Ο Ιβάν Κράστεφ βρίσκει ένα γαργαλιστικό παράδοξο στο πώς εκτυλίχθηκαν οι πρόσφατες εκλογές στην Ουγγαρία. Είναι νωρίς, πριν από τις 8 το πρωί, στο Λονδίνο, από όπου μου μιλάει. Ο πρόεδρος του Center for Liberal Studies στη Σόφια, από τους πιο διεισδυτικούς αναλυτές των προοπτικών και των προβλημάτων της ενωμένης Ευρώπης, λέει στην «Κ» ότι ο Ορμπαν έχτισε την πολιτική του καριέρα τις τελευταίες δύο δεκαετίες ως οπαδός της εθνικής κυριαρχίας που αντιπαρατίθεται με τους διεθνιστές (σ.σ.: αγγλιστί globalists).
«Κι όμως, έχασε σαν να ήταν ο ίδιος διεθνιστής. Με την επίσκεψη του Αμερικανού αντιπροέδρου, με τις εκκλήσεις του Τραμπ για την επανεκλογή του, με τις παρεμβάσεις των ηγετών ακροδεξιών κομμάτων, με τα θετικά σήματα από τη Μόσχα». Από την πλευρά του, ο αντίπαλός του, Πέτερ Μάγιαρ «έπαιξε ένα πολύ πιο τοπικό παιχνίδι, δεν έδωσε πολλές συνεντεύξεις σε δυτικά ΜΜΕ κ.ο.κ. Κατά έναν περίεργο τρόπο, συνεπώς, ο Oρμπαν έπεσε θύμα της πολιτικής ατμόσφαιρας που ο ίδιος δημιούργησε».

Ο Κράστεφ εντοπίζει τρεις πτυχές της εκστρατείας του Μάγιαρ που την έκαναν να ξεχωρίσει. «Αφενός, απέφυγε την ιδεολογική αντιπαράθεση, εστιάζοντας αντ’ αυτού σε οικονομικά ζητήματα και στη διαφθορά. Αφ’ ετέρου, έδρασε σαν πολιτικός της παλιάς εποχής, πριν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: περιόδευσε παντού και έδωσε έτσι την ευκαιρία στους ψηφοφόρους όχι μόνο να ακούσουν ένα διαφορετικό αφήγημα από το κυρίαρχο κυβερνητικό, αλλά και να γνωρίσουν αυτόν που το εξέπεμπε. Δεν είναι τυχαίο ότι η προσέλευση πλησίασε το 80% και ότι κατέκτησε τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στα χρονικά. Και το τρίτο στοιχείο ήταν η ενέργειά του: ήταν ένας νέος σε ηλικία υποψήφιος, που αντιμετώπιζε έναν ηγέτη που κυβερνούσε για σχεδόν δύο δεκαετίες».
Αφήνει «κενό» – Ο Ορμπαν ήταν ο πιο σημαντικός ηγέτης της ευρωπαϊκής Δεξιάς, που εμφανιζόταν ως σύμμαχος τόσο του Τραμπ όσο και του Πούτιν, τηρώντας μία έντονα αντι-ουκρανική στάση. Δεν υπάρχει κάποιος που μπορεί να πάρει τη θέση του.
Το τελευταίο, ειδικά, σημειώνει, είναι κάτι που θα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν της η αντιπολίτευση στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς επιχειρεί να αποτρέψει την εδραίωση στην εξουσία των επίδοξων μιμητών του Oρμπαν. «Δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον Τραμπ με πολιτικούς που είναι 20 ή 30 χρόνια στην πρώτη γραμμή. Χρειάζονται κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό».
Σημειώνει επίσης ότι η κλίμακα της διαφθοράς που συνδέεται με την κυβέρνηση Τραμπ είναι τόσο μεγάλη και οι συγκρούσεις συμφερόντων τόσο εξόφθαλμες, που, παραδόξως, δεν θα είναι εύκολο να αξιοποιηθούν πολιτικά. «Eχουμε κάποιες έρευνες στη Βουλγαρία που δείχνουν ότι οι πολίτες δεν μπορούν να συλλάβουν ποσά που είναι τρία μηδενικά πάνω από το ετήσιο εισόδημά τους. Για τη συντριπτική πλειονότητα, τα δισεκατομμύρια είναι μία έννοια μυθική, ακατανόητη, ενώ ο ακτιβισμός κατά της διαφθοράς είναι πιο έντονος όταν υπάρχει η αντίληψη ότι οι πολιτικοί προσπαθούν να την κρύψουν».
Ο Κράστεφ βρίσκει αξιοσημείωτη την ταχύτητα με την οποία ο Oρμπαν αποδέχθηκε την ήττα του. «Αυτό ήταν μία ουσιώδης ένδειξη ότι η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά δεν έχει διαθέσεις τύπου 6ης Ιανουαρίου, δεν πρόκειται να επιχειρήσει την ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος διά της βίας. Hταν ένα σήμα ότι η Ακροδεξιά την οποία εκπροσωπεί σέβεται τη δημοκρατία».
Eχει μάλιστα μία θεωρία που εξηγεί τη σπουδή του Oρμπαν. «Eβλεπε, προφανώς, το μέγεθος της διαφοράς, που δεν ήταν δυνατόν να ανατραπεί. Αλλά ήθελε επίσης να προλάβει ένα ενδεχόμενο τηλεφώνημα του Τραμπ, που θα τον προέτρεπε να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα».
Πολλοί μετασεισμοί
Ποιο είναι το νόημα του αποτελέσματος των ουγγρικών εκλογών, για την Ουκρανία, την Ευρώπη και ευρύτερα; «Κατ’ αρχάς, σημαίνει ότι το βέτο που έχει θέσει η Ουγγαρία στη στήριξη για την Ουκρανία θα αρθεί – ο Μάγιαρ ήταν σαφής επ’ αυτού [σ.σ.: η άρση του βέτο έλαβε χώρα την Τετάρτη, λίγες ώρες μετά τη συνομιλία]. Δεύτερον, (το εκλογικό αποτέλεσμα) είχε έναν απίστευτο ψυχολογικό αντίκτυπο. Οι δημοσκοπήσεις μπορεί να έδειχναν προς τα πού πήγαιναν τα πράγματα, αλλά για την Ευρώπη, και ειδικά για το φιλελεύθερο κομμάτι της ευρωπαϊκής κοινωνίας, αυτό ήταν κάτι που ήταν πολύ δύσκολο να αποδεχθεί. Είχαν αφομοιώσει την ιδέα ότι η Ουγγαρία δεν είναι δημοκρατία και ότι, συνεπώς, ο Oρμπαν θα επανεκλεγόταν. Υπήρχε μια αίσθηση του αναπόφευκτου. Το τρίτο, και το πιο σημαντικό, είναι η επίδραση του αποτελέσματος για τρεις μείζονες παίκτες».
Ο πρώτος είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η ευρωπαϊκή πολιτική των οποίων «ήταν επηρεασμένη σε πολύ μεγάλο βαθμό από το πώς ο Oρμπαν έβλεπε την Ευρώπη. Αυτός ήταν που έπεισε την αμερικανική κυβέρνηση ότι η Ευρώπη είναι απλώς έναν εκλογικό κύκλο πίσω από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι έως το 2029 θα κυβερνούν τις περισσότερες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες δεξιοί και συντηρητικοί ηγέτες – και ότι, συνεπώς, οι ΗΠΑ δεν έχουν λόγο να επενδύσουν στη σχέση τους με την υφιστάμενη ευρωπαϊκή ηγεσία. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς θα αντιδράσει η Ουάσιγκτον στο εκλογικό αποτέλεσμα στην Ουγγαρία, αλλά σίγουρα θέτει υπό αμφισβήτηση τις υποθέσεις που είχαν κάνει για την ευρωπαϊκή πολιτική».
Η απειλή παραμένει – Το ότι έχασε ο Ορμπαν δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να κερδίσει η Λεπέν ή ο Μπαρντελά στη Γαλλία. Στα Δυτικά Βαλκάνια θα έχουμε το φαινόμενο των ορφανών του Ορμπαν, που δεν θα έχουν πλέον κάποιον εντός Ε.Ε. να τους υποστηρίζει.
Και δεν είναι μόνο αυτό: «Αυτό που είδαμε στη Βουδαπέστη ήταν το τέλος της τραμπικής επανάστασης στην Ευρώπη», λέει ο Κράστεφ. Η συμπαράταξη με τον Τραμπ, σημειώνει, «όχι μόνο δεν αποφέρει ψήφους» για τα ακροδεξιά ευρωπαϊκά κόμματα, αλλά ενδέχεται να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. «Πολλοί ισχυρίζονται ότι η επίσκεψη του Τζέι Ντι Βανς οδήγησε τον Ορμπαν σε ακόμη μεγαλύτερη ήττα». Για κόμματα όπως η γερμανική AfD, εξηγεί, που θεωρούσαν ότι η ταύτιση με τον Τραμπ θα τους ενίσχυε, μετά και τα γεγονότα των τελευταίων μηνών (Γροιλανδία, πόλεμος στο Ιράν), οι ουγγρικές εκλογές ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Αλλά και για τη Ρωσία το αποτέλεσμα αποτελεί «σοβαρό πλήγμα», συνεχίζει. «Ο Ορμπαν ήταν ο πιο σημαντικός ηγέτης της ευρωπαϊκής Δεξιάς, που εμφανιζόταν ως σύμμαχος τόσο του Τραμπ όσο και του Πούτιν, τηρώντας μια έντονα αντι-ουκρανική στάση. Δεν υπάρχει κάποιος που μπορεί να πάρει τη θέση του. Σε χώρες όπου εξακολουθεί να υπάρχει έντονη υποστήριξη για τον Τραμπ, όπως η Πολωνία, έχουν πολύ διαφορετική στάση απέναντι στον Πούτιν».
Ο Βούλγαρος διανοούμενος στέκεται στην ευρύτατη διεθνή κάλυψη των ουγγρικών εκλογών. «Είναι μια μικρή χώρα, στην οποία κανονικά δεν θα δινόταν τόσο πολλή σημασία». Ο λόγος για τα παγκόσμια πρωτοσέλιδα είναι ότι ο Ορμπαν είχε μετατρέψει τη χώρα του σε «πνευματικό, πολιτικό και θεσμικό κέντρο της ακροδεξιάς επανάστασης. Ηταν για τη Δεξιά ό,τι ήταν ο Κάστρο για την Αριστερά στη δεκαετία του ’70».
Ο Κράστεφ θεωρεί, πάντως, ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να δοθεί υπερβολικό βάρος στο αποτέλεσμα των ουγγρικών εκλογών. «Το ότι έχασε ο Ορμπαν δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να κερδίσει η Λεπέν ή ο Μπαρντελά στη Γαλλία. Ο Ορμπαν ήταν στην εξουσία 16 χρόνια. Οση επιρροή και να είχε διεθνώς, όσο και να ήλεγχε τα εγχώρια μέσα ενημέρωσης, αν δεν λάμβανε μέτρα καταστολής, η πρωθυπουργία του θα έφτανε στο τέλος της. Ο κόσμος ψήφισε υπέρ της αλλαγής, κατά του κατεστημένου. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η αντισυστημική αυτή ενέργεια εξακολουθεί να βρίσκεται στο πλευρό των ακροδεξιών κομμάτων».
Στα Δυτικά Βαλκάνια
Ο Κράστεφ στέκεται επίσης στις αλλαγές στην πιο άμεση γειτονιά της Ουγγαρίας που θα επέλθουν με τη νέα ηγεσία. Με τον Μάγιαρ, εκτιμά, «θα δούμε ξανά την ενοποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ως συνεκτικού παίκτη στο ευρωπαϊκό στερέωμα – αλλά θα είναι ένας εποικοδομητικός παίκτης, όχι ευρωσκεπτικιστικών τάσεων. Η πρώτη επίσκεψη του Μάγιαρ θα είναι στην Πολωνία· η δεύτερη, στην Αυστρία».
Μία άλλη περιοχή όπου θα γίνει έντονα αισθητή η αλλαγή καθεστώτος στη Βουδαπέστη είναι στα Δυτικά Βαλκάνια. Οπως υπενθυμίζει ο έμπειρος Βούλγαρος αναλυτής, ο Ορμπαν είχε επενδύσει σημαντικά στη σχέση του, μεταξύ άλλων, με τον πρόεδρο της Σερβίας αλλά και με την κυβέρνηση της Βόρειας Μακεδονίας. Με τον Μάγιαρ να στρέφει την προσοχή του αλλού, «θα έχουμε στα Δυτικά Βαλκάνια το φαινόμενο των ορφανών του Ορμπαν, που δεν θα έχουν πλέον κάποιον εντός της Ε.Ε. να τους υποστηρίζει».
Θα μείνει η καχυποψία για τις ΗΠΑ και μετά
Κλείνουμε τη συζήτηση μιλώντας για το πού βρίσκεται η ευρωατλαντική σχέση έπειτα από 15 μήνες της δεύτερης θητείας Τραμπ. Θεωρεί ότι η νέα ευρωπαϊκή καχυποψία απέναντι στις ΗΠΑ θα διαρκέσει πέραν της τρέχουσας τετραετίας;
Ο Κράστεφ μνημονεύει τα πρόσφατα ευρήματα έρευνας στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γερμανία, στη Γαλλία και στον Καναδά. Σε καθεμία από αυτές τις χώρες, οι ερωτηθέντες εκφράζουν προτίμηση για στενότερες σχέσεις με την Κίνα παρά με τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Τραμπ.
«Οι Ευρωπαίοι πλέον φαντάζονται έναν κόσμο όπου δεν θα μπορούν να βασίζονται πλέον στις ΗΠΑ», σχολιάζει. «Ακόμη και αν φύγει ο Τραμπ και επιστρέψουν οι Δημοκρατικοί, δεν είναι πια εφικτή η επιστροφή στην πρότερη κατάσταση της σχέσης». Εν τω μεταξύ, «ο μεγάλος νικητής αυτών των 15 μηνών είναι η Κίνα. Παρότι η συμπεριφορά των Κινέζων δεν έχει αλλάξει, οι Ευρωπαίοι πλέον, εξαιτίας του Τραμπ, δεν φοβούνται την Κίνα και την επιρροή της».
Μία εβδομάδα μετά την Ουγγαρία, πήγε στις κάλπες η γενέτειρά του, η Βουλγαρία, για όγδοη φορά τα τελευταία πέντε χρόνια. Νικητής –σχεδόν εξίσου θριαμβευτικά όσο και ο Μάγιαρ– αναδείχθηκε ο φιλορώσος, πρώην πρόεδρος της χώρας, Ρόμαν Ράντεφ. Τι σημαίνει αυτό για τη στάση της Σόφιας στα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα ενώπιον της Ε.Ε.;
«Θα δούμε πώς θα κινηθεί, αλλά η εκτίμηση ότι είναι ο νέος Ορμπαν, ότι θα είναι μαριονέτα του Κρεμλίνου, είναι απλώς εσφαλμένη. Οι Βούλγαροι –όπως και οι Ούγγροι– ψήφισαν κατά ενός αποτυχημένου κατεστημένου, αλλά και υπέρ της πολιτικής σταθερότητας. Είναι γνωστό ότι η κοινή γνώμη στη Βουλγαρία είναι πιο φιλικά διακείμενη προς τη Ρωσία από ό,τι σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Αλλά ο Ράντεφ έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να θέσει βέτο στη στήριξη για την Ουκρανία».
Επιπλέον, σημειώνει, όταν κάποιοι κάνουν λόγο για νέο Ορμπαν, «αυτό με κάνει να πιστεύω ότι δεν κατανοούν πόσο δύσκολο ήταν να προκύψει το φαινόμενο Ορμπαν – τον συνδυασμό ανοχής στο ρίσκο, δύναμης και πολιτικής ευελιξίας. Ηταν πραγματικά μία ειδική περίπτωση».

