Με μια φράση που αποτύπωνε το διακύβευμα της ημέρας, ο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Πέτερ Μάγιαρ, ανακοίνωσε την άφιξή του στις Βρυξέλλες: «Φτάσαμε για τις σημαντικότερες συνομιλίες των τελευταίων ετών», ανέφερε χθες στην πλατφόρμα Χ.
Αργότερα σήμερα θα καθίσει απέναντι από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε μια συνάντηση που μπορεί να καθορίσει όχι μόνο τις σχέσεις Βουδαπέστης – Βρυξελλών, αλλά και την πολιτική επιβίωση της νέας ουγγρικής κυβέρνησης.
Ο Μάγιαρ κέρδισε τις εκλογές του Απριλίου ανατρέποντας το καθεστώς των 16 ετών του Βίκτορ Ορμπαν και υποσχόμενος ότι θα επαναφέρει την Ουγγαρία στον ευρωπαϊκό πυρήνα. Κεντρικός άξονας της προεκλογικής του εκστρατείας ήταν η απελευθέρωση περισσότερων από 35 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών πόρων, που παραμένουν δεσμευμένοι λόγω των χρόνιων ανησυχιών της Ε.Ε. για το κράτος δικαίου στην Ουγγαρία.
Το πακέτο αυτό περιλαμβάνει συγκεκριμένα 10,4 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, 7,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Συνοχής που έχουν παγώσει λόγω παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου, καθώς και περίπου 17 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκά αμυντικά δάνεια. Από αυτά, η άμεση προτεραιότητα είναι η εκταμίευση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς η Ουγγαρία πρέπει να εκπληρώσει συγκεκριμένα ορόσημα έως το τέλος Αυγούστου, διαφορετικά κινδυνεύει να χάσει πολύτιμο χρόνο και πόρους.
Παρά το θετικό κλίμα που δημιούργησε η αποχώρηση του Ορμπαν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει το ουγγρικό αίτημα με μεγάλη προσοχή. Η Βουδαπέστη έχει ήδη αποδεχθεί σειρά μεταρρυθμίσεων, όπως η ενίσχυση της Αρχής Ακεραιότητας για την καταπολέμηση της διαφθοράς και αλλαγές στη λειτουργία ιδρυμάτων δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, οι Βρυξέλλες γνωρίζουν ότι η πραγματική πρόκληση δεν είναι η ψήφιση νέων νόμων, αλλά η εφαρμογή τους.
Παρότι ο Μάγιαρ διαθέτει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ακόμη και υπερπλειοψηφία, ωστόσο, το ουγγρικό κράτος εξακολουθεί να φέρει έντονα τα αποτυπώματα της εποχής Ορμπαν. Καίριες θέσεις εξουσίας, όπως η Προεδρία της Δημοκρατίας, η ηγεσία του Συνταγματικού Δικαστηρίου και η θέση του γενικού εισαγγελέα εξακολουθούν να ελέγχονται από πρόσωπα που θεωρούνται πιστά στον πρώην πρωθυπουργό.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν η κυβέρνηση θελήσει να προχωρήσει σε βαθιές θεσμικές αλλαγές, ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με προσφυγές, θεσμικά εμπόδια ή ακόμη και μπλοκαρίσματα από τους ίδιους τους μηχανισμούς του κράτους.
Για παράδειγμα, μια προσπάθεια απομάκρυνσης κορυφαίων δικαστικών αξιωματούχων θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε συνταγματική κρίση, κάτι που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλει πάση θυσία να αποφύγει.
Ο ίδιος ο Μάγιαρ φαίνεται να αναγνωρίζει αυτά τα όρια. Παρότι δήλωσε ότι θα συζητήσει με τη Φον ντερ Λάιεν και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα την ένταξη της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ξεκαθάρισε ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί αλλαγές που θα έρχονταν σε σύγκρουση με το ουγγρικό συνταγματικό πλαίσιο.
Η εμπειρία της Πολωνίας
Επιπρόσθετα, η πρόσφατη εμπειρία με την Πολωνία δυσκολεύει τις σημερινές διαπραγματεύσεις. Οταν ο Ντόναλντ Τουσκ επέστρεψε στην εξουσία το 2023, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδέσμευσε περισσότερα από 100 δισ. ευρώ, αφού η Βαρσοβία παρουσίασε σχέδιο μεταρρυθμίσεων στη Δικαιοσύνη και έκανε τα πρώτα βήματα αποκατάστασης της εμπιστοσύνης.
Ωστόσο, στη συνέχεια ο πρόεδρος της χώρας Κάρολ Ναβρότσκι, πολιτικός σύμμαχος του εθνικιστικού κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS), μπλόκαρε βασικές μεταρρυθμίσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να δεχθεί η Κομισιόν επικρίσεις ότι απελευθέρωσε κονδύλια στηριζόμενη περισσότερο σε πολιτικές υποσχέσεις παρά σε ολοκληρωμένες αλλαγές.
Το προηγούμενο αυτό επηρεάζει εμφανώς τη στάση των Βρυξελλών απέναντι στη νέα ουγγρική κυβέρνηση. Παρότι υπάρχει πολιτική βούληση να στηριχθεί η μετα-Ορμπαν εποχή, η Επιτροπή δεν θέλει να επαναλάβει το ίδιο λάθος. Για αυτό και ζητά απτές αποδείξεις ότι οι μεταρρυθμίσεις μπορούν όχι μόνο να εγκριθούν, αλλά και να εφαρμοστούν στην πράξη.
Η σημερινή συνάντηση αναμένεται να καταλήξει σε μια κατ’ αρχήν πολιτική συμφωνία για το αναθεωρημένο ουγγρικό σχέδιο ανάκαμψης. Ωστόσο, ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση, θα ακολουθήσουν εβδομάδες τεχνικών διαπραγματεύσεων προτού η Επιτροπή δώσει το τελικό πράσινο φως και παραπέμψει το σχέδιο στους υπουργούς Οικονομικών της Ε.Ε. για έγκριση, πιθανότατα στις 10 Ιουλίου.
Σε κάθε περίπτωση, για τον νέο πρωθυπουργό της Ουγγαρίας το βασικό πολιτικό «στοίχημα» δεν αφορά μόνο τα δισεκατομμύρια ευρώ που περιμένει η ουγγρική οικονομία και η κοινωνία. Αφορά κυρίως την προσπάθεια να αποδείξει ότι η Ουγγαρία μπορεί να γυρίσει σελίδα, χωρίς να βυθιστεί σε μια νέα θεσμική σύγκρουση.
Και για τις Βρυξέλλες, η πρόκληση είναι εξίσου μεγάλη. Η Κομισιόν θα πρέπει να στηρίξει την πολιτική αλλαγή στη Βουδαπέστη, χωρίς να εγκαταλείψει όμως τους όρους και τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή «πίεση» προς τη Βουδαπέστη τα προηγούμενα χρόνια.

