ΜΕΡΙΛΑΝΤ. Την εξέλιξη του πολέμου στο Ιράν επρόκειτο να συζητήσει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στο υπουργικό συμβούλιο που συγκλήθηκε χθες στο προεδρικό θέρετρο του Καμπ Ντέιβιντ. Το πρωί, το Ιράν ανακοίνωσε ότι χτύπησε με drones αμερικανικούς στρατιωτικούς στόχους στην αεροπορική βάση Αχμάντ αλ Τζαμπέρ του Κουβέιτ, χαρακτηρίζοντας την επίθεση «αντίποινα στα αμερικανικά πλήγματα» της προηγούμενης ημέρας στη νήσο Κεσμ.
Σύμφωνα με ιρανικά μέσα ενημέρωσης, στη βάση Αλ Τζαμπέρ του Κουβέιτ στεγάζονται υποδομές εναέριας παρακολούθησης, αναγκαίες για τις αμερικανικές αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν. Η αμερικανική αεροπορία, από τη μεριά της, δεν πραγματοποίησε καμία επίθεση εναντίον του Ιράν την περασμένη νύχτα.
Την αισιοδοξία τους εξέφραζαν, ωστόσο, χθες Πακιστανοί διαμεσολαβητές, λέγοντας ότι οι έμμεσες συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζονταν παρά την όξυνση και τις πολεμοχαρείς δηλώσεις των δύο πλευρών. Μιλώντας χθες σε δημοσιογράφους, εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών του Πακιστάν είπε ότι «οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, με την έμφαση να δίνεται στα Στενά του Ορμούζ και στην ανάγκη αποκλιμάκωσης. Καταβάλλονται προσπάθειες προκειμένου οι εμπλεκόμενοι να επανέλθουν στις τεχνικές συνομιλίες».
Την ίδια ώρα, χερσαίο αποκλεισμό εξετάζουν να επιβάλουν στο Ιράν η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, σε μια προσπάθεια να ενισχύσουν την οικονομική πίεση πάνω στην ισλαμική δημοκρατία, σύμφωνα με δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας Telegraph βασισμένο σε ισραηλινές πηγές.
Την πιθανότητα αυτή φέρονται να συζήτησαν ο πρόεδρος Τραμπ με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους την Τρίτη στον Λευκό Οίκο.
Το σχέδιο θα απαιτήσει να πεισθούν τα όμορα στο Ιράν κράτη, κυρίως το Ιράκ και το Πακιστάν, αλλά και η Τουρκία, το Τουρκμενιστάν, το Αφγανιστάν, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν, προκειμένου να περιορίσουν ή ακόμη και να κλείσουν ορισμένα συνοριακά περάσματα, μειώνοντας τις εισαγωγές και τις εξαγωγές με το Ιράν.
Ισραηλινός αξιωματούχος ανέφερε στη βρετανική εφημερίδα ότι μια τέτοια τακτική θα περιόριζε την πρόσβαση της Τεχεράνης σε κρίσιμο αμυντικό εξοπλισμό. Το Ιράν αναμένει αυτές τις ημέρες φορτίο κινεζικών φορητών εκτοξευτών πυραύλων, ικανών να καταρρίπτουν αμερικανικά αεροσκάφη.
Ο πρόεδρος Τραμπ φέρεται να εξετάζει σειρά μεθόδων προκειμένου η Τεχεράνη να επιστρέψει στο διαπραγματευτικό τραπέζι και αφού συνειδητοποίησε ότι η παρούσα στρατηγική των ΗΠΑ έπαψε να αποδίδει καρπούς. Μεταξύ των σεναρίων που εξετάζει ο Λευκός Οίκος είναι η υπογραφή διπλωματικής συμφωνίας, η συνέχιση του ναυτικού αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ και η επανάληψη των εχθροπραξιών.
Η Τεχεράνη, από τη μεριά της, μοιάζει να περνάει στην αντεπίθεση, χωρίς να φοβάται ότι θα κατηγορηθεί για κλιμάκωση. Παρότι μέχρι στιγμής το Ιράν τηρούσε αυστηρά τη λογική των άμεσων πληγμάτων αντιποίνων, στις 29 Ιουλίου η Τεχεράνη, ύστερα από μία εβδομάδα ηρεμίας, εκτόξευσε μπαράζ βαλλιστικών πυραύλων εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία. Το Πεντάγωνο είχε περιγράψει την ενέργεια ως «απόπειρα αιφνιδιαστικής επίθεσης». Τα ιρανικά ΜΜΕ, όμως, εμφάνισαν τον βομβαρδισμό ως μέρος εκστρατείας πρόληψης νέων αμερικανικών επιθέσεων, δείχνοντας ότι η Τεχεράνη επιθυμεί να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων στον πόλεμο, αντί να αντιδρά στα αμερικανικά πλήγματα.
Τα προηγούμενα ιρανικά χτυπήματα σημειώνονταν συνήθως λίγες ώρες ύστερα από αμερικανική επίθεση. Η ιρανική ενέργεια της 29ης Ιουλίου πραγματοποιήθηκε, αντίθετα, κατά τη διάρκεια άτυπης εκεχειρίας και τη στιγμή που οι διαπραγματευτές αναζητούσαν λύση για το Ορμούζ.
«Η ενδιάμεση κατάσταση του “ούτε ειρήνη ούτε πόλεμος” που ίσχυε από τις 23 Ιουλίου, μετά τη διακοπή των αμερικανικών βομβαρδισμών, δεν ήταν επωφελής για το Ιράν. Ο ναυτικός αποκλεισμός, που εμπόδιζε την Τεχεράνη να πουλήσει το πετρέλαιό της, ήταν ενεργός. Το Ιράν αποφάσισε έτσι να αλλάξει τακτική. Τα ιρανικά πλήγματα της 29ης Ιουλίου αποτελούν υπενθύμιση στην Ουάσιγκτον ότι η Τεχεράνη συνεχίζει να ελέγχει την κλιμάκωση της κρίσης και μπορεί να αποφασίσει να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή», λέει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Φλόριντα, Αρμάν Μαχμουντιάν.
A.P.

