Η εμμονή των Αμερικανών με το iPhone είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη ιστορία, όπως συμβαίνει συχνά με τις σχέσεις αγάπης και μίσους.
Από τη μία πλευρά, η συσκευή μοιάζει σχεδόν μαγική. Είναι δύσκολο πλέον για εκατομμύρια ανθρώπους να φανταστούν την καθημερινότητά τους χωρίς τις ανέσεις και τις δυνατότητες που τους προσφέρει oποτεδήποτε και οπουδήποτε. Το iPhone, όπως και τα υπόλοιπα smartphones που βασίζονται στο Android, έχει εξελιχθεί σε ένα εργαλείο που επιτρέπει σχεδόν τα πάντα στον ψηφιακό κόσμο: από τηλεφωνικές κλήσεις και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έως παιχνίδια, αγορές και παρακολούθηση βίντεο.
Από την άλλη, όμως, πολλοί υποστηρίζουν ότι τα smartphones εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες και τις παρορμήσεις των χρηστών, ενισχύοντας τον εθισμό στην ατελείωτη ροή περιεχομένου. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια καθιερώθηκε ο όρος «doomscrolling» για να περιγράψει την αδιάκοπη κατανάλωση ειδήσεων και αναρτήσεων.

Κι όμως, παρά τις ριζικές αλλαγές που έφερε, το iPhone δεν υπήρχε πριν από δύο δεκαετίες. Το 2007, όταν ο συνιδρυτής της Apple, Στιβ Τζομπς, ανέβηκε στη σκηνή του συνεδρίου MacWorld στο Σαν Φρανσίσκο για να παρουσιάσει τη συσκευή, υποσχέθηκε ότι το κοινό θα έβλεπε κάτι που θα άλλαζε τα πάντα.
Και, σε μεγάλο βαθμό, έτσι έγινε. Ο Τζομπς, όπως συνέβαινε συχνά πριν από τον θάνατό του το 2011, αποδείχθηκε εντυπωσιακά προφητικός.
Σήμερα, η πραγματική πρόκληση αφορά τη σχέση που έχουν αναπτύξει με τα smartphones όχι μόνο οι Αμερικανοί, αλλά άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε μια κοινωνία που σχεδόν επιβάλλει την κατοχή μιας τέτοιας συσκευής, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: μπορούμε να διατηρήσουμε όλα τα οφέλη της τεχνολογίας χωρίς να υιοθετήσουμε τις πιο επιβλαβείς συνήθειές της; Είναι τελικά δίκαιο να συγκρίνεται η χρήση του smartphone με επιβλαβείς συνήθειες όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ ή το πρόχειρο φαγητό;

