Ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, βρέθηκε αντιμέτωπος με σφοδρή κριτική γερουσιαστών του Ρεπουμπλικανικού καθώς και του Δημοκρατικού Κόμματος κατά τη διάρκεια ακρόασης στη Γερουσία χθες, Τρίτη.
Αρκετοί ζήτησαν σαφείς απαντήσεις για τη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ στον πόλεμο με το Ιράν, μετά την αναζωπύρωση των εχθροπραξιών, σύμφωνα με δημοσίευμα στη Washington Post.
Η ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής Πιστώσεων της Γερουσίας ήταν η πρώτη του Χέγκσεθ στο Κογκρέσο μετά την κατάρρευση της εκεχειρίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
«Χρειαζόμαστε απαντήσεις»
Παράλληλα, εξετάστηκε για πρώτη φορά δημόσια, σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, το αίτημα της κυβέρνησης για πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 67 δισ. δολ., προκειμένου να καλυφθεί το κόστος του πολέμου.
Ο Χέγκσεθ, ο οποίος κατέθεσε μαζί με τον αρχηγό του Μεικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγό Νταν Κέιν, υπερασπίστηκε το αίτημα, χαρακτηρίζοντάς το «επείγον και αναγκαίο».
Υποστήριξε ότι τα κονδύλια απαιτούνται για την αναπλήρωση των αποθεμάτων κατευθυνόμενων όπλων ακριβείας που εξαντλήθηκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, καθώς και για την αποφυγή σημαντικών ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό του Πενταγώνου.
Ωστόσο, οι γερουσιαστές ζήτησαν επίσης εξηγήσεις για τη συνολική στρατηγική της κυβέρνησης, από τη δέσμευση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να εξουδετερώσει τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν έως το σχέδιο για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, η παρατεταμένη διακοπή λειτουργίας των οποίων έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στο παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου και λιπασμάτων.
Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, ο στρατηγός Κέιν απέφυγε να προβλέψει εάν ο πόλεμος θα κλιμακωθεί περαιτέρω ή εάν εξετάζεται ακόμη και το ενδεχόμενο χερσαίας στρατιωτικής επέμβασης.
«Χρειαζόμαστε ευθείες απαντήσεις», δήλωσε ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Λουιζιάνα Τζον Κένεντι, εμφανώς δυσαρεστημένος από τις, όπως είπε, αόριστες απαντήσεις του Χέγκσεθ και του Κέιν.
Το κόστος του πολέμου
Ο υπουργός Αμυνας ανέφερε ότι μέχρι στιγμής ο πόλεμος έχει κοστίσει περίπου 37,5 δισ. δολάρια, ποσό στο οποίο περιλαμβάνονται και δαπάνες που εκτιμάται ότι θα πραγματοποιηθούν έως το τέλος του δημοσιονομικού έτους, στις 30 Σεπτεμβρίου.
Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει το κόστος αποκατάστασης των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στη Μέση Ανατολή που υπέστησαν ζημιές κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Ερωτηθείς από τη Δημοκρατική γερουσιαστή του Νιου Χάμσαϊρ Τζιν Σαχίν αν το Πεντάγωνο θα ζητήσει πρόσθετη χρηματοδότηση για τις επισκευές, ο Χέγκσεθ απέφυγε να απαντήσει.
Οι Δημοκρατικοί επέκριναν επανειλημμένα το ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρές δημοσιονομικές πιέσεις, παρότι το Κογκρέσο ενέκρινε νωρίτερα φέτος αμυντικό προϋπολογισμό-ρεκόρ ύψους ενός τρισ. δολαρίων.
Ο Χέγκσεθ αναγνώρισε ότι περίπου 75 δισ. δολ. από την έκτακτη στρατιωτική χρηματοδότηση που είχε εγκριθεί πέρυσι δεν έχουν ακόμη δαπανηθεί, υποστήριξε όμως ότι τα κονδύλια αυτά έχουν ήδη δεσμευθεί για άλλες προτεραιότητες, όπως η αγορά προηγμένων οπλικών συστημάτων.
Προειδοποίησε ακόμη ότι χωρίς νέα χρηματοδότηση κάποια προγράμματα στρατιωτικής εκπαίδευσης θα χρειαστεί να περιοριστούν.
«Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη χρημάτων, αλλά ο κακός σχεδιασμός», αντέτεινε η επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή, γερουσιαστής Πάτι Μάρεϊ.
Ο Χέγκσεθ απέδωσε τις ευθύνες για την κατάσταση στη διαχείριση της κυβέρνησης του τέως προέδρου, Τζο Μπάιντεν.

