Επειτα από σχεδόν 25 χρόνια που εργάζεται ως διευθυντής γραφείου τελετών, ο Γκοτιέ Κατόν δηλώνει ότι δεν είχε βιώσει ποτέ στο παρελθόν κάτι αντίστοιχο με όσα συνέβησαν κατά τον πρωτοφανή καύσωνα που έπληξε τη Γαλλία στα τέλη Ιουνίου.
Η κατάσταση ήταν ασφυκτική, όπως λέει. Αναγκάστηκε να νοικιάσει πέντε ψυκτικούς θαλάμους για τη φύλαξη σορών, καθώς ο αριθμός των νεκρών που παραλάμβανε σχεδόν τριπλασιάστηκε.
Εκπρόσωπος της πέμπτης γενιάς μιας οικογενειακής επιχείρησης, ο Κατόν μεγάλωσε βλέποντας φέρετρα στοιβαγμένα στο γκαράζ του σπιτιού των γονιών του. Εντάχθηκε στην επιχείρηση λίγες μόλις εβδομάδες μετά τον καταστροφικό καύσωνα του 2003, ο οποίος συνδέθηκε με σχεδόν 15.000 θανάτους στη Γαλλία.
Φέτος, όμως, για πρώτη φορά, τα γραφεία τελετών της οικογένειάς του στην Ορλεάνη αναγκάστηκαν να παραλάβουν τέσσερις σορούς εξαιτίας υπερβολικού φόρτου σε επιχειρήσεις του Παρισιού, το οποίο βρίσκεται δύο ώρες μακριά.
«Η περιοχή του Παρισιού επλήγη σφοδρότατα. Βρέθηκαν σε κατάσταση κρίσης», τόνισε, προσθέτοντας: «Στη συνέχεια το κύμα έφτασε και σε εμάς, στην Ορλεάνη, όπου οι εγκαταστάσεις μας γέμισαν ασφυκτικά. Μας χτύπησε με όλη του τη δύναμη».
Τρεις μεγάλες προκλήσεις
Το καλοκαίρι του 2026 έφερε τη Γαλλία αντιμέτωπη με τρεις παράλληλες εξελίξεις που αναδιαμορφώνουν τη χώρα: την κλιματική αλλαγή, τη γήρανση του πληθυσμού και ένα κράτος που δυσκολεύεται οικονομικά να χρηματοδοτήσει τις αναγκαίες επενδύσεις προσαρμογής.
Οι ιστορικά υψηλές θερμοκρασίες, ολοένα και νωρίτερα μέσα στη χρονιά, προκάλεσαν πρωτοφανείς δασικές πυρκαγιές ακόμη και κοντά στο Παρίσι, οδήγησαν στο κλείσιμο σχολείων και αύξησαν δραματικά την πίεση σε νοσοκομεία που δεν διαθέτουν τις κατάλληλες υποδομές.
Ταυτόχρονα, η ζέστη επιτάχυνε τον θάνατο χιλιάδων ηλικιωμένων που ζούσαν σε σπίτια ή μονάδες φροντίδας, χωρίς επαρκή προστασία από τις υψηλές θερμοκρασίες.
Διδάχθηκε η Γαλλία από το 2003;
Οι γαλλικές αρχές ανακοίνωσαν ότι κατά τη διάρκεια του καύσωνα στα τέλη Ιουνίου καταγράφηκαν 2.025 επιπλέον θάνατοι, όταν η θερμοκρασία έφτασε έως και τους 43,8 βαθμούς Κελσίου.
Στο Παρίσι οι θάνατοι αυξήθηκαν κατά περίπου 65%, ενώ στην περιφέρεια Centre-Val de Loire, όπου δραστηριοποιείται ο Κατόν, η αύξηση άγγιξε το 50%.
Τα στοιχεία αυτά είναι προκαταρκτικά, καθώς βασίζονται περίπου στο 60% των συνολικών θανάτων και αναμένεται να αναθεωρηθούν προς τα πάνω, ενώ θα ολοκληρώνεται η συλλογή των δεδομένων.
Ο πρώην επικεφαλής της γαλλικής υπηρεσίας δημόσιας υγείας (2016-2019), Φρανσουά Μπουρντιγιόν, εκτιμά ότι η χώρα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο σε σχέση με το 2003.
Τότε οι Αρχές αιφνιδιάστηκαν πλήρως, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης, με προβλέψεις, ενημέρωση του κοινού και ειδικά μέτρα προστασίας για τις ευάλωτες ομάδες.
Ωστόσο, όπως υποστηρίζει, η Γαλλία δεν αντιμετώπισε τις βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες των πόλεων, των νοσοκομείων, των σχολείων και των μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων.
«Η χώρα χρειάζεται μακρόχρονη στρατηγική, υπό τον συντονισμό της πρωθυπουργίας, ώστε να μετασχηματιστεί και να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις “επιδημίες καύσωνα”», δήλωσε.
Ο ίδιος ανέφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι η νύφη του υποβλήθηκε πρόσφατα σε καρδιοχειρουργική επέμβαση σε κορυφαίο νοσοκομείο του Παρισιού χωρίς κλιματισμό, με αποτέλεσμα ο αδελφός του να της φέρει έναν ανεμιστήρα.
«Το μάθημα του 2003 ήταν ότι ήμασταν τυφλοί. Πλέον δεν είμαστε. Διαθέτουμε δείκτες και ενεργοποιούμε έγκαιρα τους μηχανισμούς προειδοποίησης», είπε.
«Το μάθημα του 2026 είναι ότι αυτό δεν αρκεί. Ζούμε σε μια σχεδόν δυστοπική κατάσταση, όπου αντιμετωπίζουμε τις συνέπειες του καύσωνα, αλλά παραμελούμε τα βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα», πρόσθεσε.
Πολιτικές και οικονομικές δυσκολίες
Ο Γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει δεσμευθεί να διαθέσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για την εγκατάσταση συστημάτων ψύξης σε νοσοκομεία και οίκους ευγηρίας.
Ωστόσο, επικριτές της κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων και οι Πράσινοι, οι οποίοι κατέθεσαν χωρίς επιτυχία πρόταση δυσπιστίας με αφορμή τη διαχείριση του καύσωνα, θεωρούν τα μέτρα ανεπαρκή.
Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: καλείται να χρηματοδοτήσει την προσαρμογή της χώρας στις ολοένα συχνότερα ακραίες θερμοκρασίες, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα και να διατηρήσει τις δαπάνες σε τομείς όπως η άμυνα.
Ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Οικονομίας στη σχολή Mines Paris – PSL, Ματιέ Γκλασάν, εκτιμά ότι το φετινό καλοκαίρι ενδέχεται να αλλάξει την πολιτική ατζέντα.
«Οι κραδασμοί που βιώσαμε ήταν τόσο ισχυροί, ώστε είναι πιθανό να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις πολύ πέρα από τους επόμενους δύο μήνες», ανέφερε.
«Δεν κοιτάζω πια την πρόγνωση του καιρού»
Μέσα στον Ιούλιο, η ομάδα του Κατόν κλήθηκε σε οίκο ευγηρίας όπου είχε καταλήξει μία γυναίκα 94 ετών.
Το προσωπικό είχε συγκεντρώσει τους ηλικιωμένους που κινούνταν με αναπηρικά αμαξίδια στην αίθουσα τηλεόρασης, το μοναδικό σημείο του κτιρίου με κλιματισμό. Στους διαδρόμους είχαν κρεμάσει λευκά σεντόνια στα παράθυρα για να περιορίσουν την ηλιακή ακτινοβολία.
«Δεν κοιτάζω πια τις προγνώσεις του καιρού», είπε η υπεύθυνη νοσηλεύτρια της μονάδας, Μπεατρίς Νουαγιέ, εξηγώντας: «Με καταθλίβουν»
Οπως ανέφερε, οι ηλικιωμένοι δροσίζονταν με βρεγμένες πετσέτες και ψεκασμούς νερού, ενώ κάποιοι χρειάστηκαν ενδοφλέβια χορήγηση υγρών.
Οι περισσότεροι περνούσαν τη μέρα τους στον κλιματιζόμενο χώρο, όμως κάποιοι αρνούνταν να εγκαταλείψουν τα δωμάτιά τους.
Σύμφωνα με έρευνα του γαλλικού υπουργείου Υγείας που δημοσιεύθηκε πέρυσι, το 41% σχεδόν 3.000 μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων δεν διέθετε ούτε έναν κοινόχρηστο κλιματιζόμενο χώρο, ενώ λιγότερο από το 10% είχε κλιματισμό στα δωμάτια των φιλοξενουμένων.
Η Νουαγιέ τόνισε ότι απαιτούνται άμεσα νέες επενδύσεις τόσο σε προσωπικό όσο και σε υποδομές.
«Προς το παρόν, όμως, τίποτα δεν αλλάζει και δεν είμαι βέβαιη ότι θα αλλάξει», σημείωσε. «Οι ηλικιωμένοι δεν αποτελούν προτεραιότητα για τους πολιτικούς μας».
Πεθαίνουν μόνοι
Η αύξηση των θανάτων ενδέχεται να προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις.
Τα προκαταρκτικά στοιχεία δεν περιλαμβάνουν ακόμη πλήρη εικόνα για τους θανάτους που σημειώθηκαν σε κατοικίες, κατηγορία η οποία αυξήθηκε κατά περισσότερο από 91% μεταξύ 22 και 28 Ιουνίου.
Ο Κατόν εξηγεί ότι, υπό φυσιολογικές συνθήκες, περίπου το ένα τέταρτο των κηδειών που αναλαμβάνει αφορά ανθρώπους που πέθαναν στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια του καύσωνα, ο αριθμός αυτός αυξήθηκε κατά περίπου 80%.
«Δεν επρόκειτο απαραίτητα για ανθρώπους που βρίσκονταν στο τέλος της ζωής τους ή των οποίων ο θάνατος ήταν αναμενόμενος», σημείωσε.
Ως αποτέλεσμα, το γραφείο του εξακολουθεί να παραλαμβάνει σορούς ανθρώπων που πέθαναν μόνοι στα σπίτια τους πριν από περισσότερο από δύο εβδομάδες, χωρίς κανείς να έχει αντιληφθεί την απουσία τους.
«Πεθαίνουν μέσα στην απόλυτη ανωνυμία», κατέληξε.
Με πληροφορίες από Reuters

