Eνα από τα χαρακτηριστικά «μιμίδια» της δεύτερης θητείας του Τραμπ υπήρξε το λεγόμενο «TACO trade» – η πεποίθηση ότι «ο Τραμπ πάντα κάνει πίσω» (Trump Always Chickens Out) όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν αποφασισμένο αντίπαλο, με ευάλωτες αγορές ή με εχθρική κοινή γνώμη. Μέχρι σήμερα, τα γεγονότα το είχαν επιβεβαιώσει.
Υποχώρησε από έναν καταστροφικό εμπορικό πόλεμο με την Κίνα όταν το Πεκίνο απάντησε περικόπτοντας τις προμήθειες σπάνιων γαιών. Οπισθοχώρησε όταν μια ενωμένη Ευρώπη τον αντιμετώπισε σχετικά με τα σχέδιά του για τη Γροιλανδία. Και έκανε πίσω από τις απειλές του να καταστρέψει τον ιρανικό πολιτισμό όταν η Τεχεράνη απέκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, υπογράφοντας αντ’ αυτού αυτό που δικαίως έχει θεωρηθεί ένα από τα πιο ταπεινωτικά έγγραφα συνθηκολόγησης στην πρόσφατη αμερικανική ιστορία: μια δέσμευση για άρση των κυρώσεων, ακόμη και για παράδοση ενός ταμείου ανοικοδόμησης 300 δισ. δολαρίων, εφόσον η Τεχεράνη άνοιγε ξανά τα Στενά.
Στο ίδιο μοτίβο;
Κι όμως, μόλις 30 ημέρες μέσα σε αυτό που υποτίθεται ότι θα ήταν εκεχειρία 60 ημερών, η συμφωνία αυτή έχει ήδη καταρρεύσει. Αυτή τη φορά, όσοι ποντάρουν σε ένα ακόμη «TACO» ενδέχεται να απογοητευθούν. Εχοντας αφήσει το Ισραήλ να τον παρασύρει σε έναν απερίσκεπτο και παράνομο πόλεμο, ο Τραμπ βρίσκεται χωρίς καλές επιλογές, με αποτέλεσμα να μην του απομένει σχεδόν άλλη οδός πέρα από την κλιμάκωση, ανεξαρτήτως οικονομικού και πολιτικού κόστους.
Τόσο βαριά έχουν πληγεί η αμερικανική ισχύς και το κύρος της χώρας από την αποτυχία της επιχείρησης «Epic Fury» να ανατρέψει το ιρανικό καθεστώς και να επιβάλει άνευ όρων παράδοση, ώστε ακόμη και το Μνημόνιο Συνεννόησης (MOU) των 14 σημείων, με όλες τις παραχωρήσεις του προς την Τεχεράνη, δεν στάθηκε αρκετό για να τερματίσει τον πόλεμο. Το MOU απαιτούσε από το Ιράν να ανοίξει ξανά το Ορμούζ στη διεθνή ναυσιπλοΐα, χωρίς διόδια, για 60 ημέρες.
Η Τεχεράνη το ερμήνευσε ως επαναλειτουργία με ιρανικούς όρους, με τα πλοία περιορισμένα σε διαδρόμους που θα όριζε το Ιράν· η Ουάσιγκτον το ερμήνευσε ως αποκατάσταση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στους προπολεμικούς όρους. Και οι δύο πλευρές υπέγραψαν ένα κείμενο που γνώριζαν ότι σήμαινε διαφορετικά πράγματα, καθεμία υπολογίζοντας ότι η άλλη θα υποχωρούσε πρώτη.
Τα Στενά του Ορμούζ – Το Ιράν δεν έχει κανένα συμφέρον να παραδώσει τον έλεγχο ενός από τα πολυτιμότερα περάσματα του πλανήτη και πιστεύει ότι έχει το πάνω χέρι. Ωστόσο, το να υποχωρήσει σε αυτό το ζήτημα αποτελεί υπερβολική ταπείνωση για τον Τραμπ.
Το Ιράν δεν έχει κανένα συμφέρον να παραδώσει τον έλεγχο ενός από τα πολυτιμότερα περάσματα του πλανήτη και πιστεύει ότι έχει το πάνω χέρι. Ωστόσο, το να υποχωρήσει σε αυτό το ζήτημα μπορεί να αποτελεί υπερβολική ταπείνωση ακόμη και για τον Τραμπ. Τα Στενά ήταν ανοιχτά πριν από τον πόλεμο, οπότε οτιδήποτε λιγότερο από την επαναλειτουργία τους με τους ίδιους όρους συνιστά σαφή ήττα για την Αμερική. Θα δημιουργούσε επίσης ένα ανεπιθύμητο προηγούμενο, παραβιάζοντας την αρχή της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας που στηρίζει το παγκόσμιο εμπόριο εδώ και πάνω από έναν αιώνα. Πάνω απ’ όλα, θα παρέδιδε στην Τεχεράνη ασφυκτικό έλεγχο επί ολόκληρης της περιοχής: μεγάλοι εξαγωγείς πετρελαίου, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, θα αναγκάζονταν να υποταχθούν στους ιρανικούς όρους ή να αντιμετωπίσουν εμπάργκο.
Η σχέση με το Ριάντ
Πράγματι, ο πόλεμος έχει ήδη επιβαρύνει τις σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Ριάντ, το οποίο δεν είχε ενημερωθεί πριν από την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση, αλλά βρέθηκε το ίδιο υπό επίθεση. Η ανακοίνωση της περασμένης εβδομάδας για συμφωνία που θα βοηθούσε τη Σαουδική Αραβία να αναπτύξει πυρηνική ενέργεια, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος εμπλουτισμού ουρανίου και απογυμνωμένη από τις διασφαλίσεις μη διάδοσης, ήταν ενδεικτική του πόσο πολύ χρειάζεται πλέον η Αμερική τη σαουδαραβική εύνοια.
Μέσα σε λίγες ώρες, υπό την πίεση του Ισραήλ, ο Τραμπ έκανε πίσω, επιμένοντας ότι η συμφωνία τελούσε υπό τον όρο της προσχώρησης της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ – κάτι που το Ριάντ δεν φαίνεται καθόλου έτοιμο να αποδεχθεί. Η κωλοτούμπα αυτή ανέδειξε το αδιέξοδο του Τραμπ, καθώς προσπαθεί να ισορροπήσει τις απαιτήσεις συμμάχων με ολοένα και πιο αποκλίνοντα στρατηγικά συμφέροντα.
Το απόθεμα πετρελαίου – Το πρόβλημα του Τραμπ είναι ότι σύρεται ξανά στον πόλεμο υπό ένα πολύ λιγότερο ευνοϊκό οικονομικά και πολιτικά σκηνικό, με το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου των ΗΠΑ να πλησιάζει πλέον επικίνδυνα το όριο των 300 εκατ. βαρελιών.
Το πρόβλημα του Τραμπ είναι ότι σύρεται ξανά στον πόλεμο υπό ένα πολύ λιγότερο ευνοϊκό οικονομικό και πολιτικό σκηνικό. Τον Φεβρουάριο, ο αντίκτυπος στις αγορές πετρελαίου περιορίστηκε από τα τεράστια αποθέματα που είχαν συσσωρευθεί ανά τον κόσμο, κυρίως στην Αμερική και στην Κίνα. Ομως το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου των ΗΠΑ πλησιάζει πλέον επικίνδυνα το όριο των 300 εκατ. βαρελιών, κάτω από το οποίο υπάρχει κίνδυνος μόνιμης ζημιάς στα αλατούχα σπήλαια όπου αποθηκεύεται το πετρέλαιο. Την ίδια στιγμή, οι Χούθι στην Υεμένη, σύμμαχοι της Τεχεράνης, έχουν ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο, απειλώντας τις σαουδαραβικές αποστολές στην Ερυθρά Θάλασσα και εγείροντας το φάσμα ενός «διπλού σημείου στραγγαλισμού».
Το πετρέλαιο ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι την περασμένη εβδομάδα για πρώτη φορά από τον Μάιο, και η Goldman Sachs εκτιμά ότι θα μπορούσε να φτάσει στα 120 δολάρια αν τα Στενά δεν ανοίξουν σύντομα – με όλη την ευρύτερη αναστάτωση που αυτό συνεπάγεται για τον πληθωρισμό και το κόστος δανεισμού. Πριν από την εκεχειρία, οι επενδυτές είχαν σωστά ποντάρει ότι οι αυξανόμενες πιέσεις στο κόστος ζωής ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου θα οδηγούσαν τον Τραμπ να αναζητήσει διέξοδο. Η πλειοψηφία των ψηφοφόρων αντιτίθεται στον πόλεμο και τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό.
Εκλογικά κόλπα
Αυτή η λογική, όμως, φαίνεται λιγότερο πιθανό να ισχύσει τούτη τη φορά. Στον βαθμό που ο Τραμπ ενδιαφέρεται για τις ενδιάμεσες εκλογές –δεδομένου ότι δεν θα είναι ποτέ ξανά υποψήφιος–, η πρόσφατη συμπεριφορά του υποδηλώνει ότι έχει εγκαταλείψει την ελπίδα να τις κερδίσει με έντιμα μέσα. Οι προσπάθειές του έχουν στραφεί στην αναχάραξη εκλογικών περιφερειών προς όφελός του (gerrymandering), στον εκφοβισμό του Κογκρέσου ώστε να ψηφίσει το πακέτο που ονομάζει «Save America Act» και στην αναμόχλευση διαψευσμένων ισχυρισμών περί νοθείας στις εκλογές του 2020, ίσως ως προοίμιο για την αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων του Νοεμβρίου. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ακόμη και ο κίνδυνος μιας συντριβής στις ενδιάμεσες εκλογές θα συγκρατήσει τον Τραμπ, όταν η εναλλακτική είναι μια συμφωνία με το Ιράν εμφανώς χειρότερη από εκείνη που συνήψε ο Μπαράκ Ομπάμα το 2015.
Οπως ο πρόεδρος Πούτιν, που επίσης πίστεψε ότι μπορούσε να κερδίσει έναν γρήγορο πόλεμο εναντίον ενός μικρότερου αντιπάλου και εξακολουθεί να πολεμάει πάνω από τέσσερα χρόνια μετά, ο Τραμπ ενδέχεται να διαπιστώσει ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να κλιμακώσει, με την ελπίδα να λυγίσει το Ιράν μέχρι την κατάρρευση ή την παράδοση. Η Wall Street Journal αναφέρει ότι το Πεντάγωνο στέλνει χερσαία στρατεύματα στη Μέση Ανατολή, μαζί με ιατρικό προσωπικό και μαχητικά αεροσκάφη. Ισως μια επίδειξη ισχύος να φέρει το Ιράν ξανά στο τραπέζι, έστω κι αν δεν έχει αποδώσει μέχρι στιγμής. Αυτό που φαίνεται σαφές είναι ότι, αυτή τη φορά, ο Τραμπ δεν έχει την πολυτέλεια να κάνει πίσω.
* Ο κ. Σάιμον Νίξον είναι ανεξάρτητος σχολιαστής και εκδότης του ενημερωτικού δελτίου Wealth of Nations στο Substack.

