Στο τέλος της συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε στο γαλλικό θέρετρο Εβιάν-λε-Μπεν, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής της G7, ο Ντόναλντ Τραμπ συνόψισε ως εξής τη στάση του απέναντι στη συμφωνία που υπεγράφη με το Ιράν, αστειευόμενος:
«Αν πετύχει, θα διεκδικήσω τα εύσημα. Αν αποτύχει, θα πω ότι φταίει ο Τζέι Ντι».
Ετσι, ο αντιπρόεδρός του, και πιθανός διεκδικητής της διαδοχής του στο μέλλον, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ιδιαίτερα δύσκολη αποστολή. Ο Τζέι Ντι Βανς καλείται αφενός να υπερασπιστεί δημόσια ένα κείμενο που δέχεται πυρά από πολλές πλευρές και αφετέρου να αναλάβει την καθοδήγηση των διαπραγματεύσεων που ακολουθούν.
Καθώς υπερασπιζόταν τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν κατά την ενημέρωση των δημοσιογράφων στον Λευκό Οίκο χθες, Πέμπτη, ο Βανς απέρριψε ερώτηση σχετικά με το αν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ τον έχει μετατρέψει σε «αποδιοπομπαίο τράγο». Η συμφωνία αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις από μεγάλο μέρος των Ρεπουμπλικανών στην Ουάσιγκτον.
«Νομίζω ότι ο πρόεδρος αστειευόταν», δήλωσε ο Βανς, αναφερόμενος στο σχόλιο του Τραμπ την προηγούμενη ημέρα ότι ίσως τον κατηγορήσει αν η συμφωνία καταρρεύσει.
Η δύσκολη δεύτερη φάση αναβλήθηκε
Η δεύτερη φάση των συνομιλιών, η αποκαλούμενη «τεχνική», αναμένεται να ξεκινήσει στην Ελβετία. Στο επίκεντρό της βρίσκεται το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η διαδικασία προμηνύεται δύσκολη και γεμάτη εμπόδια.
Το βράδυ χθες, Πέμπτη, ο αντιπρόεδρος δεν αναχώρησε τελικά άμεσα για την Ευρώπη. Ο Λευκός Οίκος έκανε λόγο για «ζητήματα οργάνωσης». Από την ιρανική πλευρά ως αιτία αναφέρθηκαν οι συγκρούσεις μεταξύ της Χεζμπολάχ και του ισραηλινού στρατού στον Λίβανο.
Νωρίτερα την ίδια ημέρα, ο Βανς είχε κάνει λόγο για «ριζική πρόοδο» στον Λίβανο, μιλώντας στους δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο. Παράλληλα, υπερασπίστηκε το μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη με την Τεχεράνη.
Ο Βανς πέρασε ολόκληρη την εβδομάδα υπερασπιζόμενος το μνημόνιο. Ωστόσο, συχνά επισκιαζόταν ή διαψευδόταν από τον ίδιο τον Τραμπ, όπως επισημαίνεται σε ανάλυση στο BBC.
Παρά τις δυσκολίες, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ υπερασπίστηκε δυναμικά τη συμφωνία. Παράλληλα, άσκησε ιδιαίτερα σκληρή κριτική στην αντίδραση του Ισραήλ, υιοθετώντας πιο αιχμηρή στάση ακόμη και από εκείνη του Τραμπ τις τελευταίες ημέρες, προστίθεται στην ανάλυση.
«Πετώντας» τον Τζέι Ντι από το λεωφορείο
Στο μεταξύ, μόλις πριν από λίγες ημέρες δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του, δίνοντας τροφή για νέα δημοσιεύματα σχετικά με πιθανή υποψηφιότητά του στις προεδρικές εκλογές του 2028.
Ωστόσο, θα είναι δύσκολο να πείσει ένα διχασμένο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να στηρίξει την ενδιάμεση συμφωνία. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι απομονωτιστές υποστηρικτές του κινήματος MAGA, που αντιτάχθηκαν εξαρχής στον πόλεμο, και από την άλλη τα παραδοσιακά «γεράκια» απέναντι στο Ιράν, οι οποίοι θεωρούν ότι ο Λευκός Οίκος υπέκυψε τελικά στις απαιτήσεις της Τεχεράνης.
Αλλα κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν τις ίδιες πιέσεις. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, πιθανός αντίπαλος του Βανς για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών το 2028, έχει κρατήσει χαμηλό προφίλ στο ζήτημα. Ο υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ υπερασπίστηκε δημόσια τη στρατιωτική επιχείρηση, αλλά δεν συμμετείχε ενεργά στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις και δεν ταυτίζεται με τη συμφωνία στον ίδιο βαθμό.
Κάποιοι Ρεπουμπλικανοί εκτιμούν ότι η ανάθεση του φακέλου του Ιράν στον Βανς έχει εξελιχθεί σε άχαρη αποστολή από έναν πρόεδρο που φημίζεται για τη διάθεσή του να επιρρίπτει ευθύνες στους συνεργάτες του όταν μια πολιτική επιλογή αποδεικνύεται αντιδημοφιλής.
«Δεν είναι στη φύση του προέδρου να παραχωρεί τα φώτα της δημοσιότητας, κι όμως το έκανε σε αυτή την περίπτωση. Αυτό μοιάζει με συνειδητή επιλογή», δήλωσε ο Ρεπουμπλικανός στρατηγικός αναλυτής Ματ Μακόβιακ.
Εμπειρος κομματικός παράγοντας, επικριτής του Τραμπ, υποστήριξε ότι ο πρόεδρος «φορτώνει» τη συμφωνία στον αντιπρόεδρό του.
«Είναι κλασικός Τραμπ. Πετάει τον Τζέι Ντι έξω από το λεωφορείο», ανέφερε χαρακτηριστικά, ζητώντας να μην κατονομαστεί.
Πάντως, δεν είναι δεδομένο ότι η στενή σύνδεση του Βανς με τη συμφωνία θα αποδειχθεί πολιτικά επιζήμια. Αν οι δύο πλευρές καταλήξουν σε τελική ειρηνευτική συμφωνία που θα περιορίζει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ο αντιπρόεδρος θα μπορεί να διεκδικήσει σημαντικό μερίδιο της επιτυχίας σε έναν διαχρονικό στόχο των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στη Μέση Ανατολή.
Στο μεταξύ, τίποτε δεν εγγυάται ότι μέσα στις επόμενες 60 ημέρες θα επιτευχθεί οριστική συμφωνία στα σύνθετα τεχνικά ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά, ούτε ότι μια μακροπρόθεσμη λύση θα ικανοποιήσει τους επικριτές της στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
«Η σύνδεση του Βανς με τον πόλεμο στο Ιράν προσφέρει ακόμη ένα επιχείρημα στους επικριτές του ώστε να τον θεωρήσουν συνυπεύθυνο για τον τραμπισμό», σχολίασε ο βετεράνος Ρεπουμπλικανός σύμβουλος Τέρι Χολτ.
Ασάφεια, άτυπες συμφωνίες και «ψευδείς ειδήσεις»
Η εβδομάδα των αντιφατικών μηνυμάτων για τη συμφωνία ανέδειξε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Βανς. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την Κυριακή ότι το Ιράν είχε αποδεχθεί το μνημόνιο συνεννόησης, χωρίς όμως να δημοσιοποιήσει τις λεπτομέρειές του.
Η έλλειψη σαφήνειας προκάλεσε σύγχυση σχετικά με το πραγματικό περιεχόμενο του κειμένου. Ο Βανς επιχείρησε να καθαρίσει το θολό τοπίο μέσω σειράς συνεντεύξεων. Μιλώντας στο CBS τη Δευτέρα ανέφερε ότι το Ιράν «θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση» σε ταμείο ανασυγκρότησης ύψους 300 δισ. δολαρίων, εφόσον τηρήσει τους όρους της συμφωνίας.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Τραμπ χαρακτήρισε μέσω ανάρτησής του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «ψευδείς ειδήσεις» τις αναφορές ότι οι ΗΠΑ θα χρηματοδοτούσαν το ταμείο και δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι «δεν πρόκειται να βάλουμε ούτε δέκα σεντ».
Οταν τελικά δημοσιοποιήθηκε το κείμενο της συμφωνίας, περιλάμβανε διάταξη σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ δεσμεύονταν να συνεργαστούν με περιφερειακούς εταίρους για την εκπόνηση σχεδίου ανασυγκρότησης του Ιράν ύψους τουλάχιστον 300 δισ. δολαρίων.
Στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος, ο Βανς επανέλαβε τον ισχυρισμό του Τραμπ ότι η ενδιάμεση συμφωνία αποτελεί σημαντικό πρώτο βήμα για την αποτροπή της ανάπτυξης πυρηνικών όπλων από το Ιράν. Ωστόσο, το κείμενο δεν ρυθμίζει λεπτομερώς το θέμα, παραπέμποντάς το στον επόμενο γύρο διαπραγματεύσεων.
Παράλληλα, κάλεσε τους επικριτές της συμφωνίας να δείξουν «λίγη πίστη» στον Ντόναλντ Τραμπ, απορρίπτοντας την ανάλυση πολλών ειδικών σύμφωνα με την οποία οι αμερικανικές παραχωρήσεις προς το Ιράν είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες.
Οπως υποστήριξε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, στο πλαίσιο μιας οριστικής συμφωνίας, «αυτό που θέλουμε να δούμε είναι ένα Ιράν που θα σταματήσει να χρηματοδοτεί την περιφερειακή αποσταθεροποίηση, να χρηματοδοτεί την τρομοκρατία στην περιοχή και, φυσικά, να επιχειρεί να ανασυγκροτήσει το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων του».
Ωστόσο, υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα: οι περιφερειακοί σύμμαχοι και ένοπλοι πληρεξούσιοι του Ιράν, όπως η Χεζμπολάχ, δεν αναφέρονται πουθενά στο πρωτόκολλο συμφωνίας, όπως επισημαίνει η γαλλική Le Monde.
Ο Βανς υποστήριξε ότι, πέρα από το επίσημο κείμενο, υπάρχουν και άτυπες συμφωνίες –γραπτές ή προφορικές– μεταξύ των δύο πλευρών.
Το πολιτικό ρίσκο και η στάση των Δημοκρατικών
Στη συνέντευξη Τύπου της Τετάρτης, στη σύνοδο της G7 στο γαλλικό θέρετρο Εβιάν-λε-Μπεν, ο Τραμπ επανέλαβε το αστείο ότι θα κατηγορήσει τον Βανς αν αποτύχει η συμφωνία με το Ιράν. Παράλληλα, υποβάθμισε τη σημασία του μνημονίου συνεννόησης, διερωτώμενος αν πρόκειται για έγγραφο αρκετά σημαντικό ώστε να το υπογράψει προσωπικά.
Λίγο αργότερα, ωστόσο, υπέγραψε δημόσια αντίγραφο της συμφωνίας κατά τη διάρκεια επίσημου δείπνου με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν στις Βερσαλλίες, δημιουργώντας ερωτήματα για το κατά πόσον ήταν αναγκαία μια ξεχωριστή τελετή υπογραφής στη Γενεύη υπό τον Βανς.
Η απάντηση δόθηκε αργότερα, όταν ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι το ταξίδι του αντιπροέδρου δεν θα πραγματοποιηθεί προς το παρόν, καθώς οι λεπτομέρειες των συνομιλιών με το Ιράν δεν είχαν ακόμη οριστικοποιηθεί.
Με τον Τραμπ να βρίσκεται ακόμη στο εξωτερικό, ο Βανς συνέχισε να υπερασπίζεται τη συμφωνία, ενώ πρώην συνάδελφοί του στη Γερουσία την επέκριναν ως υπερβολικά ευνοϊκή για την Τεχεράνη.
«Οι πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν δεν περιορίστηκαν και η Τεχεράνη έμαθε ότι οι απειλές για τα Στενά του Ορμούζ αποδίδουν, κάτι που αναμφίβολα θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί και στο μέλλον», έγραψε στην πλατφόρμα X ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Λουιζιάνα Μπιλ Κάσιντι.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής ενόπλων δυνάμεων της Γερουσίας, Ρότζερ Γουίκερ, δήλωσε χθες, Πέμπτη, ότι η συμφωνία βρίσκεται «σε πλήρη αναντιστοιχία με τους στόχους του προέδρου».
Στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, η πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, Σούζαν Ράις, χαρακτήρισε τη συμφωνία «συνθηκολόγηση που προκαλεί σοκ», αποδίδοντάς την σε «αδύναμες διαπραγματεύσεις» και σε μια στρατηγική επιλογή που θεωρεί καταστροφική.
Ωστόσο, αναλυτές που πρόσκεινται στους Δημοκρατικούς προειδοποιούν ότι η υπερβολική εστίαση στις αδυναμίες του πρωτοκόλλου μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά λανθασμένη επιλογή.
Κατά την άποψή τους, το βασικό ζήτημα δεν είναι οι επιμέρους όροι της συμφωνίας, αλλά το γεγονός ότι ο πόλεμος θεωρήθηκε εξαρχής αχρείαστος και λάθος. Αν οι Δημοκρατικοί εμφανιστούν να αντιτίθενται και στη συμφωνία τερματισμού της σύγκρουσης, κινδυνεύουν να κατηγορηθούν ότι επιθυμούν τη συνέχιση του πολέμου.
Από την πλευρά του, ο Βανς επικαλέστηκε τη μείωση των τιμών των καυσίμων, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία ήδη αποφέρει οφέλη στους Αμερικανούς πολίτες.
Εξέφρασε επίσης την πεποίθηση ότι τα οφέλη αυτά θα συνεχιστούν, εφόσον το Ιράν τηρήσει τις δεσμεύσεις του και αποδεχθεί οριστική ειρηνευτική συμφωνία μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τα βασικά ζητήματα.
«Αν αλλάξουν συμπεριφορά, θα συμβούν μεγάλα πράγματα. Αν όχι, δεν χάνουμε τίποτα. Οπως και να έχει, εμείς κερδίζουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Οπως κατέστησε σαφές και ο ίδιος ο Τραμπ, με τον Βανς να ηγείται αυτής της διαπραγματευτικής προσπάθειας, η έκβασή της –είτε επιτυχής είτε αποτυχημένη– θα έχει σημαντικές πολιτικές συνέπειες για το μέλλον του.
Πηγή: Reuters, BBC, NYT, Le Monde

