Στο αποκορύφωμα του πολέμου στο Βιετνάμ, ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε λανσάρει τη «θεωρία του τρελού προέδρου»: παρότρυνε στενούς συνεργάτες του να διαμηνύσουν στο Ανόι ότι είχε τέτοια ψύχωση με την κομμουνιστική απειλή, που θα μπορούσε να φτάσει μέχρι τη χρήση πυρηνικών όπλων. Ενας τρελός που κρατάει χειροβομβίδα έχει μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στους γύρω του, σκεφτόταν ο Νίξον, αλλά η εξέλιξη των πραγμάτων δεν τον δικαίωσε. Μισό και πλέον αιώνα αργότερα, ο Ντόναλντ Τραμπ έρχεται να δοκιμάσει κι αυτός την τύχη του, εφαρμόζοντας τη θεωρία του παρανοϊκού προέδρου στον πόλεμο με το Ιράν. Αν και οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε ότι παίζει τον ρόλο του με τρομερή πειστικότητα –για λόγους που όλοι υποψιαζόμαστε– τίποτα μέχρι τώρα δεν δείχνει ότι θα έχει καλύτερη τύχη από τον Νίξον.
Εννέα εβδομάδες
Εχοντας πεισθεί από τον Νετανιάχου, ο Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο στις 28 Φεβρουαρίου, εκτιμώντας ότι θα κρατούσε το πολύ «τέσσερις έως πέντε εβδομάδες» και ότι οι ΗΠΑ θα εκπλήρωναν εύκολα και τους τέσσερις στόχους τους: αλλαγή καθεστώτος, λουκέτο στο πυρηνικό πρόγραμμα, παραίτηση από τους βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και διακοπή κάθε βοήθειας προς Χεζμπολάχ, Χαμάς και Χούθι. Καθώς διανύουμε την ένατη εβδομάδα της σύγκρουσης, οι Αμερικανοί δεν έχουν πετύχει κανέναν από αυτούς τους στόχους. Αντιθέτως, έχουν να αντιμετωπίσουν ένα πέμπτο, πελώριο πρόβλημα, καθώς στη διάρκεια της σύγκρουσης το Ιράν κατέκτησε τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, απειλώντας με «Αποκάλυψη» την παγκόσμια οικονομία.
Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε σχιζοειδείς μεταπτώσεις του Αμερικανού προέδρου. Στις 21 Μαρτίου έδωσε στο Ιράν προθεσμία δύο ημερών για να ανοίξει τα Στενά, απειλώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ισοπεδώσει όλα τα ηλεκτροπαραγωγικά του εργοστάσια. Στη συνέχεια παρέτεινε την προθεσμία μέχρι τις 28 Μαρτίου και ύστερα μέχρι τις 6 Απριλίου, παρότι ο εχθρός δεν είχε υποκύψει στον εκβιασμό του, επικαλούμενος «καλές συνομιλίες» με την ιρανική ηγεσία.
Στις 31 Μαρτίου προσέθεσε στη λίστα των απειλών του το νησί Χαργκ, τις πετρελαιοπηγές και τα εργοστάσια αφαλάτωσης νερού, ενώ την επομένη δήλωσε ότι θα γυρίσει το Ιράν «στη Λίθινη Εποχή». Ανήμερα το Πάσχα (5 Απριλίου για τους Αμερικανούς) εξερράγη σε γλώσσα καταγωγίου και στις 7 Απριλίου απείλησε ότι «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε». Λίγες ώρες αργότερα, ανακοίνωσε εκεχειρία δύο εβδομάδων ενόψει ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων με το Ιράν στο Πακιστάν.
Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, κήρυξε ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν και απείλησε ότι θα ανατινάξει «μία προς μία όλες τις γέφυρες και όλα τα εργοστάσια ηλεκτρισμού» της χώρας. Στις 21 Απριλίου δήλωσε ότι δεν επρόκειτο να παρατείνει την εκεχειρία και ότι ο στρατός του «ανυπομονούσε να βομβαρδίσει». Ωστόσο, λίγες ώρες πριν από την εκπνοή της εκεχειρίας ανακοίνωσε μονομερώς την επ’ αόριστον παράτασή της, υποχωρώντας για τρίτη συνεχή φορά μπροστά στην αδιαλλαξία του αντιπάλου του, αν και διατήρησε τον ναυτικό αποκλεισμό ως μέσο πίεσης.
Σε πρώτη φάση οι Αμερικανοί επένδυσαν στην αεροπορική ισχύ, σε δεύτερο χρόνο ταλαντεύθηκαν για το ενδεχόμενο χερσαίων επιχειρήσεων και εντέλει, στράφηκαν στο ναυτικό τους, ελπίζοντας ότι ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών θα οδηγήσει σε ασφυξία την οικονομία του Ιράν.
Αμφιταλαντεύσεις
Αν θέλαμε να συνοψίσουμε τις πρώτες οκτώ εβδομάδες αυτής της σύγκρουσης, θα λέγαμε ότι σε πρώτη φάση οι Αμερικανοί επένδυσαν στην αεροπορική ισχύ, αλλά, παρά τις καταστροφές που προκάλεσαν και την εξόντωση Ιρανών ηγετών από το Ισραήλ, δεν κατάφεραν τους στόχους τους. Σε δεύτερο χρόνο ταλαντεύθηκαν για το ενδεχόμενο χερσαίων επιχειρήσεων, αλλά το πολύ μεγάλο ρίσκο, συν τα αποθαρρυντικά αποτελέσματα της επιχείρησης στο Ισφαχάν με στόχο τα ιρανικά αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου έβαλαν αυτά τα σενάρια στο συρτάρι. Εντέλει, στράφηκαν στο ναυτικό τους, ελπίζοντας ότι ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών θα οδηγήσει σε ασφυξία την ήδη πάσχουσα οικονομία του Ιράν και θα κάμψει την αδιαλλαξία της ηγεσίας του.


Τούτων δοθέντων, ο πόλεμος των πυραύλων μετεξελίχθηκε σε πόλεμο των δύο αποκλεισμών του Ορμούζ, του ιρανικού και του αμερικανικού, με διακύβευμα το ποιος θα λυγίσει πρώτος. Τα μέχρι στιγμής δεδομένα δεν είναι ενθαρρυντικά για την Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με τις λίστες της Lloyd’s, από τις 2 Μαρτίου μέχρι τις 19 Απριλίου είχαν περάσει από τα Στενά 308 πλοία ιρανικών συμφερόντων και μόνο 90 πλοία εταίρων των ΗΠΑ.
Μετά την κατάσχεση δύο ιρανικών πλοίων από τις αμερικανικές δυνάμεις, οι Ιρανοί ανταπέδωσαν τα ίσα, με την κατάσχεση δύο πλοίων. Ολα δείχνουν ότι αν τα αμερικανικά πολεμικά πλοία συνεχίσουν να περιπολούν 400 μίλια και πλέον μακριά από τα Στενά για να μη ρισκάρουν απώλειες, δεν θα έχουν μεγάλες πιθανότητες να πετύχουν την αποστολή τους. Η πρόσφατη αποπομπή του υφυπουργού Ναυτικού Τζον Φίλαν από το Πεντάγωνο, λίγο καιρό μετά την εκδίωξη του αρχηγού του Στρατού Ξηράς, μάλλον δεν είναι άσχετη με τις πολεμικές αποτυχίες.
Σε αυτό το ιδιότυπο μπρα-ντε-φερ, ο χρόνος μετράει διαφορετικά για τις δύο πλευρές. Ο Τραμπ αγωνίζεται σαν παλαιστής του σούμο, όπου κάθε γύρος κρίνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα: πασχίζει να επιβληθεί με τον τεράστιο όγκο και την ορμή του πάνω στον αντίπαλο πολύ γρήγορα, μια και ο εκτροχιασμός της παγκόσμιας οικονομίας στην ατραπό μιας οδυνηρής ύφεσης μπορεί να είναι υπόθεση λίγων εβδομάδων. Την Τετάρτη, ο επίτροπος Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ενωσης Νταν Γιόργκενσεν δήλωσε ότι η αποσταθεροποίηση που φέρνει το Ιρανικό «είναι πιθανόν τόσο σοβαρή όσο οι κρίσεις του 1973 και του 2022 συνδυασμένες» και ότι μας περιμένουν «πολύ δύσκολοι μήνες, ίσως και χρόνια».
Οπως ο Μοχάμεντ Αλι
Το Ιράν, αντιθέτως, ακολουθεί την πιο μακροπρόθεσμη τακτική του Μοχάμεντ Αλι, το περίφημο rope-a-dope, στους ιστορικούς πυγμαχικούς αγώνες του με τον Τζο Φρέιζερ και τον Τζορτζ Φόρμαν, όπου άφηνε τον αντίπαλο να εξαντλείται χτυπώντας τον πάνω στα σχοινιά, μέχρι να εμφανιστεί η ευκαιρία για τον χτυπήσει εκείνος στο αδύνατο σημείο του. Πέρα από την πίεση στην παγκόσμια οικονομία, που είναι το βασικό του χαρτί, ο ρυθμός εξάντλησης των οπλοστασίων του είναι μικρότερος από εκείνον των Αμερικανών. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των αμερικανικών υπηρεσιών, εξακολουθεί να διαθέτει το 70% των πυραύλων του, το 60% των εκτοξευτήρων και το 50% των drones, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να συνεχίσει να πολεμάει για τουλάχιστον πέντε ή έξι μήνες.
Είναι αλήθεια ότι σε αυτές τις οκτώ εβδομάδες το Ιράν έχει υποστεί οδυνηρά πλήγματα. Σύμφωνα με τον τελευταίο απολογισμό της κυβερνητικής εκπροσώπου στην Τεχεράνη, έχουν πληγεί 125.000 κτίρια, μεταξύ των οποίων 339 υγειονομικές εγκαταστάσεις, 31 πανεπιστήμια, 857 σχολεία, 20.000 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, με το συνολικό κόστος να υπολογίζεται σε 270 δισ. δολάρια. Η γαλλική Le Monde ανέφερε ότι τρία έως τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι έχουν μείνει χωρίς δουλειά.
Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τώρα το Ιράν δείχνει μεγάλες δυνατότητες απορρόφησης πόνου. Κάθε βράδυ οι κεντρικοί δρόμοι των πόλεων γεμίζουν από διαδηλωτές εναντίον του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου. Η κρατική τηλεόραση παρουσιάζει συνεντεύξεις με μακιγιαρισμένες γυναίκες χωρίς μαντίλα, που συσπειρώνονται γύρω από τη σημαία, ενώ φοιτητές και φοιτήτριες από την ανωτάτη σχολή καλών τεχνών της Τεχεράνης, έπαλξη της αντιπολίτευσης, δημιουργούν γκράφιτι εναντίον των επιδρομέων.
Το αδιέξοδο και η στροφή
Σε αυτό το φόντο, είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς αν τα πράγματα θα εξελιχθούν προς ένα ιστορικό συμβιβασμό –πυρήνας του οποίου θα είναι ο επώδυνος συμβιβασμός της Τεχεράνης στο πυρηνικό, με αντάλλαγμα την άρση του βασικού όγκου των κυρώσεων– ή προς την υποτροπή του πολέμου, σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα. Για την ώρα, τα αδιέξοδα του Τραμπ προκαλούν αδιανόητους μέχρι χθες τρανταγμούς στις αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις.
Σαράντα από τους 47 Δημοκρατικούς γερουσιαστές ψήφισαν πρόταση για την αναστολή παράδοσης στρατιωτικού υλικού στο Ισραήλ. Την ίδια ώρα, ο εβραϊκής καταγωγής πρώην προσωπάρχης του Ομπάμα και νυν δήμαρχος Σικάγου Εμάνουελ Ραμ (το δεύτερο όνομα του οποίου είναι Ισραελ), ο οποίος μάλιστα έχει φιλοδοξίες για το προεδρικό χρίσμα του κόμματος, ζήτησε να διακοπεί διά παντός η ετήσια στρατιωτική βοήθεια της χώρας του προς το Ισραήλ, ύψους 3,8 δισ. δολαρίων. Ασχημα προμηνύματα για τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, την ώρα που οι δημοσκοπήσεις τον εμφανίζουν να χάνει τις εκλογές του Οκτωβρίου.

