Λένε πως τα μικρότερα αδέλφια είναι συνήθως πιο «τυχερά». Οι γονείς έχουν περισσότερη πείρα λόγω των πρωτότοκων, ενώ τα μεγαλύτερα αδέλφια μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπα, μέντορες και «παραγωγικοί» αντίπαλοι των πιο μικρών. Ωστόσο, δεδομένα που επικαλείται η Washington Post δείχνουν πως όσοι φτάνουν «πρώτοι» στην οικογένεια διατηρούν το προβάδισμα και στην υπόλοιπη ζωή τους.
Μια μελέτη του 2005 διαπίστωσε ότι τα μικρότερα αδέλφια έχουν χειρότερες επιδόσεις σε σχέση με τα έσοδα, τις σπουδές, την ψυχική υγεία και όσον αφορά τις γυναίκες την εφηβική εγκυμοσύνη, σε σύγκριση με τους πρωτότοκους της οικογένειας.
Η σειρά γέννησης μπορεί να επηρεάσει τη σωματική και την ψυχική υγεία αλλά και τις επιδόσεις στη μελλοντική ζωή, σύμφωνα με έρευνα.
Σε άλλη έρευνά του το 2008, ο Τζο Πράις, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μπρίγκαμ Γιανγκ της Γιούτα, ανέδειξε ένα μηχανισμό που μπορεί να θέτει σε μειονεκτική θέση τα μικρότερα αδέλφια και που έχει να κάνει με τον λιγότερο ποιοτικό χρόνο που αυτά περνούν με τους γονείς.
Αναλύοντας στοιχεία του Γραφείου Στατιστικών Εργασίας των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Πράις διαπίστωσε ότι οι γονείς αφιέρωναν 20 έως 30 λεπτά περισσότερο στα μεγαλύτερα παιδιά τους κάθε μέρα σε σύγκριση με ένα δευτερότοκο παιδί της ίδιας ηλικίας.
Δεύτερος «ένοχος»
Μια άλλη μελέτη, που αναμένεται να δημοσιευθεί στην επιθεώρηση American Economic Review και την οποία επικαλείται η Washington Post, υποδεικνύει κι έναν άλλο, δεύτερο πιθανό «ένοχο»: εν προκειμένω τα μικρόβια. Παρακολουθώντας μέσω κυβερνητικών αρχείων 1,2 εκατ. παιδιά από τη Δανία, γεννημένα από το 1980, μέχρι την ενηλικίωσή τους, η εν λόγω μελέτη διαπίστωσε ότι τα μικρόβια έχουν αντίκτυπο στο μέλλον ενός παιδιού.
Η έκθεση σε ιούς του αναπνευστικού πριν από τα πρώτα γενέθλια ενός μωρού –όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ακόμη υπό ανάπτυξη και πριν από τους περισσότερους παιδικούς εμβολιασμούς– μπορεί να «υπονομεύσει» σε ένα βαθμό το μέλλον του.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το «χάσμα επιδόσεων» ανάμεσα στα μεγαλύτερα και στα μικρότερα αδέλφια μπορεί εν μέρει να αποδοθεί σε παθογόνους μικροοργανισμούς που τα μεγαλύτερα αδέλφια φέρνουν άθελά τους στο σπίτι, υπογραμμίζει η Post.
Σύμφωνα με τα δεδομένα από τη Δανία, τα μικρότερα αδέλφια είχαν δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να νοσηλευτούν για οξείες αναπνευστικές παθήσεις μέσα στον πρώτο χρόνο της ζωής τους σε σχέση με τα μεγαλύτερα. Ωστόσο, μετά τα πρώτα χρόνια της ζωής, όταν τα μικρότερα παιδιά αρχίζουν συνήθως να πηγαίνουν στον παιδικό σταθμό, η διαφορά στις νοσηλείες εξαφανιζόταν. Τα στοιχεία έδειξαν ότι τα μεγαλύτερα αδέλφια μετέφεραν στο σπίτι ιούς στα ευάλωτα βρέφη.
Συχνές ασθένειες
Κατά μέσον όρο, τα παιδιά που γεννήθηκαν σε περιβάλλοντα με σχετικά υψηλή συχνότητα εμφάνισης ασθενειών, λαμβάνοντας υπόψη και άλλους παράγοντες, είδαν το εισόδημά τους ως ενήλικοι να μειώνεται κατά σχεδόν 1%, τα ποσοστά αποφοίτησης από το σχολείο ή το πανεπιστήμιο να μειώνονται κατά περίπου 0,5% και τις επισκέψεις σε ψυχιατρικές κλινικές να αυξάνονται κατά περίπου 6% πάνω από το συνηθισμένο επίπεδο στην εφηβεία και στη νεαρή ενήλικη ζωή, σύμφωνα με όσα αναφέρει η Washington Post.
Τα μικρότερα αδέλφια με υψηλότερη έκθεση σε ασθένειες παρουσίαζαν στατιστικά σημαντική αύξηση στις ψυχιατρικές επισκέψεις σε σύγκριση με εκείνα με χαμηλή έκθεση.
Η καθηγήτρια οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, Τζάνετ Κάρι, η οποία συνδιευθύνει το πρόγραμμα για τις οικογένειες και τα παιδιά στο Εθνικό Γραφείο Οικονομικών Ερευνών, επισήμανε ότι οι σοβαρές ασθένειες στην πρώιμη παιδική ηλικία μπορεί να εκτροχιάσουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και να ρίξουν μακροπρόθεσμα σκιά στη μετέπειτα ζωή.
Στους πρώτους μήνες της ζωής, περίπου το 85% της πρόσληψης θερμίδων ενός βρέφους πηγαίνει στην ανάπτυξη του νευρικού δικτύου. Μια σοβαρή λοίμωξη μπορεί να μειώσει την ποσότητα που τρώει ένα μωρό και να ανακατευθύνει τις θερμίδες από την ανάπτυξη του εγκεφάλου.
«Νομίζω ότι αυτό που μαθαίνουμε τελικά είναι ότι αυτοί οι πρώτοι μήνες της ζωής είναι απολύτως κρίσιμοι», δήλωσε ο καθηγητής Τζο Πράις.

