Το μοτίβο γνωστό εδώ και χρόνια. Και στα μέρη μας και, γενικότερα, στην μπασκετική Ευρώπη. Το χρήμα απλώς μπορεί να «μιλήσει». Δεν μειώνω με αυτό την παράδοση ενός συλλόγου, την πειθώ ενός προπονητή ή την επιθυμία ενός παίκτη να επιλέξει έναν προορισμό. Ωστόσο, για τον Παναθηναϊκό, η ευχέρεια σπατάλης κρίνει πολλά. Για τέταρτο διαδοχικό καλοκαίρι, οι «πράσινοι» κατόρθωσαν να προσθέσουν στο ρόστερ τους έναν από τους κορυφαίους γκαρντ της περασμένης σεζόν στην Ευρωλίγκα. Το 2023 ήταν ο Λούκα Βιλντόζα από τον Ερυθρό Αστέρα, την επόμενη ο Λορέντζο Μπράουν από τη Μακάμπι Τελ Αβίβ και πέρσι ο Τι Τζέι Σορτς. Φέτος, μπορεί ο Ολυμπιακός να κέρδισε την «κούρσα» για τον πιο «καυτό» περιφερειακό, αποκτώντας τον Ζαν Μοντέρο από τη Βαλένθια, όμως και το «τριφύλλι» έκανε τελικά τη δική του κίνηση.
Κόντρα στη… ροή της φερόμενης διάθεσης του Ζέλικο Ομπράντοβιτς για την προσθήκη ενός γκαρντ με προτεραιότητα τη δημιουργία (και φήμες για τον Παγιόλα της Μπολόνια που μετακομίζει στην Παρτιζάν), ο Σέρβος κόουτς επέλεξε έναν παίκτη που, όπως και ο Κέντρικ Ναν, θέλει υπό κανονικές συνθήκες, την μπάλα στα χέρια. Η ομάδα του «Ζοτς» εκμεταλλεύτηκε την απρόσμενη οικονομική δυσκολία της Βιλερμπάν και απέκτησε τον Σιλβέν Φρανσίσκο. Ο Γάλλος γκαρντ, μετά την εξαιρετική σεζόν του στη Ζάλγκιρις Κάουνας, υπέγραψε αρχικά στην ομάδα της Λυών με ετήσιες απολαβές κοντά στα 5 εκατ. ευρώ, όμως η αποχώρηση ενός χορηγού άλλαξε τα δεδομένα. Η ελληνική ομάδα κατέβαλε μία ρήτρα περίπου ενός εκατομμυρίου και πρόσφερε στον πρώην παίκτη των Περιστερίου, Μπάγερν Μονάχου και Ζάλγκιρις σχεδόν 3,5 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Δίπλα σε Σπανούλη και Μάικ Τζέιμς και εναντίον του ΠΑΟ
Ο 28χρονος Φρανσίσκο γεννήθηκε κοντά στο Παρίσι από Ανγκολέζους μετανάστες και έχει ζήσει ως παιδί και στη Φλόριντα των ΗΠΑ. Αρχισε την επαγγελματική καριέρα του το 2017 στη Μετροπολιτάν και μετά την Παρί και τη Ροάν στη δεύτερη πατρίδα του, θέλησε να δοκιμάσει στο ΝΒΑ. Το καλοκαίρι του 2022 αγωνίστηκε στο summer league με τους Μπακς, όμως δεν τους έπεισε. Είχε πάρει 12 μήνες πριν την ευκαιρία του στην ισπανική Μανρέσα (μ.ό. 10,6 π. – 3,3 ασ.) και τη σεζόν 2022-23 φόρεσε τη φανέλα του Περιστερίου, με προπονητή τον Βασίλη Σπανούλη. Εκείνη την περίοδο η αξία του υπολογιζόταν περίπου στις 200.000 ευρώ και ξεπέρασε τις προσδοκίες πολλών στην ελληνική λίγκα.
Μέτρησε στη σεζόν 12,7 π. ανά αγώνα, όμως στο φινάλε της κανονικής περιόδου και στα ημιτελικά «εκτόξευσε» κι άλλο το παιχνίδι του. Στην τελευταία αγωνιστική, σκόραρε 15 π. και το Περιστέρι νίκησε τον Παναθηναϊκό. Στην τελική τετράδα των playoffs, οδήγησε την ομάδα του σε άλλες δύο νίκες επί των «πράσινων» και τη σειρά, μάλλον απρόσμενα, σε πέμπτο ματς. Στους τέσσερις πρώτους αγώνες κατέγραψε μ.ό. 17,5 π. με 73% στα δίποντα (19/26), στον 4ο ημιτελικό είχε 24 π. και 5/5 τρίπ. και στο καθοριστικό ματς είχε άλλους 16 π. και 7 ασ., όμως ο Παναθηναϊκός προκρίθηκε με 96-89. Μακάμπι και Βαλένθια ενδιαφέρθηκαν μέσα στη σεζόν, όμως την ολοκλήρωσε στο Περιστέρι και το 2023 πήρε την πρώτη γεύση από Ευρωλίγκα, υπογράφοντας στην Μπάγερν Μονάχου.
Παρότι ο Ολυμπιακός φάνηκε να ασχολείται μαζί του από το 2024, οι «αιώνιοι» δεν έκαναν την κίνηση προοπτικής όταν τον είχαν μέσα στα πόδια τους. Κάτι που θύμισε την περίπτωση του κορυφαίου πια σκόρερ στην ιστορία της (νέας, από το 2000 κι έπειτα) Ευρωλίγκας, Μάικ Τζέιμς. Ο Αμερικανός ήρθε στην Ευρώπη το 2012, στη Ζάγκρεμπ. Στη συνέχεια έπαιξε στη δεύτερη κατηγορία του Ισραήλ με τη Χάποελ Γκαλίλ Ελιόν και στην τρίτη της Ιταλίας με την Ομένια και το 2014 τον έφερε στην Ελλάδα ο Κολοσσός, για 120.000 δολάρια. Η Μπασκόνια διέβλεψε το μέλλον και τον πήρε από τη Ρόδο και στη συνέχεια αγωνίστηκε στην Ευρωλίγκα με Παναθηναϊκό, Μιλάνο, ΤΣΣΚΑ Μόσχας και Μονακό και ετήσιο συμβόλαιο 3 εκατ. ευρώ.
Τι φέρνει στο τραπέζι και η «κατάρα» των «πράσινων» γκαρντ
Η πρώτη απορία της μεταγραφής του Σιλβέν Φρανσίσκο ήταν το λεγόμενο usage (κατανομή της επιθετικής μοιρασιάς) του νέου Παναθηναϊκού. Φαινομενικά, βάσει της περσινής καταπληκτικής χρονιάς του Γάλλου στο Κάουνας – μ.ό. 16,5 π. και 6,5 ασ. (δεύτερος πασέρ, πίσω από τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ του Ολυμπιακού) –, ο άλλοτε παίκτης του Περιστερίου θέλει πολύ την μπάλα στα χέρια του. Ωστόσο, ο «Ζοτς» επέλεξε έναν περιφερειακό που είναι συνομήλικος με τον Σορτς, αλλά έχει μεγαλύτερο μπόι (1,86 μ., έναντι του 1,75 μ. του Αμερικανού) και σουτάρει καλύτερα από το τρίποντο (38,6%, το καλύτερο ποσοστό του στην Ευρωλίγκα). Επιπλέον, έχει ικανότητα στη διείσδυση και κυρίως στο pick-and-roll παιχνίδι και μπορεί να βοηθήσει περισσότερο στην άμυνα, με πίεση στην μπάλα, κάτι που (εκτός του εξουθενωμένου Τζέριαν Γκραντ) έλειψε πολύ τη σεζόν που τελείωσε από το «τριφύλλι».
Ο Φρανσίσκο έχει την εικόνα ενός πρώτα scoring guard, που μπορεί να δημιουργήσει και το δικό του σουτ. Δεν αποκλείεται η θεωρητική απορία αν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί στη «2nd unit», παίζοντας χωρίς τον Ναν στο πλάι του, ώστε να συνεχίσει να έχει τις αποφάσεις στο σκορ ή τη δημιουργία, όπως και στη Ζάλγκιρις. Το ότι διέπρεψε στη λιθουανική ομάδα δίπλα σε άλλους δύο καλούς χειριστές όπως ο Ουίλιαμς-Γκος και ο Λο, έδειξε πως μπορεί να συνυπάρξει με Ναν, Σλούκα, Γκραντ και Μπαντιό αφού δείχνει ότι μπορεί να παίξει μακριά από την μπάλα με μεγαλύτερη ευκολία από τον Σορτς. Δεν θα «τρελαθεί» να κυνηγήσει στην άμυνα –συχνά έπαιζε ατομικά– αλλά ο παράγοντας Ομπράντοβιτς ενδεχομένως διαμορφώσει αλλιώς το παιχνίδι (του).
Η άφιξη του Φρανσίσκο σηματοδοτεί την τέταρτη διαδοχική offseason με προσθήκη γκαρντ από το λεγόμενο «πάνω ράφι» για τον Παναθηναϊκό. Οι Βιλντόζα (2023), Λορέντζο Μπράουν (2024) και Σορτς (πέρσι) έφτασαν στην Αθήνα από εξαιρετικές χρονιές, όμως πια δεν μπορεί να είναι τυχαίο ότι κανένας δεν «κούμπωσε» στον σχεδιασμό του πρώην πια προπονητή των «πράσινων», Εργκίν Αταμάν. Ο Τούρκος κόουτς δεν έδωσε ποτέ πραγματικές ευκαιρίες στους τρεις παίκτες, με λόγο ή χωρίς.
Ο Βιλντόζα ήταν η πρώτη μεταγραφή της «νέας εποχής» του Παναθηναϊκού, πριν καν συμφωνήσει ο Αταμάν, όμως όταν προστέθηκαν οι Σλούκας και Ναν δεν προσαρμόστηκε σε off–ball ρόλο και οι αριθμοί του δεν πλησίασαν εκείνους σε Μπασκόνια και Ερυθρό Αστέρα.
Η προσθήκη του Λορέντζο Μπράουν έδειχνε πιο ταιριαστή, με ρόλο κυρίως δημιουργού. Στον Αταμάν δεν αρκούσε η αποτελεσματική πάσα του, αφού και ο Αμερικανός έμοιαζε εκτός εαυτού όταν δεν είχε την μπάλα στα χέρια, ακόμη και όταν ερχόταν από τον πάγκο, δίχως τον Ναν στο παρκέ. Για τον Σορτς, ο Αταμάν μού είχε προαναγγείλει σε συνέντευξή μας (στο 17:42 του παρακάτω βίντεο) πως «δεν μπορώ να αλλάξω τον Τι Τζέι Σορτς και εγώ προσαρμόζομαι στους παίκτες μου». Δεν το έκανε και ο υποψήφιος MVP με την Παρί μικρόσωμος γκαρντ δεν δικαίωσε τις προσδοκίες (του).
