Η Ελβετία ανακοίνωσε ότι οι συνομιλίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και Ιρανών διαπραγματευτών για συμφωνία τερματισμού της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή δεν θα πραγματοποιηθούν σήμερα, Παρασκευή.
Παράλληλα ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ακύρωσε το ταξίδι του στη χώρα, εντείνοντας την αβεβαιότητα σχετικά με το αν μπορεί να επιτευχθεί μόνιμη εκεχειρία.
«Η υλικοτεχνική πλευρά αυτών των διαπραγματεύσεων δεν ήταν ποτέ απλή ή προβλέψιμη», ανέφερε εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου σε ανακοίνωση σήμερα, Πέμπτη, το βράδυ, προσθέτοντας ότι ο Βανς και η αμερικανική αντιπροσωπεία είναι έτοιμοι να αναχωρήσουν μόλις διευθετηθούν οι λεπτομέρειες.
Οι συνομιλίες, που είχε προγραμματιστεί να διεξαχθούν στο ορεινό θέρετρο Μπούργκενστοκ, τελικά δεν θα πραγματοποιηθούν, επιβεβαίωσε το ελβετικό υπουργείο Εξωτερικών, χωρίς να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις.
Δεν υπήρξε άμεση αντίδραση από το Ιράν, το οποίο είχε προηγουμένως δηλώσει έτοιμο να ξεκινήσει τεχνικές συνομιλίες μετά τη συμφωνία των 14 σημείων που υπεγράφη την Τετάρτη, επεκτείνοντας την εύθραυστη κατάπαυση του πυρός για τουλάχιστον 60 ημέρες.
Οι Ιρανοί διαπραγματευτές, σύμφωνα με το πρακτορείο Tasnim, περίμεναν πρώτα να δουν ενδείξεις εφαρμογής της ενδιάμεσης συμφωνίας από τις ΗΠΑ, ενώ δεν είχε επιβεβαιωθεί η συμμετοχή της ιρανικής αντιπροσωπείας στην Ελβετία.
Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν επίσης αναφέρει ότι θα πραγματοποιούνταν επίσημη τελετή υπογραφής της συμφωνίας στην Ελβετία, όμως το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε εκφράσει επιφυλάξεις, θεωρώντας τη διαδικασία περιττή.
Ο πόλεμος και οι περιφερειακές εντάσεις
Ο πόλεμος, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με αεροπορικές επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, έχει προκαλέσει 7.000 θανάτους, έχει εκτοξεύσει τις τιμές ενέργειας και έχει προκαλέσει επίσης αναταράξεις τις παγκόσμιες αγορές.
Το Ισραήλ, το οποίο δεν συμμετείχε στις συνομιλίες, έχει αποστασιοποιηθεί από τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν και συνεχίζει τις επιχειρήσεις εναντίον της φιλοϊρανικής οργάνωσης Χεζμπολάχ στον Λίβανο, εγείροντας ερωτήματα για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας.
Στην Ουάσιγκτον, Ρεπουμπλικανοί σύμμαχοι του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ εκτιμούν ότι έγιναν υπερβολικές παραχωρήσεις για τον τερματισμό του πολέμου, ο οποίος παραμένει εξαιρετικά αντιδημοφιλής ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι στόχος του ήταν ο τερματισμός της σύγκρουσης μόνο με την «ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ» του Ιράν. Ωστόσο, το μνημόνιο που υπεγράφη προβλέπει ελάφρυνση κυρώσεων, αποδέσμευση δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και «πράσινο φως» για εξαγωγές πετρελαίου.
Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, δήλωσε ότι ο Τραμπ υπέγραψε τη συμφωνία «από απελπισία» και προειδοποίησε ότι οι επόμενες διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα δεν θα είναι εύκολες.
«Αν η αμερικανική πλευρά έχει υπερβολικές απαιτήσεις, δεν θα τις αποδεχθούμε», ανέφερε.
Η συμφωνία προβλέπει προθεσμία 60 ημερών για την επίτευξη τελικής ρύθμισης για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, καθώς και τη δημιουργία ταμείου ανασυγκρότησης ύψους 300 δισ. δολαρίων, ενώ η Ουάσιγκτον επιδιώκει και περιορισμούς στο πρόγραμμα πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς του Ιράν.
Λιβανέζικο μέτωπο και περιφερειακή αστάθεια
Στον Λίβανο, όπου πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί, νέες ισραηλινές επιθέσεις σήμερα, Παρασκευή, προκάλεσαν τον θάνατο 15 ατόμων, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο NNA, με το Ισραήλ να υποστηρίζει ότι στόχος ήταν θέσεις της Χεζμπολάχ.
Οι εξελίξεις αυτές εγείρουν νέα ερωτήματα για το κατά πόσο ο Τραμπ θα μπορέσει να πιέσει τον βασικό του σύμμαχο να τερματίσει τις επιχειρήσεις.
Η συμφωνία προβλέπει «μόνιμο τερματισμό» του πολέμου στον Λίβανο, ωστόσο το Ισραήλ δηλώνει ότι δεν προτίθεται να αποσυρθεί. Προωθεί μάλιστα νέα χαρτογράφηση ζωνών ελέγχου.
Ο Τραμπ έχει αρχίσει να ασκεί δημόσια κριτική στις ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο, δημιουργώντας μία από τις σοβαρότερες ρωγμές στις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ εδώ και δεκαετίες.
Με πληροφορίες από Reuters

