ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Απευθείας δίαυλο επικοινωνίας με την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης άνοιξε χθες ο εν αναμονή πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Πέτερ Μάγιαρ, που βρέθηκε χθες στις Βρυξέλλες. Οι επαφές του με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα –και ενώ αναμένεται να ορκιστεί πρωθυπουργός στις αρχές Μαΐου– εντάσσονται σε ένα πλαίσιο «άτυπων αλλά επειγουσών συνομιλιών», όπως χαρακτηρίστηκαν από ευρωπαϊκές πηγές, και αντικατοπτρίζουν την «πίεση» χρόνου που αντιμετωπίζει η Βουδαπέστη.
Κεντρικός στόχος της επίσκεψης Μάγιαρ στις Βρυξέλλες ήταν η απεμπλοκή δισεκατομμυρίων ευρώ από ευρωπαϊκά κονδύλια, που παραμένουν «παγωμένα» λόγω ανησυχιών για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία επί διακυβέρνησης του Βίκτορ Oρμπαν. Πρόκειται για περίπου 17 δισ. ευρώ συνολικά, εκ των οποίων τα 10 δισ. σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης της πανδημίας, ποσά κρίσιμα για την πορεία της ουγγρικής οικονομίας. Η προθεσμία του Αυγούστου λειτουργεί ως καταλύτης, καθώς η αποτυχία συμμόρφωσης με τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις ενδέχεται να οδηγήσει σε οριστική απώλεια μέρους αυτών των πόρων. Παράλληλα εκκρεμούν 16 δισ. σε δάνεια στο πλαίσιο του αμυντικού προγράμματος SAFE.
Υπό αυτήν την έννοια, η επίσκεψη στις Βρυξέλλες δεν είχε απλώς διερευνητικό χαρακτήρα, αλλά αποτέλεσε ένα πρώτο «τεστ» αξιοπιστίας για τη νέα πολιτική ηγεσία. Ωστόσο, η πορεία προς μια συμφωνία για «ξεμπλοκάρισμα» των κονδυλίων, ειδικά του Ταμείου Ανάκαμψης, δεν θα είναι ούτε απλή ούτε δεδομένη.
Το πλαίσιο κυρώσεων που διαμορφώθηκε κατά την περίοδο Ορμπαν είναι θεσμικά περίπλοκο και δύσκολα αναστρέψιμο σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε αντικρουόμενες πιέσεις: από τη μία πλευρά, η διατήρηση των κονδυλίων σε αναστολή θα μπορούσε να υπονομεύσει τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις εντός της Ουγγαρίας, που υπόσχονται μεταρρυθμίσεις, από την άλλη, μια πρόωρη αποδέσμευση θα μπορούσε να προκαλέσει νομικές προσφυγές και να ενισχύσει την κριτική περί πολιτικοποίησης των «εργαλείων» του κράτους δικαίου. Δεν είναι τυχαίο, πάντως, ότι διάφοροι Ευρωπαίοι διπλωμάτες επισημαίνουν πως «τα χρήματα δεν θα δοθούν στο πιάτο».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Πέτερ Μάγιαρ επιχειρεί να προωθήσει μια στρατηγική ταχείας προσαρμογής. Η ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία που εξασφάλισε του δίνει τη δυνατότητα να περάσει γρήγορα νομοθετικές παρεμβάσεις. Παράλληλα, σχεδιάζεται η κατάθεση αναθεωρημένου εθνικού σχεδίου ανάκαμψης έως τα τέλη Μαΐου, με στόχο να επιταχυνθεί η διαδικασία αξιολόγησης από την Κομισιόν. Παρ’ όλα αυτά, το κρίσιμο σημείο δεν είναι μόνο η υιοθέτηση των νόμων, αλλά η ουσιαστική εφαρμογή τους και η εμπέδωση εμπιστοσύνης ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν θα παραμείνουν στα χαρτιά.
Επιφυλάξεις
Μετά την εκλογική επικράτηση του Ντόναλντ Τουσκ το 2024 στην Πολωνία, η Κομισιόν είχε, πάντως, προχωρήσει σε αποδέσμευση κονδυλίων, βασιζόμενη σε δεσμεύσεις για μεταρρυθμίσεις, που στη συνέχεια καθυστέρησαν ή προχώρησαν με αργό ρυθμό. Γι’ αυτό οι Βρυξέλλες εμφανίζονται πλέον επιφυλακτικές και ίσως επιλεγεί τελικά μια αυστηρότερη εποπτεία και σταδιακή εκταμίευση των πόρων.
Από την πλευρά του, ο Μάνφρεντ Βέμπερ, πρόεδρος του κεντροδεξιού Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, όπου ανήκει το κόμμα Tisza του Μάγιαρ, υπογράμμισε την ανάγκη η Ευρώπη να σταθεί στο πλευρό της νέας ουγγρικής κυβέρνησης, αποφεύγοντας την υπερβολική κριτική και δίνοντας έμφαση στη συνεργασία. Μάλιστα, πρότεινε χθες στο Ευρωκοινοβούλιο την αναστολή της διαδικασίας του άρθρου 7 εναντίον της Βουδαπέστης, που είχε εκκινήσει εδώ και χρόνια λόγω ανησυχιών για το κράτος δικαίου.
Στο επόμενο διάστημα θα κριθεί εν πολλοίς εάν η προσπάθεια της νέας ουγγρικής ηγεσίας θα οδηγήσει σε μια ουσιαστική επανεκκίνηση ή εάν οι χρόνιες εντάσεις θα συνεχίσουν να επισκιάζουν τη σχέση Βουδαπέστης και Βρυξελλών.

