Κάθε απόγευμα το κέντρο των Τιράνων και οι γύρω δρόμοι γεμίζουν ασφυκτικά από διαδηλωτές που φωνάζουν συνθήματα κυρίως κατά του πρωθυπουργού Εντι Ράμα, αλλά και κατά του ηγέτη της αντιπολίτευσης Σαλί Μπερίσα. Αυτό που ξεκίνησε ως μια περιβαλλοντική διαμαρτυρία εξελίσσεται σε ευρύτατη έκφραση δημόσιας δυσαρέσκειας για τη διαφθορά και το μοντέλο διακυβέρνησης της χώρας. Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι υπολογίζεται ότι διαδήλωσαν τις τελευταίες ημέρες στην Αλβανία και οι εκδηλώσεις εξακολουθούν να μαζικοποιούνται ημέρα με την ημέρα. Οι απρόσμενες αντιδράσεις των κατοίκων της Σβέρνιτσας κατά της σχεδιαζόμενης επένδυσης του γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, και επιχειρηματιών από το Κατάρ στις πανέμορφες ακτές του Αυλώνα μεταδόθηκαν αστραπιαία, σαν «σπίθα», στα Τίρανα και από εκεί εξαπλώθηκαν σε όλη την Αλβανία, προκαλώντας αμηχανία στον Αλβανό πρωθυπουργό.
Μέχρι τότε ο Ράμα διαφήμιζε το πρότζεκτ με τα πολυτελή θέρετρα ως το «πετράδι του στέμματος» στην τουριστική βιομηχανία, στην οποία έχει επενδύσει την ανάπτυξη της χώρας και την πολιτική κυριαρχία του. Ηταν σίγουρος ότι τίποτα και κανένας δεν θα μπορούσε να ορθώσει εμπόδια σε ένα τέτοιο έργο, το οποίο, εκτός από τα οικονομικά οφέλη, θα του εξασφάλιζε και την εύνοια του Τραμπ, την οποία τόσο επιδιώκει. Αρκούσε όμως μια τηλεοπτική εικόνα, στην οποία σεκιουριτάδες των επενδυτών ξυλοκοπούσαν άγρια έναν πολίτη που διαμαρτυρόταν μαζί με άλλους κατοίκους του χωριού και μέλη περιβαλλοντικών οργανώσεων, για να ξεσπάσει κύμα οργής, το οποίο έχει πλέον αποκτήσει δυναμική – και όχι μόνο για την «προστασία των φλαμίνγκο».
Θεωρίες συνωμοσίας
Τις πρώτες ώρες ο Ράμα σνόμπαρε, με το γνωστό του στυλ, τις αντιδράσεις των κατοίκων της Σβέρνιτσας. Οταν όμως κατάλαβε ότι έρχεται θύελλα, κατέφυγε σε προσφιλείς του θεωρίες συνωμοσίας: ότι οι Ελληνες υποκινούν τις διαδηλώσεις γιατί ζηλεύουν την τουριστική ανάπτυξη της Αλβανίας, ότι οι Σέρβοι και οι Ρώσοι θέλουν να τον ρίξουν επειδή είναι δυτικόφιλος και ότι οι μουλάδες της Τεχεράνης τον πολεμούν γιατί φιλοξενεί Ιρανούς μουτζαχεντίν στα Τίρανα.
Στη συνέχεια μετέβη ο ίδιος με ελικόπτερο απευθείας από το Μαυροβούνιο, όπου συμμετείχε σε διάσκεψη για τα Δυτικά Βαλκάνια, στη Σβέρνιτσα, για να καθησυχάσει τους κατοίκους – οι οποίοι, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των τοπικών ΜΜΕ, εκπροσωπήθηκαν στη σύσκεψη που έγινε στο χωριό από ένα άτομο που δεν πρόλαβε καν να μιλήσει. Ούτε οι διαβεβαιώσεις του ότι η επένδυση θα προχωρήσει και ότι το περιβάλλον θα προστατευθεί στάθηκαν ικανές να κατευνάσουν τα πνεύματα.
Απεναντίας, συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας οργανώθηκαν, εκτός από τα Τίρανα και σε άλλες πόλεις, όπως η Κορυτσά, η Σκόδρα και το Φίερι, αλλά και στην Ευρώπη από Αλβανούς μετανάστες, με αιτήματα πλέον πολιτικής φύσεως: να μπουν στη φυλακή ο Ράμα και ο Μπερίσα, να σταματήσει «το ξεπούλημα της γης της Αλβανίας» κ.ά.

Συσσωρευμένη κόπωση
Καθώς οι κινητοποιήσεις –οι μεγαλύτερες στην Αλβανία μαζί με εκείνες του 1997, επί Μπερίσα– επεκτείνονται σε πανεθνική κλίμακα με αμείωτη ένταση, δίχως να εμφανίζουν σημάδια κόπωσης, το ερώτημα που πλανάται στη δημόσια σφαίρα στα Τίρανα, αλλά και στις ξένες πρεσβείες, είναι εάν η απροσδόκητη αυτή έκρηξη λαϊκής αγανάκτησης σηματοδοτεί το «τέλος εποχής» σε μια κοινωνία όπως η αλβανική, κουρασμένη –αλλά και απρόβλεπτη– από τις αυταρχικές και διεφθαρμένες διακυβερνήσεις, οι οποίες εξωθούν τους νέους στη μετανάστευση. Μόνο πέρυσι, σύμφωνα με τα αλβανικά ΜΜΕ, εγκατέλειψαν τη χώρα 25.000 νέοι –από τους λίγους που έχουν απομείνει–, έχοντας πάψει να ελπίζουν σε ένα φωτεινό μέλλον στον τόπο τους.
Ποιοι απαρτίζουν, όμως, τις πολύχρωμες, δυναμικές καθημερινές συγκεντρώσεις που φουσκώνουν ολοένα και περισσότερο στις πλατείες; Το βέβαιο είναι ότι καμία σχέση δεν έχουν με τις οργανωμένες οπαδικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις του Σαλί Μπερίσα –που τώρα βρίσκεται κι αυτός στο στόχαστρο των «εξεγερμένων» κατά του Ράμα– ούτε είναι κομματικά καθοδηγούμενες.
Κατά τον αναλυτή Ελέζ Μπιμπεράι, «αυτό που κάνει την κοινωνική εξέγερση αξιοσημείωτη είναι η σύνθεσή της. Δεν ενορχηστρώνεται από κάποιο πολιτικό κόμμα. Δεν καθοδηγείται από μία μόνο ιδεολογία. Είναι ένας συνασπισμός φοιτητών, περιβαλλοντικών ακτιβιστών, ιδιοκτητών ακινήτων, εργαζομένων, συνταξιούχων και νέων επαγγελματιών. Πολλοί είχαν αποσυρθεί από την πολιτική δράση εδώ και καιρό, πεπεισμένοι ότι η συμμετοχή δεν είχε νόημα. Τώρα βρίσκονται στους δρόμους, ενωμένοι από την κοινή πεποίθηση ότι η Αλβανία δεν μπορεί να συνεχίσει την τρέχουσα πορεία της. Τα αιτήματά τους είναι σαφή και συνεκτικά: παραίτηση Ράμα· μια κυβέρνηση τεχνοκρατών για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης· κατάργηση των νόμων που θεσπίστηκαν για την εξυπηρέτηση των επενδυτών χωρίς δημόσια διαβούλευση· λογοδοσία για τη διαφθορά, συμπεριλαμβανομένων υποθέσεων υψηλού επιπέδου· και ένα μοντέλο διακυβέρνησης που βασίζεται στη διαφάνεια και στο κράτος δικαίου».
Τσουνάμι διαδηλώσεων – Συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας οργανώθηκαν, εκτός από τα Τίρανα και σε άλλες πόλεις, όπως η Κορυτσά, η Σκόδρα και το Φίερι, αλλά και στην Ευρώπη από Αλβανούς μετανάστες, με αιτήματα πλέον πολιτικής φύσεως: να μπουν στη φυλακή ο Ράμα και ο Μπερίσα, να σταματήσει «το ξεπούλημα της γης της Αλβανίας» κ.ά.
Μαθητές και φοιτητές
Ευρωπαίος διπλωμάτης –από τους αρκετούς που περιδιαβαίνουν τέτοιες μέρες τις συγκεντρώσεις για να «πάρουν κλίμα» και να ενημερώσουν τις κυβερνήσεις τους– ρωτήθηκε από την «Κ» για το τι είδε στην πλατεία: «Είναι πάρα πολλοί νέοι, μικρές ηλικίες, φοιτητές, μαθητές, τους οποίους ενώνει το αίτημα να φύγει ο Ράμα και να καταργηθεί ο συγκεκριμένος νόμος για τις επενδύσεις, ενώ απορρίπτουν το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα. Επί του παρόντος δεν έχουν πολιτική πλατφόρμα ούτε κάποιον ηγέτη που να ξεχωρίζει. Ολο αυτό το πράγμα μοιάζει με “ανθρώπινο χυλό”, που δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί και τι μορφή θα πάρει. Πάντως δείχνει να έχει αποκτήσει δυναμική», είπε.
Οπως σε όλες τις μαζικές αυθόρμητες εκδηλώσεις του είδους, έτσι κι εδώ επικρατεί προσώρας «Βαβέλ». Γίνονται προσπάθειες να συγκροτηθεί κάποια ιεραρχία, που θα αποφασίζει για τα συνθήματα, τους ομιλητές, την εκπροσώπηση στα ΜΜΕ και τον αποκλεισμό από το βήμα κομματικών εκπροσώπων και βουλευτών, ώστε να περιοριστεί πιθανή χειραγώγηση και να αποφευχθούν χαοτικές καταστάσεις.
Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα ακούγονται ήδη φωνές ακόμη και για τη συγκρότηση πολιτικού φορέα από τους διαδηλωτές. Ο Ράμα παρακολουθεί τις εξελίξεις με την προσδοκία ότι οι συγκεντρώσεις θα εκτονωθούν και ότι κάποια στιγμή οι διαδηλωτές θα κουραστούν –έρχονται και οι καλοκαιρινές διακοπές– και θα εγκαταλείψουν τις πλατείες.
Το παράδειγμα του φίλου του, Σέρβου ηγέτη Αλεξάνταρ Βούτσιτς, τον οποίο ένα εκατομμύριο διαδηλωτές επί δύο χρόνια στις πλατείες του Βελιγραδίου και άλλων πόλεων δεν μπόρεσαν να γκρεμίσουν από την εξουσία, τον κάνει αισιόδοξο, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία πειστικής εναλλακτικής πολιτικής λύσης στην Αλβανία. Παρά ταύτα εμφανίζεται προβληματισμένος, γεγονός που τον κάνει επιθετικό όταν οι συζητήσεις ακουμπούν την «επανάσταση των φλαμίνγκο».
«Τραμπική» έκρηξη
Οπως επί παραδείγματι συνέβη στις αρχές της εβδομάδας, σε συνάντηση στο γραφείο του με ομάδα Ευρωπαίων δημοσιογράφων που επισκέπτονταν τα Τίρανα στο πλαίσιο προγράμματος της Ε.Ε. Οταν ρωτήθηκε για το επίκαιρο θέμα από Ρουμάνα δημοσιογράφο, της συμπεριφέρθηκε με προσβλητικό τρόπο, «α λα Τραμπ», προκαλώντας την αποστροφή των μελών της αποστολής.
Αν και, κατά τους αναλυτές, είναι νωρίς να προβλεφθεί η έκβαση αυτής της αναταραχής, το βέβαιο είναι ότι τόσο η ειδυλλιακή εικόνα της Αλβανίας ως τουριστικού προορισμού όσο και η εικόνα του ίδιου ως σύγχρονου δημοκρατικού ηγέτη –για τις οποίες δηλώνει υπερήφανος– δέχθηκαν ισχυρότατο πλήγμα.
Αποκαλύπτεται, με αφορμή τα γεγονότα στη Σβέρνιτσα, ένα τουριστικό μοντέλο στηριζόμενο στην ανελέητη, στα όρια της καταστροφής, εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου των πανέμορφων παράκτιων περιοχών της χώρας, με την ανέγερση φαραωνικού τύπου ξενοδοχειακών συγκροτημάτων και καταλυμάτων με τη μορφή ολόκληρων πόλεων.
Ισως το σημαντικότερο: οι άνθρωποι που βγήκαν στους δρόμους εμφανίζονται πεπεισμένοι ότι η πολυδιαφημισμένη τουριστική βιομηχανία «κολυμπάει» στη διαφθορά –όπως και γενικότερα η διακυβέρνηση Ράμα– με «γκρίζες» συμφωνίες και επενδυτικά συμφέροντα αμφιβόλου προελεύσεως και σκοπιμοτήτων, με αρπαγή της γης των ανθρώπων που είχαν την «ατυχία» να ζουν στα παράλια –ανάμεσά τους και η ελληνική ομογένεια– και με «ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας», όπως στην περίπτωση της επένδυσης του Τζάρεντ Κούσνερ στο νησάκι Σάσων.
Μήνυμα από Ε.Ε.
Σε κάθε περίπτωση ο Ράμα έχει περιέλθει, για πρώτη φορά στην πολυετή διακυβέρνησή του, σε δύσκολη θέση. Πλην των διαδηλωτών, που αξιώνουν καθημερινά στους δρόμους την παραίτησή του, και στελέχη του κόμματός του αμφισβητούν ανοιχτά τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης, επιμένοντας ότι οι διαμαρτυρίες έχουν «βαθύτερα αίτια». Οι αντιδράσεις, μάλιστα, βγήκαν πλέον και από τα σύνορα της Αλβανίας: η Ε.Ε. τού διεμήνυσε σε αυστηρούς τόνους ότι παραβιάζει τους ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικούς κανόνες και ότι αυτό μπορεί να έχει επιπτώσεις στην ενταξιακή πορεία της χώρας, ενώ, λόγω της έκρυθμης κατάστασης, αναβλήθηκε η προγραμματισμένη για την Παρασκευή στα Τίρανα σύνοδος των ΥΠΕΞ της Νοτιοανατολικής Ευρώπης για την Ουκρανία.
Σε ένα τέτοιο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα, ο Τζάρεντ Κούσνερ και η Ιβάνκα Τραμπ εξακολουθούν να σιωπούν, μολονότι η επένδυσή τους ήταν αυτή που λειτούργησε ως πυροκροτητής της λαϊκής αντίδρασης. Τον περασμένο Δεκέμβριο, εξαιτίας των αντιδράσεων για μια άλλη επένδυσή τους, στο Βελιγράδι, που αφορούσε την ανέγερση πολυτελούς ξενοδοχείου στη θέση του κτιρίου του Γενικού Επιτελείου Στρατού το οποίο είχε βομβαρδίσει το ΝΑΤΟ το 1999, ο Κούσνερ δήλωσε ότι αποσύρει το ενδιαφέρον του, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να προχωρήσει σε ένα έργο που διχάζει την κοινωνία. Τώρα το πρότζεκτ στην Αλβανία απειλεί να οδηγήσει σε λαϊκή έκρηξη και να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση Ράμα. Θα κάνει ό,τι έκανε και στο Βελιγράδι; Ακόμη κι έτσι, λένε αναλυτές στα Τίρανα, η αμφισβήτηση του Ράμα δύσκολα θα κοπάσει.

