Επτά πρωθυπουργούς μέσα σε διάστημα δέκα ετών ή έξι μέσα σε μόλις μία επταετία, αναλόγως από ποιο σημείο αρχίζει να μετράει κανείς. Τόσους θα έχει αλλάξει η Βρετανία πριν από το τέλος του φετινού καλοκαιριού. Ο Κιρ Στάρμερ ανακοίνωσε χθες ότι παραιτείται από την ηγεσία της κυβερνώσας παράταξης των Εργατικών και την πρωθυπουργία, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για μια διαδικασία διαδοχής που αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί πριν από τα τέλη Αυγούστου ή –ενδεχομένως– πριν ακόμη και από τα τέλη Ιουλίου.
Οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνωρίζουν πια στην πλειονότητά τους ότι η έξοδος της χώρας από την Ε.Ε. οδήγησε σε αποτυχίες και απώλειες.
Ο ελέφαντας στο δωμάτιο της πρωθυπουργικής έδρας στην Ντάουνινγκ Στριτ είναι, ωστόσο, άλλος. Σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς δέκα χρόνια από το δημοψήφισμα που άνοιξε τις πύλες του Brexit. Ηταν 23 Ιουνίου του 2016 όταν οι ψηφοφόροι του Ηνωμένου Βασιλείου είπαν «ναι» (με ποσοστό 51,9% έναντι 48,1%) στην έξοδο της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Εκτοτε, συνέβησαν, βέβαια, και άλλα πολλά: η εκλογή Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, η πανδημία του κορωνοϊού, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο πόλεμος στη Γάζα, η επανεκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, ο πόλεμος στο Ιράν κ.ά.
Ειδικά για τη Βρετανία όμως (και όχι μόνο για τη Βρετανία), το Brexit συνιστά κομβική εξέλιξη ιστορικών διαστάσεων. Μέσα στο περιβάλλον που διαμόρφωσε αυτή η απόφαση, η Γηραιά Αλβιώνα άλλαξε έξι πρωθυπουργούς (Κάμερον, Μέι, Τζόνσον, Τρας, Σούνακ, Στάρμερ) και πλέον οδεύει προς τον έβδομο, ο οποίος θα είναι κατά πάσα πιθανότητα ο Αντι Μπέρναμ. Οι Βρετανοί δεν είναι ικανοποιημένοι με όσα ακολούθησαν στη χώρα τους έπειτα από εκείνο το δημοψήφισμα του 2016. Ιδίως στο μέτωπο της οικονομίας, η πορεία υπήρξε απογοητευτική. Εάν δεν είχε μεσολαβήσει το Brexit, οι εξαγωγές, η παραγωγικότητα, η απασχόληση, τα δημοσιονομικά έσοδα, οι επενδύσεις και συνολικά το ΑΕΠ της χώρας θα ήταν υψηλότερα από ό,τι ήταν τα περασμένα χρόνια. Ως προς αυτό συμφωνούν σχεδόν όλοι (ενδεικτικά, μπορεί να ανατρέξει κάποιος στις σχετικές μελέτες των Stanford Institute for Economic Policy Research, UK Office for Budget Responsibility, U.S. National Bureau of Economic Research, Centre for European Reform κ.ά.).

Ακόμη και στο μέτωπο του μεταναστευτικού, ωστόσο, το οποίο υποτίθεται ότι θα «έλυνε» η έξοδος από την Ε.Ε. επαναφέροντας τα βρετανικά σύνορα και τη βρετανική μεταναστευτική πολιτική υπό εθνικό/βρετανικό έλεγχο –όπως υποστήριζαν οι θιασώτες του Brexit (Brexiteers)–, τα πράγματα δεν πήγαν καλύτερα. Η μετανάστευση από την Ε.Ε. μειώθηκε, πλην όμως οι ροές από χώρες εκτός του ευρωπαϊκού μπλοκ αυξήθηκαν, ανεβάζοντας τα επίπεδα μετανάστευσης σε ύψη ρεκόρ το 2023 (αν και έκτοτε οι αριθμοί αυτοί έχουν μειωθεί). Παράλληλα, πολλές δεκάδες χιλιάδες άτομα (περίπου 46.000 το 2022, πάνω από 41.500 το 2025) συνέχιζαν να φτάνουν παράνομα στις βρετανικές ακτές με φουσκωτά σκάφη, διαπλέοντας τη Μάγχη. «Ο αριθμός των αφίξεων με μικρά σκάφη αυξήθηκε σημαντικά μετά το 2018. Από το 2018 έως και το 2025, εντοπίστηκαν περίπου 193.000 άτομα τα οποία έφτασαν στο Ηνωμένο Βασίλειο με μικρά σκάφη», σημειώνει σε έκθεσή του το Παρατηρητήριο Μετανάστευσης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
Οι δημοσκοπήσεις
Υπό αυτά τα δεδομένα, ακριβώς δέκα χρόνια πια μετά το δημοψήφισμα του 2016, οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου παραδέχονται στην πλειονότητά τους ότι το Brexit οδήγησε σε αποτυχίες και απώλειες. «Τα δύο τρίτα των Βρετανών (ποσοστό 66%) πιστεύουν ότι το Brexit ήταν “αρνητικό” για το Ηνωμένο Βασίλειο και ότι έκανε τα πράγματα χειρότερα σε σχέση με κάθε ζήτημα που τους ενδιαφέρει – συμπεριλαμβανομένων των ευκαιριών για τους νέους, του εμπορίου, του κόστους ζωής, της οικονομικής ανάπτυξης και της διαχείρισης της παράνομης μετανάστευσης», παρατηρεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR) σε πρόσφατη έκθεσή του, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «τα τρία τέταρτα του βρετανικού εκλογικού σώματος, συμπεριλαμβανομένων των ψηφοφόρων της παράταξης Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, πλέον επιθυμούν στενότερους δεσμούς με την Ε.Ε.». Ο ίδιος ο Φάρατζ έχει, άλλωστε, παραδεχθεί ότι το Brexit δεν εξελίχθηκε στην πράξη όπως ο ίδιος οραματιζόταν όταν έκανε εκστρατεία υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε. το 2016. Παράλληλα όμως και παρά την παραδοχή σειράς αποτυχιών, ο Φάρατζ επιμένει να μην κάνει αυτοκριτική. Αντιθέτως, κατηγορεί για όλες αυτές τις αποτυχίες τους Τόρις που κυβέρνησαν και τον Στάρμερ που τους διαδέχθηκε – και πλέον ζητάει η χώρα να πάει σε πρόωρες εκλογές.

Το παρασκήνιο της παραίτησης Στάρμερ και η επιλογή του Μπέρναμ
Οταν ανέλαβε την πρωθυπουργία της Βρετανίας το καλοκαίρι του 2024, προφανώς φανταζόταν ένα καλύτερο πολιτικό μέλλον για τον ίδιο και την παράταξή του. Και όχι άδικα. Οι Εργατικοί είχαν μόλις βγει από έναν εκλογικό θρίαμβο –μια μάχη που είχε καταλήξει σε «Βατερλώ» για τους Συντηρητικούς– εκλέγοντας περισσότερους από 410 βουλευτές σε σύνολο 650. Ωστόσο, προτού προλάβει να συμπληρώσει δύο χρόνια στην εξουσία, ο Κιρ Στάρμερ ανακοίνωσε χθες την παραίτησή του και πλέον οδεύει προς την έξοδο. Σχολιάζοντας τις εξελίξεις, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι ο Στάρμερ «απέτυχε παταγωδώς» σε δύο θέματα: σχετικά με τη μετανάστευση και με τις εξορύξεις πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα.
Ο πρωθυπουργός λύγισε υπό το βάρος του σκανδάλου του διορισμού του Πίτερ Μάντελσον (φίλου του Τζέφρι Επσταϊν) ως πρεσβευτή στις ΗΠΑ, του μεταναστευτικού και της οικονομίας.
Ο απερχόμενος πρωθυπουργός ήταν όντως πολύ πιο πράσινος σε θέματα ενεργειακής πολιτικής από όσο θα ήθελαν ο Φάρατζ και ο Τραμπ ή η Κέμι Μπάντεοχ.
Από την άλλη πλευρά, πάντως, τα νούμερα στο μέτωπο του μεταναστευτικού μειώθηκαν την τελευταία διετία, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι το πρόβλημα εξαλείφθηκε. Το σκάνδαλο του διορισμού του (φίλου του Τζέφρι Επσταϊν) Πίτερ Μάντελσον ως πρεσβευτή στις ΗΠΑ, τα μικρά φουσκωτά με τους μετανάστες που συνέχισαν να φτάνουν στις βρετανικές ακτές, η πορεία της οικονομίας και η «απουσία οράματος» παρουσιάζονται πια ως κάποιες από τις βασικές αιτίες που οδήγησαν στην πτώση του Στάρμερ. Προς μεγάλη απογοήτευση του Τραμπ, ωστόσο, ο Αντι Μπέρναμ, ο οποίος προαλείφεται για νέος ηγέτης των Εργατικών και πρωθυπουργός, τοποθετείται πολιτικά στα αριστερά του απερχόμενου Στάρμερ.

Ο εθνικολαϊκιστής Νάιτζελ Φάρατζ, από την πλευρά του, ζήτησε το Ηνωμένο Βασίλειο να οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές, σε μια προσπάθεια προφανώς να εκμεταλλευθεί το μομέντουμ υπέρ της δικής του παράταξης, Reform UK, που τα πήγε πολύ καλά στις τοπικές εκλογές του Μαΐου και έχει ανέβει σημαντικά στις δημοσκοπήσεις. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν αναμένεται. Οι επόμενες κάλπες είναι κανονικά προγραμματισμένες για το 2029 και οι Εργατικοί εξακολουθούν να διαθέτουν την απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο: περισσότερες από 400 έδρες σε σύνολο 650. Συγκριτικά, το Reform UK του Φάρατζ διαθέτει λιγότερους από δέκα βουλευτές.
Η μπάλα στους Εργατικούς
Με άλλα λόγια, η μπάλα αυτήν τη στιγμή βρίσκεται στο γήπεδο των Εργατικών, όπου και αναμένεται να παραμείνει για κάποιο διάστημα έστω, με σημείο αναφοράς πια τον 56χρονο Αντι Μπέρναμ, ο οποίος ξεχωρίζει ως το φαβορί για τη διαδοχή του Στάρμερ στην ηγεσία της κυβερνώσας παράταξης. Βουλευτής την περίοδο μεταξύ 2001 και 2017, δήμαρχος του Μάντσεστερ από το 2017 έως το 2026 και ξανά βουλευτής από τις 18 Ιουνίου κι έπειτα, ο επονομαζόμενος «βασιλιάς του Βορρά» (λόγω της επιτυχημένης πολυετούς θητείας του στη δημαρχία του Μάντσεστερ) παρουσιάζεται τώρα ως ο πολιτικός που μπορεί να αναζωογονήσει την κυβερνώσα παράταξη. Αξίζει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι ο ίδιος είχε ξανά στο παρελθόν διεκδικήσει την ηγεσία των Εργατικών, το 2010 και το 2015, πλην όμως χωρίς επιτυχία.

