Ο Εφρέμ Λουκάτσκι, φωτογράφος του Associated Press, βρισκόταν στο Κίεβο στις 26 Απριλίου 1986, όταν σημειώθηκε το πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνόμπιλ.
Εχει επισκεφθεί τον σταθμό και τη «ζώνη αποκλεισμού» γύρω από αυτόν δεκάδες φορές. Θυμάται την καταστροφή που στοιχειώνει τον ίδιο και την Ουκρανία εδώ και 40 χρόνια.
«Ολα ξεκίνησαν με ψίθυρους στη δουλειά.

Δεν υπήρξε καμία επίσημη ανακοίνωση για το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ όταν συνέβη το 1986 — μόνο αποσπασματικές πληροφορίες που διακινούνταν διακριτικά μεταξύ των συναδέλφων.

Ήμουν τότε προς τα 30 μου και εργαζόμουν ως εξειδικευμένος υποβρύχιος οξυγονοκολλητής για ένα ινστιτούτο του Κιέβου, το οποίο με έστελνε σε υπεράκτιες πλατφόρμες και απόρρητες στρατιωτικές βάσεις σε ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση.

Κανείς δεν μιλούσε ανοιχτά για το τι είχε συμβεί. Η ανησυχία αυξανόταν. Ενιωθα μια μεταλλική γεύση στο στόμα μου και ξηρότητα στο λαιμό μου. Το ίδιο ένιωθαν και άλλοι, αλλά κανείς δεν καταλάβαινε το γιατί.
Η πρώτη επίσημη, σύντομη ανακοίνωση ήρθε δύο μέρες αργότερα — ότι είχε συμβεί ένα ατύχημα. Τίποτα περισσότερο. Ο κόσμος μιλούσε χαμηλόφωνα για πυροσβέστες του εργοστασίου που μεταφέρθηκαν αεροπορικώς σε νοσοκομεία της Μόσχας.

Τη νύχτα, συντονιζόμασταν σε δυτικές εκπομπές — που εκείνη την εποχή θεωρούνταν ακόμα ανατρεπτικές — για να μάθουμε νέα που το κράτος δεν μετέδιδε. Μάθαμε ότι το ατύχημα είχε διασκορπίσει ένα νέφος ραδιενέργειας πέρα από τα σύνορα της ΕΣΣΔ. Οι ειδικοί προέτρεπαν τον κόσμο να σφραγίσει τα παράθυρα, να φορέσει μάσκες και να δώσει ιώδιο στα παιδιά. Ακολούθησα τις συμβουλές τους, βάζοντας κάθε μέρα μια σταγόνα ιωδίου σε ένα ζαχαρωτό για να προστατεύσω τον θυρεοειδή μου από την απορρόφηση της ραδιενέργειας.

Το πατρικό μου σπίτι βρισκόταν στο Κίεβο, όπου μια γειτόνισσα με προειδοποίησε για τη ραδιενεργή σκόνη. Αργότερα, είδα τον σύζυγό της, έναν αστυνομικό, να βγάζει τα ρούχα του στο κλιμακοστάσιο και να τα κλείνει σε μια σακούλα πριν μπει μέσα.
Ένας φίλος, πυρηνικός φυσικός, με πήρε τηλέφωνο και με προέτρεψε να φύγω από το Κίεβο για πάντα, ενώ ορισμένοι κάτοικοι έστειλαν τα παιδιά τους σε άλλες περιοχές. Εγώ δεν έφυγα. Οι γονείς μου ήταν εδώ και αυτό ήταν το σπίτι μου.

Βρήκα ένα παλιό στρατιωτικό μετρητή ακτινοβολίας και έλεγξα τα πάντα — το διαμέρισμά μου, τα ρούχα μου, τους δρόμους. Οι μετρήσεις ήταν ανησυχητικές. Σε μια παιδική χαρά, οι τιμές ανέβηκαν πολύ πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα. Στο σπίτι, ήταν ακόμα υψηλότερες. Χρησιμοποίησα κολλητική ταινία για να αφαιρέσω τη σκόνη από τα ρούχα μου.

Πέντε ημέρες μετά την έκρηξη, η ετήσια παρέλαση της Πρωτομαγιάς πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο κανονικά. Χιλιάδες άνθρωποι γέμισαν τους δρόμους, πολλοί από τους οποίους ήταν παιδιά. Συμμετείχα και εγώ στην παρέλαση, περνώντας μπροστά από ένα μνημείο του ιδρυτή της Σοβιετικής Ένωσης Βλαντιμίρ Λένιν, και μου έδωσαν ένα πανό που εξυμνούσε την ηγεσία.

Λίγες μέρες αργότερα, η πόλη φιλοξένησε έναν ποδηλατικό αγώνα και οι θεατές συνέρρεαν στους δρόμους σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Οι αρχές δήλωσαν ότι όλα ήταν εντάξει, αλλά εμείς γνωρίζαμε ήδη ότι δεν ήταν έτσι.
Μετά το ατύχημα, κομβόι λεωφορείων όδευαν αργόσυρτα προς το Κίεβο, μεταφέροντας χιλιάδες κατοίκους του Πριπιάτ, την πόλη δίπλα στο Τσερνόμπιλ, όπου ζούσε το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού της.

Θυμάμαι τα πρόσωπά τους — αβέβαια αλλά ήρεμα. Τους είχαν πει ότι θα έφευγαν μόνο για λίγες μέρες. Άφησαν πίσω τους τα σπίτια, τα υπάρχοντά τους και τα κατοικίδια τους, τα οποία πέθαναν περιμένοντας τους ιδιοκτήτες τους που δεν επέστρεψαν ποτέ.

Τρεις εβδομάδες μετά την καταστροφή, ο Σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ απευθύνθηκε στον λαό, χωρίς να δώσει καμία εξήγηση για την καθυστέρηση ούτε να περιγράψει πλήρως τα γεγονότα.

Το φθινόπωρο του 1986, επισκέφθηκα για πρώτη φορά την περιοχή που έγινε γνωστή ως «ζώνη αποκλεισμού» του Τσερνόμπιλ, μια έκταση 2.600 τετραγωνικών χιλιομέτρων, έχοντας σταλεί εκεί ως μέλος μιας ομάδας από το επιστημονικό μου ινστιτούτο και, αργότερα, ως ανεξάρτητος φωτογράφος για το σοβιετικό περιοδικό Ogonyok.
Βουβά συγκροτήματα κατοικιών έστεκαν δίπλα σε σχολεία, πισίνες και επιχειρήσεις που έμοιαζαν σαν οι κάτοικοί τους να είχαν μόλις βγει έξω.

Αλλά αυτό που μου έμεινε περισσότερο ήταν εκείνοι που στάλθηκαν για να περιορίσουν την καταστροφή. Όπως μάθαμε, οι πυροσβέστες είχαν σύρει τις μάνικες πάνω από τα συντρίμμια, προσπαθώντας να σβήσουν μια πυρκαγιά που το νερό δεν μπορούσε να κατασβέσει. Δεκάδες χιλιάδες ομάδες καθαρισμού, ή «εκκαθαριστές», στάλθηκαν για να απομακρύνουν το μολυσμένο χώμα ή να σφραγίσουν τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα με σκυρόδεμα. Στρατιώτες απομάκρυναν ραδιενεργά συντρίμμια από την οροφή του εργοστασίου, διακινδυνεύοντας να εκτεθούν σε θανατηφόρες ακτινοβολίες μέσα σε λίγα λεπτά.

Και έπειτα, οι ανθρακωρύχοι. Που έσκαψαν σήραγγες, μέσα στο σκοτάδι και τη ζέστη, συχνά φορώντας μόνο τα ρούχα τους, για να αποτρέψουν τη διαρροή του ραδιενεργού καυσίμου στον υδροφόρο ορίζοντα.
Είχαμε ελάχιστη προστασία — στολές, μπότες και μάσκες — που μας φαινόταν ανεπαρκής. Πριν φύγουμε, μας έλεγχαν και μας πλένανε, σαν αυτό να μπορούσε να αναιρέσει οποιαδήποτε έκθεση. Μετά από κάθε βάρδια, έβαζα τα ρούχα μου σε σφραγισμένες σακούλες και πέταγα τα παπούτσια και τα ρούχα μου.

Αμέσως μετά το δυστύχημα, 30 εργαζόμενοι του εργοστασίου και πυροσβέστες έχασαν τη ζωή τους από οξεία ακτινοβολική νόσο. Αργότερα, χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν από ασθένειες που σχετίζονταν με τη ραδιενέργεια. Εξι φωτογράφοι και εικονολήπτες που είχαν σταλεί εκεί τις πρώτες ημέρες πέθαναν όλοι αργότερα από ασθένειες.
Η αλήθεια είχε ήδη αρχίσει να διακινείται. Οι άνθρωποι μιλούσαν πιο ανοιχτά στο Κίεβο. Οι πρώτες διαμαρτυρίες ήταν μικρές και διστακτικές, αλλά σύντομα εξελίχθηκαν σε μεγαλύτερες διαδηλώσεις που απαιτούσαν απαντήσεις — συγκεντρώσεις που με τη σειρά τους αποτέλεσαν τον πυρήνα του κινήματος για την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.

Τότε ξεκίνησε η καριέρα μου ως δημοσιογράφου. Οι φωτογραφίες μου εκτέθηκαν σε μια ερασιτεχνική έκθεση και στη συνέχεια δημοσιεύτηκαν στο εξωτερικό. Νόμιζα ότι ίσως με συλλάβουν.
Ωστόσο, μέχρι τότε, το ίδιο το σοβιετικό σύστημα βρισκόταν υπό πίεση.
Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991 και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, επέστρεψα πολλές φορές στη ζώνη αποκλεισμού, συχνά μαζί με επιστήμονες, αστυνομικούς και πυροσβέστες. Προσλήφθηκα από το AP το 1989.

Με την πάροδο των χρόνων, το αρχικό κάλυμμα πάνω από τον αντιδραστήρα υπέστη φθορές, δημιουργώντας ανοίγματα από τα οποία διέρρεε ραδιενέργεια. Το 2019, ολόκληρο το κτίριο καλύφθηκε από ένα τεράστιο κάλυμμα σε σχήμα αψίδας, σχεδιασμένο να αντέξει για πολλές γενιές. Φαινόταν ότι η κατάσταση είχε επιτέλους τεθεί υπό έλεγχο.
Το 2022 η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία και οι δυνάμεις της Μόσχας εισέβαλαν στη ζώνη αποκλεισμού, προωθούμενες προς το Κίεβο. Τα στρατεύματα έσκαψαν οχυρώσεις σε μολυσμένο έδαφος, αναστατώνοντας ό,τι ήταν θαμμένο εκεί για καιρό. Τρία χρόνια αργότερα, μια ρωσική επίθεση με drone προκάλεσε ζημιά στο προστατευτικό κτίσμα. Δεν υπήρξε διαρροή ραδιενέργειας, αλλά ήταν μια υπενθύμιση ότι ο κίνδυνος παρέμενε.

Χωρίς ανθρώπινη παρουσία, η ζώνη αποκλεισμού, που εξακολουθεί να είναι μολυσμένη, έχει ανακάμψει με απροσδόκητους τρόπους. Τα δάση έχουν εξαπλωθεί. Η άγρια ζωή έχει πολλαπλασιαστεί. Σπάνια είδη κινούνται πλέον σε μέρη που μέχρι πρότινος χαρακτηρίζονταν μόνο από καταστροφή
Η Πριπιάτ παραμένει παγωμένη στον χρόνο, αλλά όχι πια έρημη, καθώς λογής ζώα περιφέρονται στους δρόμους της.

40 χρόνια μετά, αυτή ίσως είναι η πιο ξεκάθαρη αλήθεια: Ζωές ανατράπηκαν, και για πολύ καιρό η πραγματικότητα παρέμεινε κρυμμένη. Αλλά όταν αφεθεί στην ησυχία της, η φύση επιβιώνει — ακόμα και στο Τσερνόμπιλ».

