Τι αξία έχουν πλέον τα λόγια του Ντόναλντ Τραμπ; Μπορεί η ταχύτερη πρόσβαση στις αναρτήσεις του, η οποία ανακοίνωσε η Truth Social ότι είναι πλέον προς πώληση, να προσφέρει τη δυνατότητα για μεγάλα κέρδη, αλλά επί της ουσίας, ποιος, πλέον, τον παίρνει σοβαρά; Δεκαοκτώ μήνες μετά την επιστροφή του στην εξουσία, είναι ένα ερώτημα που πλέον τίθεται ανοιχτά και ευθέως, καθώς η απόσταση μεταξύ των δηλώσεών του και της πραγματικότητας καθίσταται ολοένα και πιο προφανής.
Την περασμένη Δευτέρα, ο Αμερικανός πρόεδρος, έχοντας διατάξει ξανά την αναστολή των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, δήλωσε ότι «υπάρχει μεγάλη πιθανότητα» θετικής κατάληξης στον νέο γύρο συνομιλιών που ισχυρίζεται ότι έχει ξεκινήσει με την Τεχεράνη. «Μιλάμε αυτή τη στιγμή», είπε ο Τραμπ, μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Air Force One. «Το Ιράν έφαγε ξύλο τις τελευταίες 14 μέρες και μας ζήτησαν πολύ ευγενικά, “παρακαλώ σταματήστε, ας συναντηθούμε”». Το Ιράν διέψευσε ότι γίνονται καν συνομιλίες – και μέσα στην εβδομάδα οι εχθροπραξίες αναζωπυρώθηκαν. Καθώς ο πόλεμος μπαίνει στον έκτο μήνα, όλοι οι στόχοι που έθεσε ο Τραμπ στο ξεκίνημα της εκστρατείας, από την αλλαγή καθεστώτος έως τη συντριβή των βαλλιστικών δυνατοτήτων του Ιράν και την εξαγωγή του υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου του, παραμένουν άπιαστοι. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά και οι λίγες ημερήσιες διελεύσεις γίνονται μέσω της ιρανικής οδού, σε συνεννόηση με το καθεστώς.
Δεν είναι όμως μόνον οι αντίπαλοι της Ουάσιγκτον που καλούνται να διαχειριστούν το νόημα της προεδρικής αναξιοπιστίας. Στις 22 Ιουλίου, οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία υπέγραψαν τριακονταετή συμφωνία για τη μεταφορά πυρηνικού υλικού και τεχνογνωσίας στο βασίλειο και –πρωτοφανώς– τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου εντός της χώρας. Η συμφωνία επικρίθηκε ευρέως ως παρέκκλιση από την αμερικανική πολιτική δεκαετιών για τη μη διασπορά των πυρηνικών όπλων και ως κίνηση που θα πυροδοτήσει μια κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής.
Την επομένη της ανακοίνωσης της συμφωνίας, ο Τραμπ (μέσω Truth Social) διευκρίνισε ότι προαπαιτούμενο για την εφαρμογή της είναι η προσχώρηση της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ και η αναγνώριση του Ισραήλ. Ηταν μια δυσάρεστη έκπληξη για το Ριάντ, που έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι δεν θα αναγνωρίσει το Ισραήλ αν δεν υπάρξουν ουσιώδη βήματα για τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. «Τα tweets δεν ανατρέπουν υπογεγραμμένες συμφωνίες», σχολίασε ενοχλημένος (ανωνύμως) ένας Σαουδάραβας αξιωματούχος. Η τύχη της πυρηνικής συμφωνίας αυτή τη στιγμή παραμένει άγνωστη. Το επεισόδιο, ωστόσο, είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η κυβέρνηση Τραμπ.

Τη μια μέρα ανακοινώνει deals που απειλούν να ανατρέψουν πολιτικές δεκαετιών που έχουν συμβάλει καταλυτικά στη διεθνή ασφάλεια και στη σταθερότητα, εξαιτίας των προσωπικών και επιχειρηματικών σχέσεων του προέδρου των ΗΠΑ και του κύκλου του με την ωφελούμενη χώρα. Την επομένη, ο ίδιος ο Τραμπ, έχοντας υποστεί έντονη κριτική, υπονομεύει τη συμφωνία, προσθέτοντας έναν όρο που ξέρει ότι δεν είναι αποδεκτός από την άλλη πλευρά.
Προχθές πάλι εξήγγειλε ότι, έπειτα από μήνες διαπραγματεύσεων, με τη διαμεσολάβηση της Τουρκίας, του Κατάρ και της Αιγύπτου, επετεύχθη συμφωνία για τον «ολοκληρωτικό αφοπλισμό» της Χαμάς. Στελέχη της Χαμάς επιβεβαίωσαν ότι υπάρχει συμφωνία, αλλά η ισραηλινή κυβέρνηση απέφυγε να σχολιάσει την είδηση.
«Προφανώς, ο Τραμπ είναι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, επομένως οι παγκόσμιοι ηγέτες πρέπει να αναλύουν προσεκτικά αυτά που λέει. Αλλά οι συχνές ανατροπές πολιτικής –σχετικά με τους δασμούς, την Ουκρανία, το Ιράν και πιο πρόσφατα τους όρους μιας πυρηνικής συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία– έχουν υπονομεύσει σοβαρά την αξιοπιστία των δημόσιων δηλώσεών του. Οι παγκόσμιοι ηγέτες και διπλωμάτες δεν παίρνουν πλέον όσα λέει τοις μετρητοίς», σχολιάζει στην «Κ» ο Αλεξάντερ Μπικ, επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Μπάιντεν στο πρώτο έτος της προεδρίας του.
«Η εμπιστοσύνη των συμμάχων μας βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό. Και οι αντίπαλοι ανακάλυψαν γρήγορα ότι, αν αντισταθούν, ο Τραμπ θα υποχωρήσει. Η Κίνα το έκανε αυτό με τις σπάνιες γαίες. Το Ιράν το κάνει τώρα στα Στενά. Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να μην είχε κανένα σχέδιο για καμία από τις δύο περιπτώσεις», παρατηρεί ο Μπικ.
Ασυνάρτητη δύναμη
Σε άρθρο τους στο Foreign Affairs στις 16 Ιουλίου, οι Ριντ Πόλι και Μάθιου Σέμπουλ έγραψαν για το «εμφανές παράδοξο» στην καρδιά της τραμπικής μεθόδου στην εξωτερική πολιτική. Ο Τραμπ, γράφουν, «είναι εξαιρετικά αφοσιωμένος στον εξαναγκασμό ως βασικό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, αλλά είναι ελάχιστα αποτελεσματικός στη χρήση του. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι ο Τραμπ συγχέει τον εξαναγκασμό –μια στρατηγική εξωτερικής πολιτικής με λεπτές αποχρώσεις– με τις πολεμοχαρείς δηλώσεις και τις ωμές επιδείξεις δύναμης. Αλλά ο αποτελεσματικός εξαναγκασμός απαιτεί κάτι περισσότερο από βαρύγδουπες απειλές».
Η εμπιστοσύνη των συμμάχων μας βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό. Και οι αντίπαλοι ανακάλυψαν γρήγορα ότι, αν αντισταθούν, ο Τραμπ θα υποχωρήσει. Η Κίνα το έκανε αυτό με τις σπάνιες γαίες. Το Ιράν το κάνει τώρα στα Στενά. -Αλεξάντερ Μπικ, Επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Μπάιντεν
«Οι απειλές του Τραμπ εξακολουθούν να λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψιν, εν μέρει επειδή έχει καλλιεργήσει τη φήμη ότι είναι απρόβλεπτος», λέει στην «Κ» ο Ριντ Πόλι, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και καθηγητής Πυρηνικής Ασφάλειας και Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Brown. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να κλιμακώσουν τον πόλεμο και το Ιράν δεν μπορεί να αγνοήσει το ενδεχόμενο αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι οι απειλές του Τραμπ δεν μεταφράζονται πλέον σε διαπραγματευτική ισχύ, επειδή δεν υπάρχει τρόπος να τις αποφύγει κάποιος. Το Ιράν πιστεύει ότι είναι πιθανό να υποστεί αμερικανική τιμωρία είτε κάνει παραχωρήσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είτε όχι».
«Ενα κράτος που δεν μπορεί αξιόπιστα να υποσχεθεί ότι θα αναστείλει τα τιμωρητικά μέτρα είναι ένα πιο αδύναμο κράτος, ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρός είναι ο στρατός του», συνεχίζει ο πολιτικός επιστήμονας του Brown. «Νομίζω ότι αυτή η κυβέρνηση των ΗΠΑ μαθαίνει ξανά αυτό το μάθημα. Κάθε ηγέτης που συμμορφώνεται και δέχεται μετά ξανά πιέσεις διδάσκει στον υπόλοιπο κόσμο να μην εμπιστεύεται τις αμερικανικές διαβεβαιώσεις. Τόσο οι σύμμαχοι όσο και οι αντίπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται στο στόχαστρο. Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ το έθεσε ξεκάθαρα στο Νταβός: Αν ελπίζετε ότι με τη συμμόρφωση αγοράζετε την ασφάλεια, θα διαψευστείτε. Οι σύμμαχοι που το έχουν αφομοιώσει αυτό αντιδρούν, αντισταθμίζοντας την εξάρτησή τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Κίνδυνος εξάπλωσης
Στην πολιτική απέναντι στο Ιράν, ο Τραμπ παραμένει εδώ και μήνες εγκλωβισμένος μεταξύ του φόβου των συνεπειών της κλιμάκωσης και του κόστους της αποδοχής του νέου status quo που δημιούργησε στην περιοχή η απερίσκεπτη επίθεσή του. Εν τω μεταξύ, η σύγκρουση έχει σταδιακά συμπαρασύρει ολοένα και περισσότερες χώρες. Ρώτησα τον Αλεξάντερ Μπικ πόσο ανησυχεί για το ενδεχόμενο διεύρυνσης του πολέμου.
Οι ΗΠΑ έχουν συχνά επιδιώξει να ξεφύγουν από στρατιωτικά τέλματα στο παρελθόν μέσω της κλιμάκωσης. Αμφιβάλλω ότι κάτι τέτοιο θα λειτουργήσει αυτή τη φορά. Δεν μπορείς να κερδίσεις την εμπιστοσύνη μιας κυβέρνησης βομβαρδίζοντάς την. -Ριντ Πόλι, Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Πυρηνικής Ασφάλειας και Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Brown
«Βάσει οποιουδήποτε φυσιολογικού κριτηρίου, βρισκόμαστε ήδη σε έναν ευρύτερο πόλεμο», απαντά. «Το Ιράν έχει εκτοξεύσει πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε στόχους σε δώδεκα διαφορετικά κράτη. Οι μάχες συνεχίζονται στον Λίβανο. Και το Ισραήλ και τουλάχιστον τέσσερα κράτη του Κόλπου φέρεται να έχουν πλήξει ιρανικούς ή στόχους συμμάχων του Ιράν στην περιοχή. Μόλις αυτή την εβδομάδα, οι Χούθι άρχισαν να επιτίθενται στη ναυτιλία της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα. Ακόμη και αν ο Τραμπ αποφασίσει να μην κλιμακώσει την εμπλοκή των ΗΠΑ, θα απαιτηθεί μια διπλωματική λύση για να μειωθεί η ένταση και να ξεκινήσει η ανοικοδόμηση μιας σταθερής περιφερειακής τάξης».
Ο Ριντ Πόλι, από την πλευρά του, παίρνει στα σοβαρά τον κίνδυνο κλιμάκωσης από αμερικανικής πλευράς. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συχνά επιδιώξει να ξεφύγουν από στρατιωτικά τέλματα στο παρελθόν μέσω της κλιμάκωσης. Αμφιβάλλω ότι κάτι τέτοιο θα λειτουργήσει αυτή τη φορά. Δεν μπορείς να κερδίσεις την εμπιστοσύνη μιας κυβέρνησης βομβαρδίζοντάς την. Εάν ο στόχος είναι μια πυρηνική συμφωνία, ο δρόμος περνάει μέσα από υποσχέσεις που η Τεχεράνη έχει κάποιο λόγο να πιστεύει, όχι μέσα από μια μεγαλύτερη λίστα στόχων».

