Νέα σελίδα στις σχέσεις της Ουγγαρίας με την Ευρωπαϊκή Eνωση άνοιξε σήμερα στις Βρυξέλλες, καθώς ο πρωθυπουργός Πέτερ Μάγιαρ και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κατέληξαν σε συμφωνία για την αποδέσμευση σχεδόν του συνόλου των ευρωπαϊκών κονδυλίων, που είχαν «παγώσει» κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Βίκτορ Ορμπαν.
Η συμφωνία προβλέπει την πρόσβαση της Ουγγαρίας σε 16,4 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων περισσότερα από 10 δισεκατομμύρια προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ε.Ε., ενώ επιπλέον 6,4 δισεκατομμύρια ευρώ προέρχονται από τα ταμεία συνοχής. Τα χρήματα είχαν δεσμευτεί τα προηγούμενα χρόνια εξαιτίας των σοβαρών ανησυχιών των Βρυξελλών για ζητήματα διαφθοράς, διαφάνειας και σεβασμού του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία.
«Η σκληρή δουλειά απέδωσε» τόνισε η Φον ντερ Λάιεν μετά τη συνάντηση, επαινώντας τον νέο πρωθυπουργό για τον σχηματισμό κυβέρνησης «σε χρόνο-ρεκόρ» και για την προώθηση μεταρρυθμίσεων που, όπως ανέφερε, εκκρεμούσαν εδώ και χρόνια. «Οι Ούγγροι πολίτες έκαναν μια ξεκάθαρη επιλογή. Επέλεξαν τη δημοκρατία και την επιστροφή στην καρδιά της Ευρώπης», πρόσθεσε.
Για τον Πέτερ Μάγιαρ, ο οποίος κέρδισε τις εκλογές του Απριλίου βάζοντας τέλος στη 16ετή κυριαρχία του Ορμπαν, η εξέλιξη αποτελεί την πρώτη μεγάλη πολιτική νίκη της πρωθυπουργίας του. Η απελευθέρωση των ευρωπαϊκών πόρων βρισκόταν στον πυρήνα της προεκλογικής του εκστρατείας, με τον ίδιο να υπόσχεται ότι θα αποκαταστήσει τις σχέσεις με τις Βρυξέλλες και θα επιστρέψει στην ουγγρική οικονομία τα δισεκατομμύρια που είχαν μπλοκαριστεί.
«Τρεις εβδομάδες ήταν αρκετές για να πετύχουμε αυτό που ο Βίκτορ Ορμπαν δεν κατάφερε σε τρία χρόνια» τόνισε στη σχετική συνέντευξη Τύπου υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνησή του «πάλεψε για κάθε σεντ». Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν περίμενε τόσο γρήγορα αποτελέσματα, μόλις έναν μήνα μετά την εκλογική του νίκη.
Παρά το θετικό κλίμα, η συμφωνία δεν σημαίνει αυτόματη εκταμίευση των χρημάτων. Η Κομισιόν ξεκαθαρίζει ότι η απελευθέρωση των κονδυλίων θα γίνει σταδιακά και μόνο εφόσον υλοποιηθούν πλήρως οι μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν. Η Βουδαπέστη καλείται να εκπληρώσει μια σειρά από κρίσιμα «υπερορόσημα» στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης, που αφορούν κυρίως την ενίσχυση των μηχανισμών καταπολέμησης της διαφθοράς, τη λειτουργία των θεσμών και τη βελτίωση των εγγυήσεων για το κράτος δικαίου.
Η επιφυλακτικότητα των Βρυξελλών δεν ήταν τυχαία. Παρά την άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτει ο Μάγιαρ, σημαντικοί θεσμοί της χώρας εξακολουθούν να ελέγχονται από πρόσωπα που τοποθετήθηκαν επί Ορμπαν. Η προεδρία της Δημοκρατίας, η ηγεσία του Συνταγματικού Δικαστηρίου και η θέση του γενικού εισαγγελέα θεωρούνται πιθανές εστίες αντίστασης στις μεταρρυθμίσεις.
Νομικοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προειδοποιούσαν τις προηγούμενες εβδομάδες ότι οποιαδήποτε προσπάθεια βίαιης απομάκρυνσης αυτών των προσώπων θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε συνταγματική κρίση. Ο ίδιος ο Μάγιαρ επιχείρησε να καθησυχάσει αυτές τις ανησυχίες, δηλώνοντας ότι η κυβέρνησή του δεν πρόκειται να προχωρήσει σε κινήσεις που θα συγκρούονταν με το ουγγρικό συνταγματικό πλαίσιο.
Παράλληλα, ο Μάγιαρ απέρριψε επίσης τις αιτιάσεις ότι η συμφωνία συνδέεται με τη στάση της Ουγγαρίας στο ουκρανικό ζήτημα και ειδικότερα με τις επικείμενες αποφάσεις της Ε.Ε. για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με το Κίεβο. «Δεν υπήρξε απολύτως καμία σύνδεση ανάμεσα στην αποδέσμευση των κονδυλίων και στις συνομιλίες για την ένταξη της Ουκρανίας», υποστήριξε.
Το οικονομικό διακύβευμα για τη Βουδαπέστη είναι τεράστιο. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Ούγγρο πρωθυπουργό, τα χρήματα που απελευθερώνονται αντιστοιχούν περίπου στο 14% του κρατικού προϋπολογισμού της χώρας. Αστειεύτηκε μάλιστα πως «αν κάθε φορά που έρχομαι στις Βρυξέλλες επιστρέφω με τόσα χρήματα, τότε θα έρχομαι πιο συχνά».
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, από την πλευρά της, υπογράμμισε ότι η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αναγνώριση της προόδου, που έχει σημειώσει η νέα κυβέρνηση, στέλνοντας συγχρόνως μήνυμα προς τους πολίτες της χώρας. «Είναι πράγματι ένα πολύ μεγάλο ποσό, αλλά ο ουγγρικός λαός το αξίζει», τόνισε.

