Μοιάζει με φυσική εξέλιξη για τους «μεγάλους» των σπορ. Και μία τύπου αθλητική μοίρα για εκείνους που φαίνεται –σε στάτους και όχι σε ικανότητα ή ταλέντο– να είναι ένα σκαλοπάτι κάτω. Πέρυσι, στην Ευρωλίγκα ήταν η Παρί, η οποία εντυπωσίασε, και το καλοκαίρι είδε τους παίκτες της να κοιτούν αυτό το παραπάνω σκαλοπάτι. Ο Κεντάβιους Χέιζ συνέχισε στη Μονακό και, κυρίως, οι Τι Τζέι Σορτς και Τάισον Ουόρντ βρέθηκαν στην Ελλάδα για Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό αντίστοιχα.
Φέτος, η Βαλένθια δεν περιορίστηκε στην ταμπέλα της «ευχάριστης έκπληξης» και όχι μόνο προκρίθηκε στο παρθενικό Final Four της στην Ευρωλίγκα, αλλά κατέκτησε και το ισπανικό πρωτάθλημα! Οπως ήταν φυσικό, οι παίκτες της αποτέλεσαν από νωρίς μεταγραφικούς στόχους και οι «αιώνιοι» του ελληνικού μπάσκετ ακολούθησαν την περσινή συνταγή. Ο Ζαν Μοντέρο φέρεται να έχει συμφωνήσει ήδη με τον Ολυμπιακό και ο Μπράνκου Μπαντιό θα πάρει το δρομολόγιο που οδήγησε και τον Σορτς στο ΟΑΚΑ…
Ο «Papi» από το Ρουφίσκ που «κόπιαρε» τον Κόμπι
Ο Ελ Χατζί Ομάρ Μπράνκου Μπαντιό γεννήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1999 στο Ρουφίσκ, μία παραθαλάσσια πόλη κοντά στο Ντακάρ της Σενεγάλης. Η ημερομηνία ήταν εξαρχής συμβολική. Την ίδια μέρα, το 1963, είχε γεννηθεί ο Μάικλ Τζόρνταν. Ο μικρός Μπράνκου, ωστόσο, είχε άλλα πρότυπα. Αρχικά ήταν η μεγαλύτερη αδερφή του, Μαριετού, η οποία είχε παίξει μπάσκετ στη Σαλτίγκ, ομάδα στην οποία κι εκείνος έκανε τα πρώτα βήματά του. Στη συνέχεια ήταν ο αείμνηστος Κόμπι Μπράιαντ, για τον οποίο ο Μπαντιό έχει τονίσει σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα La Provincias τον περασμένο Απρίλιο ότι «τον παρακολουθούσα, κυρίως το πώς δούλευε και πώς κινούνταν στο γήπεδο… Εκανα εξάσκηση στα σουτ μέσης απόστασης, στις περιστροφές και στα σουτ μετά από προσποίηση. Αυτά τα σουτ μέσης απόστασης δεν είναι πολύ της μόδας σήμερα, αλλά εξακολουθούν να είναι ένα βασικό όπλο στο παιχνίδι μου».
Μία μέρα, όπως λέει ο τοπικός θρύλος, η μητέρα του τον φώναξε «Papi», ώστε να τρέξει να πει κάτι στον παππού του και το παρωνύμιο του έμεινε. Πιο εύκολα γυρνά το κεφάλι σ’ αυτό παρά στο όνομά του! Οπως πιο εύκολα θα κάνει τη «βρώμικη δουλειά» και της προπόνησης, παρά τα «λαμπερά» πράγματα ενός αγώνα. Οπως έλεγαν στην Ισπανία, στη σημαντική αρχή του πριν βρεθεί στη Βαλένθια, ο Μπαντιό λάτρεψε τη διαδικασία.
Η ισπανική αρχή, η γερμανική ευκαιρία και ο Πέδρο Μαρτίνεθ
Τις ώρες που ο νεαρός ξημεροβραδιαζόταν σε ένα γήπεδο, ένας φίλος του αποφάσισε να του ανοίξει έναν δρόμο που ο Μπαντιό δεν τολμούσε να φανταστεί. Το 2014, κι ενώ ο Σελεγαλέζος ήταν 15 ετών, κάποιος έστειλε ένα βίντεο με στιγμιότυπά του στην ακαδημία της ισπανικής Κανάριας. Η πρόκληση, όταν ενημερώθηκε από τον σκάουτ, Ρομπ Ορεγιάνα, ότι υπάρχει ενδιαφέρον, ήταν αν θα αφήσει πίσω τη ζωή του. Την «παλιά» ζωή του… Ηταν αντιμέτωπος με μία νέα κατάσταση. Νέα γλώσσα, νέα κουλτούρα, μπόλικος ανταγωνισμός. Πήρε το ρίσκο, αγωνίστηκε στη θυγατρική ομάδα της Κανάριας, τη Λα Ματάνθα, στην 4η κατηγορία της Ισπανίας και το 2018 ήταν ο κορυφαίος παίκτης της λίγκας. Η Μπαρτσελόνα έκανε έναν χρόνο υπομονή ώστε να τον αποκτήσει και να τον εντάξει στις ακαδημίες της.
Ο τότε προπονητής των τμημάτων υποδομής των «μπλαουγκράνα» και νυν κόουτς της Μανρέσα, Ντιέγκο Οκάμπο, επέμεινε για την προσθήκη του και ο Μπαντιό πέρασε τη διετία 2019-21 στη δεύτερη ομάδα. Ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους τον τσέκαρε κάθε τόσο, όμως ο βοηθός του, Τόμας Μασιούλις, δεν έκρυψε πρόσφατα πως κανένας στη Βαρκελώνη δεν περίμενε την ανοδική πορεία του παιδιού από τη Σενεγάλη… Πήρε μία ευκαιρία στην Ευρωλίγκα, στις 30 Δεκεμβρίου 2020, για μόλις 22΄΄ σε ματς με τη Μπάγερν Μονάχου, πριν πάρει ένα ακόμη ρίσκο και μετακομίσει στη Γερμανία, με τον πρώτο (αλλά όχι τελευταίο) άνθρωπο που τον πίστεψε.
Οταν ο Οκάμπο άφησε τη δεύτερη ομάδα της Μπάρτσα για τους Σκάιλαϊνερς της Φρανκφούρτης, έπεισε τον Μπαντιό να τον ακολουθήσει. Τον Σεπτέμβριο του 2021 υπέγραψε μονοετές συμβόλαιο με τη γερμανική ομάδα, με την οποία κατέγραψε μέσο όρο 10,6 πόντων, 2,3 ριμπάουντ και 3,1 ασίστ σε 26 λεπτά ανά αγώνα.
Παρά το γεγονός ότι είχε οψιόν ανανέωσης, επέστρεψε στην Ισπανία για τη Μανρέσα, η οποία είχε προπονητή τον Πέδρο Μαρτίνεθ και του πρόσφερε συμβόλαιο ενός μήνα έως το τέλος της χρονιάς.
Υπό τις οδηγίες του κορυφαίου κόουτς της φετινής Ευρωλίγκας βρήκε κυρίως σταθερότητα, κάτι που ζητά ο Ισπανός προπονητής. Οταν ο Μαρτίνεθ επέστρεψε το 2024 στη Βαλένθια, ο πρώτος που ζήτησε να αποκτηθεί ήταν το παιδί από τη Σενεγάλη. Η Ισπανία ήταν το δεύτερο σπίτι του, για το οποίο έχει τονίσει πως «όταν έφτασα εκεί, διαπίστωσα ότι υπήρχε ένας νέος κόσμος και είπα στον εαυτό μου πως αυτή είναι μόνο η αρχή για τη διαδρομή μου. Ηταν συνάμα ένας δύσκολος δρόμος τον οποίο ίσως δεν επέλεξα εγώ, αλλά μπορεί να με διάλεξε ο ίδιος…».
Στα μέσα του περασμένου Απριλίου, ο Μπάντιο υπέγραψε επέκταση συμβολαίου μέχρι το 2029, το οποίο πάντως δεν θα εξαντλήσει, καθώς ο Παναθηναϊκός θα πληρώσει ρήτρα 1,5 εκατ. ευρώ για να τον αποκτήσει!
Τι περιμένει ο «Ζοτς»
Σε αντίθεση με την επικείμενη προσθήκη του Ζαν Μοντέρο στον Ολυμπιακό, που μπορεί να διαμορφώσει άλλες ισορροπίες στους πρωταθλητές Ευρώπης και προσφέρει «λάμψη», ο Μπράνκου Μπαντιό είναι μία διαφορετική μεταγραφή. Ο Σενεγαλέζος δεν θέλει διαρκώς την μπάλα στα χέρια του, ωστόσο με το στυλ και τις λύσεις του «ταράζει» τη αντίπαλη άμυνα και ο Παναθηναϊκός το κατάλαβε στον 5ο προημιτελικό στη Βαλένθια, στον οποίο σκόραρε 20 πόντους, μαζί με πέντε ριμπάουντ και δύο ασίστ!
Στη φετινή Ευρωλίγκα μέτρησε μ.ό. 11,2 πόντους, 2,6 ριμπάουντ και 2,2 ασίστ, αλλά με two-way παιχνίδι και βοήθεια στην άμυνα. Μπορεί να πιέσει τον κάτοχο της μπάλας, μπορεί να προσαρμοστεί σε συμπληρωματικούς ρόλους πλάι σε Ναν, Σλούκα και ενδεχομένως θα θυμίσει στον Ζέλικο Ομπράντοβιτς το σύνθετο παιχνίδι του Τζέριαν Γκραντ.
Διαθέτει ικανότητα να επηρεάσει ένα ματς χωρίς κατάχρηση επιθέσεων και να μπορεί να βοηθά και στη θέση «1» και στη θέση «2». Μπορεί το ποσοστό του 33,5% στο τρίποντο να μην τρομάζει, όμως δύσκολα θα δει κάποιος μία άμυνα να του δίνει χώρο ακόμη και 2-3 μ., ώστε να σουτάρει ανενόχλητος, όπως ο Σορτς και ο Ουόκαπ. Η προσθήκη του δεν είναι κίνηση εντυπωσιασμού και… αεροδρομίου, όμως μπορεί να εξελιχθεί σε εντυπωσιακά χρήσιμη και «αθόρυβη» λύση.
