«Μετατοπίσεις και παράδοξα» μετά την έξοδο των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ

«Μετατοπίσεις και παράδοξα» μετά την έξοδο των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ

Η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ σηματοδοτεί μια σημαντική μεταβολή στις παγκόσμιες ενεργειακές και γεωπολιτικές ισορροπίες, αναδεικνύοντας βαθιές ρωγμές στο εσωτερικό του οργανισμού και αποκλίνουσες στρατηγικές μεταξύ των βασικών μελών του

7' 56" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ σηματοδοτεί μια σημαντική μεταβολή στις παγκόσμιες ενεργειακές και γεωπολιτικές ισορροπίες, αναδεικνύοντας βαθιές ρωγμές στο εσωτερικό του οργανισμού και αποκλίνουσες στρατηγικές μεταξύ των βασικών μελών του, σύμφωνα με ειδικούς που μίλησαν σε έκτακτη ενημέρωση που πραγματοποιήθηκε στη δεξαμενή σκέψης FDD στην Ουάσιγκτον.

«Βρισκόμαστε σε μια στιγμή όπου η παγκόσμια ενεργειακή τάξη μπορεί να επανακαθοριστεί» προειδοποίησε ο Ρίτσαρντ Γκόλντμπεργκ επικεφαλής του Προγράμματος Ενέργειας και Εθνικής Ασφάλειας του FDD, περιγράφοντας μια εξέλιξη που, όπως είπε «ανοίγει το δρόμο για έναν εντελώς νέο συντονισμό στην αγορά πετρελαίου».  

Ο Μπέρναρντ Χάικελ, καθηγητής Σπουδών Εγγύς Ανατολή στο Πανεπιστήμιο Princeton, υπογράμμισε ότι η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων αποτελεί την κορύφωση μιας μακροχρόνιας δυσαρέσκειας απέναντι στους περιορισμούς του καρτέλ και τις εσωτερικές ανισορροπίες του. Οπως εξήγησε, τα ΗΑΕ διαθέτουν σημαντική ανεκμετάλλευτη παραγωγική ικανότητα, η οποία «φτάνει σχεδόν τα 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως» ενώ μέχρι σήμερα παρήγαγαν «περίπου 3,5 έως 3,8 εκατομμύρια», κυρίως λόγω των ποσοστώσεων που επιβάλλονταν στο πλαίσιο του ΟΠΕΚ και του ΟΠΕΚ +. 

«Ο μόνος λόγος που συνέβαινε αυτό ήταν επειδή οι Σαουδάραβες επέμεναν να μην παράγουν στο μέγιστο» εξήγησε προσθέτοντας ότι άλλες χώρες «παραβίαζαν τις ποσοστώσεις και ουσιαστικά επωφελούνταν εις βάρος των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας».

Ανέδειξε επίσης τις βαθιές στρατηγικές διαφορές μεταξύ Αμπου Ντάμπι και Ριάντ ως προς το μέλλον της αγοράς πετρελαίου. «Οι Σαουδάραβες θεωρούν ότι η ενεργειακή μετάβαση θα είναι αργή και θέλουν να διατηρήσουν αποθέματα στο έδαφος, ώστε να είναι οι τελευταίοι παραγωγοί που θα μείνουν στην αγορά» ανέφερε. Αντίθετα «τα ΗΑΕ πιστεύουν ότι η μετάβαση θα γίνει πιο γρήγορα και θέλουν να εκμεταλλευτούν πλήρως την παραγωγή τους τώρα» επιλέγοντας, όπως είπε χαρακτηριστικά «να βγάλουν χρήματα σήμερα αντί να αφήσουν το πετρέλαιο να μετατραπεί σε ένα “εγκαταλελειμμένο περιουσιακό στοιχείο” στο μέλλον».

Αναφερόμενος στις επιπτώσεις της αποχώρησης, ο Χάικελ εκτίμησε ότι η κίνηση αυτή «θα έχει σημαντική καθοδική επίδραση στις τιμές του πετρελαίου» σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, όταν η αγορά επιστρέψει σε κανονικούς ρυθμούς και αυξηθεί η προσφορά. «Δεν θα δούμε άμεση επίπτωση λόγω της τρέχουσας κρίσης και των περιορισμών στη ροή από τα Στενά του Ορμούζ», διευκρίνισε, «αλλά σε βάθος χρόνου, η αύξηση της παραγωγής από τα ΗΑΕ θα πιέσει τις τιμές προς τα κάτω».

Παράλληλα, χαρακτήρισε την αποχώρηση «ένα σαφές πλήγμα για τη Σαουδική Αραβία», η οποία λειτουργούσε ως «η κεντρική τράπεζα του πετρελαίου» μέσω του ελέγχου των ποσοστώσεων στο πλαίσιο του ΟΠΕΚ. «Αυτό το μοντέλο αποδυναμώνεται πλέον» σημείωσε, προσθέτοντας ότι η εξέλιξη «θα καταστήσει τον ΟΠΕΚ πολύ λιγότερο σημαντικό ως οργανισμό».

Ο Ρίτσαρντ Γκόλντμπεργκ, περιέγραψε την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ως μέρος μιας ευρύτερης, ιστορικής αναδιάταξης των παγκόσμιων ενεργειακών ισορροπιών, η οποία εξελίσσεται παράλληλα με τη γεωπολιτική κρίση στον Περσικό Κόλπο. Οπως είπε, «βρισκόμαστε σε μια στιγμή όπου η πορεία των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών επανακαθορίζεται», υπογραμμίζοντας ότι οι εξελίξεις αυτές συνδέονται άμεσα με την πολιτική των ΗΠΑ και τη μεταβολή των συσχετισμών προσφοράς και ζήτησης σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αναφερόμενος στη σημερινή συγκυρία, τόνισε ότι η κρίση στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να επηρεάζει δραστικά τη ροή ενέργειας, καθώς «περίπου τα δύο τρίτα της διακίνησης παραμένουν διαταραγμένα σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα». Παράλληλα, επισήμανε ότι η ανάπτυξη χερσαίων αγωγών μέσω Σαουδικής Αραβίας και ΗΑΕ έχει προσφέρει «μερική ανακούφιση, μεταφέροντας περίπου το ένα τρίτο των ποσοτήτων εκτός θαλάσσιων οδών», κάτι που, όπως είπε, μπορεί να αποτελέσει «προάγγελο νέων επενδύσεων σε υποδομές μεταφοράς ενέργειας».

Ο Γκόλντμπεργκ στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, τονίζοντας ότι η ενεργειακή αφθονία της χώρας λειτουργεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας σε μια περίοδο κρίσης. «Βρισκόμαστε σε μια παράδοξη κατάσταση όπου, ενώ οι τιμές του πετρελαίου αυξάνονται, οι ΗΠΑ έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν χαμηλότερες τιμές στο φυσικό αέριο και να καλύπτουν τη διεθνή ζήτηση», ανέφερε. Υπογράμμισε μάλιστα ότι, τη στιγμή που «περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς φυσικού αερίου έχει διακοπεί λόγω της κατάστασης στο Ορμούζ», οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να υποκαταστήσουν μέρος αυτής της απώλειας.

Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε λόγο για ιστορικά υψηλά επίπεδα παραγωγής και εξαγωγών. «Την περασμένη εβδομάδα καταγράφηκε ρεκόρ εξαγωγών στα 6,43 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ και η παραγωγή βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα». Όπως ανέφερε, η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει τρόπους για να ενισχύσει περαιτέρω αυτή την τάση, τόσο για την ανακούφιση της εγχώριας αγοράς όσο και για την αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας ενεργειακής αλυσίδας.
Σε ό,τι αφορά την αποχώρηση των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ, ο Γκόλντμπεργκ εκτίμησε ότι ανοίγει τον δρόμο για έναν νέο τύπο ενεργειακού συντονισμού εκτός του παραδοσιακού πλαισίου των ποσοστώσεων. «Τα ΗΑΕ, απαλλαγμένα πλέον από τους περιορισμούς, θα μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή και τις εξαγωγές τους» σημείωσε, προσθέτοντας ότι αυτό δημιουργεί «ευκαιρίες για στενότερη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και άλλους ευθυγραμμισμένους παραγωγούς».

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι, αν και ο ΟΠΕΚ δεν εξαφανίζεται, «χάνει έναν από τους πιο σημαντικούς παίκτες του», ενώ η ύπαρξη του OPEC+, με τη συμμετοχή και της Ρωσίας, διατηρεί έναν βαθμό συντονισμού μεταξύ των μεγάλων παραγωγών. Ωστόσο, όπως είπε, «οι δυνατότητες αναδιάταξης της αγοράς εκτός ΟΠΕΚ είναι πλέον πολύ μεγαλύτερες».

Ο ίδιος χαρακτήρισε την τρέχουσα κατάσταση ως διπλή πρόκληση για τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Από τη μία έχουμε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική μετατόπιση που είναι προς όφελός μας, και από την άλλη μια βραχυπρόθεσμη διαταραχή της προσφοράς που αυξάνει τις τιμές».

Όπως εξήγησε, η Ουάσιγκτον καλείται να κινηθεί «σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα», ενισχύοντας τις μακροπρόθεσμες συνεργασίες, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τις άμεσες επιπτώσεις για τους καταναλωτές.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ και στις επιλογές που έχει η αμερικανική κυβέρνηση. «Το ερώτημα είναι αν θα συνεχιστεί η πίεση μέσω αποκλεισμού ή αν θα προχωρήσουμε σε πιο ενεργή παρέμβαση για το άνοιγμα των θαλάσσιων οδών» ανέφερε. Περιέγραψε μάλιστα ένα πιθανό σενάριο στο οποίο οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ναυτικές δυνάμεις για την προστασία της ναυσιπλοΐας, επισημαίνοντας ότι «υπάρχουν ήδη τα εργαλεία-από την ασφάλιση μέχρι τη χρηματοδότηση-για να στηριχθεί μια τέτοια επιχείρηση».

Παράλληλα, πρότεινε μια πιο φιλόδοξη στρατηγική ενεργειακής συνεργασίας, κάνοντας λόγο για τη δημιουργία ενός νέου δικτύου μεταφοράς ενέργειας μεταξύ ΗΠΑ και χωρών του Κόλπου. «Θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα είδος κοινοπραξίας αγωγών, που θα συνδέει τις ΗΠΑ με τη Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και άλλους παραγωγούς», ανέφερε, σημειώνοντας ότι μια τέτοια πρωτοβουλία «θα μπορούσε να επανακαθορίσει την παγκόσμια ενεργειακή αγορά».

Ο Γκόλντμπεργκ συνέδεσε τις τρέχουσες εξελίξεις και με τη συνολική μεταβολή του ενεργειακού τοπίου την τελευταία δεκαετία. «Αν δει κανείς πού βρισκόμασταν πριν από 15 χρόνια και πού βρισκόμαστε σήμερα, η αλλαγή είναι εντυπωσιακή», είπε, υπενθυμίζοντας ότι τότε υπήρχαν έντονες ανησυχίες για τις επιπτώσεις των κυρώσεων στο Ιράν στις τιμές του πετρελαίου. «Σήμερα έχουμε μια κατάσταση όπου μεγάλες παραγωγικές χώρες βρίσκονται εκτός αγοράς και παρ’ όλα αυτά το σύστημα αντέχει», σημείωσε, αποδίδοντας αυτή την ανθεκτικότητα «στην αμερικανική ενεργειακή επανάσταση και την αυξημένη παραγωγή».

Τέλος, υπογράμμισε ότι η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον ρόλο των ΗΠΑ ως κεντρικού παράγοντα στην παγκόσμια ενεργειακή αρχιτεκτονική. «Βλέπουμε συμμάχους και εταίρους να στρέφονται προς τις Ηνωμένες Πολιτείες για να καλύψουν τις ανάγκες τους», ανέφερε, εκτιμώντας ότι αυτό θα οδηγήσει σε «μακροπρόθεσμες συμφωνίες και επενδύσεις που θα ενισχύσουν περαιτέρω τη θέση της χώρας». Όπως κατέληξε, «υπάρχει μια πραγματική ευκαιρία για τις Ηνωμένες Πολιτείες να ηγηθούν στη διαμόρφωση της νέας ενεργειακής τάξης», υπό την προϋπόθεση ότι θα καταφέρουν να διαχειριστούν αποτελεσματικά τις βραχυπρόθεσμες πιέσεις και να αξιοποιήσουν τις στρατηγικές ευκαιρίες που προκύπτουν.

Η Ελέιν Ντεζένσκι, διευθύντρια του Κέντρου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Ισχύος του FDD, χαρακτήρισε την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ ως μια εξέλιξη «τεράστιας σημασίας», επισημαίνοντας ότι πρόκειται για τον τρίτο μεγαλύτερο παραγωγό του καρτέλ, με σημαντική επιρροή στο εσωτερικό του. Όπως τόνισε, η έξοδος των ΗΑΕ «αφαιρεί τόσο παραγωγικό βάρος όσο και θεσμική αξιοπιστία», πλήττοντας ευθέως τον πυρήνα λειτουργίας του οργανισμού και υπονομεύοντας την ικανότητά του να συντονίζει την παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Υπογράμμισε ότι η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί αιφνιδιασμό, αλλά την κορύφωση μιας μακράς περιόδου αποδυνάμωσης. «Θα χαρακτήριζα αυτή την έξοδο ως το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας αποσύνθεσης και όχι ως μια ξαφνική ρήξη», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι ο ΟΠΕΚ «εξασθενεί εδώ και χρόνια». Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμισε ότι το Κατάρ αποχώρησε ήδη από το 2019, η Βενεζουέλα έχει ουσιαστικά καταρρεύσει ως παραγωγός, ενώ ακόμη και η Σαουδική Αραβία, ως ηγετική δύναμη, «έχει επανειλημμένα ενεργήσει εκτός της συναίνεσης του καρτέλ για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα».

Κεντρικό ζήτημα, σύμφωνα με την ανάλυσή της, αποτελεί η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, που είναι απαραίτητη για τη λειτουργία ενός καρτέλ. «Ο ΟΠΕΚ χρειάζεται χώρες με διαθέσιμη παραγωγική εφεδρεία για να μπορεί να πειθαρχεί την αγορά και να ανταποκρίνεται σε κρίσεις προσφοράς», εξήγησε. «Χωρίς αυτή την ικανότητα, χάνεται η δυνατότητα επιβολής των αποφάσεων». Τα ΗΑΕ, όπως σημείωσε, ήταν από τους ελάχιστους παίκτες που διέθεταν αυτή τη δυνατότητα, γεγονός που καθιστά την αποχώρησή τους ακόμη πιο κρίσιμη για τη συνοχή του οργανισμού.

Παράλληλα, ανέδειξε τη γεωπολιτική διάσταση της απόφασης, επισημαίνοντας ότι οι πρόσφατες επιθέσεις από το Ιράν επιβάρυναν περαιτέρω τη θέση των Εμιράτων. «Τα ΗΑΕ έχουν δεχθεί χιλιάδες επιθέσεις με πυραύλους και drones», ανέφερε, τονίζοντας ότι «η ιδέα πως θα συμμετείχαν σε ένα καρτέλ μαζί με μια χώρα που τους επιτίθεται είναι στρατηγικά αβάσιμη». Όπως παραδέχθηκε, αυτό μπορεί να αποτέλεσε «τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι».

Πέρα όμως από τη διάσταση της ασφάλειας, η Ντεζένσκι έδωσε έμφαση και στα οικονομικά κίνητρα της απόφασης. «Υπάρχει σημαντικό οικονομικό όφελος που δεν αξιοποιείται υπό το καθεστώς των ποσοστώσεων», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι τα ΗΑΕ διαθέτουν παραγωγική δυναμικότητα που δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν πλήρως εντός του ΟΠΕΚ. «Υπάρχει χρήμα στο τραπέζι και τα ΗΑΕ δεν είναι διατεθειμένα να το αφήσουν ανεκμετάλλευτο», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα, πρόσθεσε ότι η χώρα «ουσιαστικά επιδοτούσε άλλα μέλη του καρτέλ που δεν τηρούσαν τις συμφωνίες», κάτι που υπονόμευε περαιτέρω τη βιωσιμότητα της συμμετοχής της.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT