δεν θα τα χαλάσω.//Δεν θα βάψω ποτέ τα μαλλιά μου/ Πάντα άσπρα, όλα “εις μνήμην”…».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT