Oποτε βρέθηκα στην Αμερική, η Ιστορία έμοιαζε να πυκνώνει.
Πρωτοπήγα το φθινόπωρο του 2001 ως επισκέπτης διδακτορικός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Λίγες ημέρες αργότερα έγινε η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Εξι χρόνια μετά επέστρεψα ως επισκέπτης καθηγητής στο Brown, την εποχή που κατέρρεε η Lehman Brothers και λίγο πριν από την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα. Εφυγα λίγο πριν από την πρώτη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Αναρωτιέμαι συχνά αν στάθηκα πολύ τυχερός ή τρομερά άτυχος ή αν η Αμερική είχε πάντοτε αυτήν την ιδιότητα: να συμπυκνώνει πρώτη τις μεγάλες μεταβολές που αργότερα έφταναν και στον υπόλοιπο κόσμο.
Η αλήθεια είναι ότι την είχα γνωρίσει πολύ πριν ταξιδέψω εκεί. Ως ιστορικός είχα γοητευθεί από την υπόσχεση που κρύβεται στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας: το Pursuit of Happiness. Οχι η ευτυχία αυτή καθαυτή, αλλά το θεμελιώδες δικαίωμα να την αναζητήσεις. Με συγκινούσε αυτή η ιδέα, ακόμη κι αν ήξερα ότι διατυπώθηκε από ανθρώπους που μιλούσαν για την ελευθερία ενώ κατείχαν σκλάβους. Η αμερικανική ιστορία δεν έπαψε ποτέ να ταλαντεύεται ανάμεσα στην υπόσχεση και στη διάψευσή της. Ισως όμως η δύναμή της να βρισκόταν ακριβώς στην επιμονή να επιστρέφει διαρκώς στις ίδιες τις ιδρυτικές της αρχές.
Υπήρχε και μια άλλη Αμερική που κουβαλούσα μαζί μου: εκείνη των sixties, των κινημάτων για τα πολιτικά δικαιώματα, του Ντίλαν, της αντικουλτούρας και του αντιπολεμικού κινήματος. Διαβάζοντας το «The Strawberry Statement» του Τζέιμς Σάιμον Κούνεν, το ημερολόγιο ενός φοιτητή του Columbia το 1968, μου καρφώθηκε η τελευταία του φράση: «Η αμερικανική δημοκρατία είναι εκατόν ενενήντα δύο ετών, εγώ είμαι δεκαεννέα· θα της δώσω άλλη μία ευκαιρία». Δεν εξέφραζε αφέλεια, αλλά την πεποίθηση ότι μια δημοκρατία αξίζει να κρίνεται διαρκώς, όχι να εγκαταλείπεται.
Από την 11η Σεπτεμβρίου θυμάμαι λιγότερο τις εικόνες πανικού και περισσότερο τα αμφιθέατρα. Στο Columbia και στο NYU άκουγα τη Σούζαν Σόνταγκ, την Γκαγιάτρι Σπίβακ και τον Τίμοθι Μίτσελ να προσπαθούν να καταλάβουν τι είχε μόλις συμβεί και πώς έμελλε να αλλάξει ο κόσμος. Με εντυπωσίαζε ότι ακόμη και σε μια στιγμή εθνικού τραύματος υπήρχε χώρος για δημόσια διαφωνία. Λίγο αργότερα ήρθαν το Αφγανιστάν, το Ιράκ και ο Patriot Act. Η κριτική δυνατότητα των πανεπιστημίων περιορίστηκε, αλλά δεν εξαφανίστηκε.
Θυμάμαι ακόμη το βράδυ της εκλογής του Ομπάμα. Οι φοιτητές είχαν βγει αυθόρμητα στους δρόμους του Πρόβιντενς. Αγνωστοι αγκαλιάζονταν μεταξύ τους. Δεν πανηγύριζαν επειδή πίστευαν ότι είχαν λυθεί τα προβλήματα της Αμερικής· πανηγύριζαν γιατί πίστευαν πως η Ιστορία μπορούσε ακόμη να εκπλήσσει.
Αυτό που με σημάδεψε περισσότερο ήταν η εμπειρία του ίδιου του πανεπιστημίου. Στο Brown και αργότερα στο NYU έμαθα έναν διαφορετικό τρόπο να διδάσκω Ιστορία. Οχι ως αφήγηση γεγονότων, αλλά ως συνομιλία ανάμεσα σε αρχεία, ταινίες, μυθιστορήματα, μουσική και μαρτυρίες. Οι καλύτερες στιγμές ενός μαθήματος δεν ήταν όταν οι φοιτητές συμφωνούσαν μαζί μου, αλλά όταν μια ερώτησή τους άλλαζε τη συζήτηση. Κάθε εβδομάδα έγραφαν μικρά κείμενα πάνω στις πηγές και στα βιβλία. Τα διάβαζα όλα. Συχνά ένα μάθημα άλλαζε πορεία επειδή ένας προπτυχιακός είχε δει κάτι που εγώ δεν είχα προσέξει. Τότε συνειδητοποίησα ότι η αυθεντία ενός πανεπιστημίου δεν βρίσκεται στο ότι ο καθηγητής έχει πάντα δίκιο, αλλά στο ότι όλοι θεωρούν αυτονόητο πως η καλύτερη ιδέα μπορεί να έρθει από οποιονδήποτε βρίσκεται μέσα στην αίθουσα.
Αυτό, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η δική μου προσωπική Αμερική, καθώς αναστοχάζομαι τη σχέση μου μαζί της με αφορμή τη συμπλήρωση 250 χρόνων από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Οταν επέστρεψα τελευταία φορά, πριν από ενάμιση χρόνο, η ατμόσφαιρα ήταν αισθητά διαφορετική. Είδα φίλους και συναδέλφους να ανησυχούν για το μέλλον των πανεπιστημίων τους, να μιλούν για μια ακαδημαϊκή ελευθερία που δεν θεωρείται πλέον δεδομένη. Συνάντησα φοιτητές που φοβούνταν ότι η διαφορετικότητα αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως απειλή και ότι η ελεύθερη διατύπωση ιδεών απαιτεί μεγαλύτερο θάρρος από ό,τι άλλοτε. Οι κυβερνήσεις έρχονται και φεύγουν. Πολύ δυσκολότερα αποκαθίσταται, όμως, μια κουλτούρα που στηρίζεται στην περιέργεια, στη διαφωνία και στην εμπιστοσύνη ότι οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα.
Οι ΗΠΑ ποτέ δεν υπήρξαν μια χώρα χωρίς αντιφάσεις. Αλλά μια χώρα που, στις καλύτερες στιγμές της πίστευε ότι αυτές δεν λύνονται με τη σιωπή, ούτε με την ομοφωνία. Λύνονται με περισσότερη συζήτηση, περισσότερη γνώση και περισσότερη ελευθερία. Ισως αυτή να ήταν, τελικά, η βαθύτερη σημασία εκείνης της ιδρυτικής υπόσχεσης για το Pursuit of Happiness: όχι η υπόσχεση της ευτυχίας, αλλά η υπεράσπιση των συνθηκών που επιτρέπουν στους ανθρώπους να την αναζητούν. Αυτή είναι η Αμερική που γνώρισα. Και είναι η Αμερική που ελπίζω να μη χαθεί.
Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

