Ενα από τα αντικίνητρα γύρω από τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν ήταν η προοπτική έξαρσης των τρομοκρατικών επιθέσεων, οι οποίες θα λειτουργούσαν ως αντίποινα από το καθεστώς της Τεχεράνης. Ομως, μέχρι στιγμής, δεν έχουν επιβεβαιωθεί οι κατά τα άλλα εύλογες ανησυχίες. Υπάρχουν ορισμένες πιθανές εξηγήσεις.
Κατά μία άποψη, το Ιράν δεν έχει υλοποιήσει τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ και στους συμμάχους τους όχι επειδή δεν θέλει, αλλά επειδή δεν μπορεί. Η επιχείρηση εκκαθάρισης της ανώτατης ιρανικής ηγεσίας, μέσα από την αναγνώριση και δολοφονία τουλάχιστον 250 Ιρανών πολιτικών και στρατιωτικών, κατέδειξε τη θεαματική διείσδυση των ΗΠΑ και του Ισραήλ σε επίπεδο πληροφοριών στο Ιράν. Πιθανώς κάποιες τρομοκρατικές επιθέσεις έχουν αποτραπεί από τις μυστικές υπηρεσίες των δύο χωρών, είτε έχουν συνειδητά αποφευχθεί από τα εναπομείναντα στελέχη του καθεστώτος υπό τον φόβο του εντοπισμού τους· τα πλήγματα που έχει δεχθεί ο μηχανισμός τους ενδεχομένως καθιστούν δύσκολη την οργάνωση και κατεύθυνση ανάλογων επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το Ιράν επιλέγει συνειδητά να μην προσφύγει στην τρομοκρατία. Πρώτον, για να μην προκαλέσει μια δυσανάλογη στρατιωτική αντίδραση των ΗΠΑ. Δεύτερον, προκειμένου να μη μεταβάλλει το κλίμα στην αμερικανική κοινή γνώμη, η οποία δεν στηρίζει –για διαφορετικούς λόγους– αυτόν τον πόλεμο. Τρίτον, επειδή θεωρεί ότι δεν χρειάζεται τον σχεδιασμό τρομοκρατικών επιθέσεων, καθώς καταφέρνει ούτως ή άλλως να επιβάλει κόστος με τις επιθέσεις στις χώρες του Κόλπου και κυρίως μέσω των διαταραχών που προκαλεί στα Στενά του Ορμούζ.
Υπάρχει όμως ακόμη μία, σαφώς απευκταία πιθανότητα. Την περιγράφει με τον εξής τρόπο ο Ντάνιελ Μπάιμαν του Center for Strategic and International Studies: «Μπορεί τρομοκρατικές επιθέσεις να βρίσκονται καθ’ οδόν και απλώς να μην έχουν συμβεί ακόμη. Η εκδίκηση, όπως το παγωτό, σερβίρεται καλύτερα κρύα. Το Ιράν περίμενε πάνω από ένα χρόνο πριν εκπονήσει ένα σχέδιο για τη δολοφονία του πρώην συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Τζον Μπόλτον, λόγω του ρόλου του στη δολοφονία του ηγέτη της Δύναμης Κουντς των Φρουρών της Επανάστασης, Κασέμ Σουλεϊμανί. Εκείνο το αμερικανικό χτύπημα ωχριά σε σύγκριση με την κλίμακα των δολοφονιών σε αυτόν εδώ τον πόλεμο, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, του αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών, του επικεφαλής των Φρουρών της Επανάστασης και πολλών άλλων. Το Ιράν μπορεί απλώς να αναζητά την κατάλληλη ευκαιρία για να πάρει εκδίκηση, ίσως περιμένοντας μέχρι να ολοκληρωθεί η σύγκρουση και να μειωθεί ο κίνδυνος κλιμάκωσης».
Μιλώντας στην «Κ» ο συγγραφέας του βιβλίου «The Revolutionists», βετεράνος ανταποκριτής του Guardian Τζέισον Μπερκ προέβη στην ακόλουθη παρατήρηση: «Βρισκόμαστε σε μια κομβική στιγμή με δύο πιθανές πηγές τρομοκρατικής κλιμάκωσης. Η μία θα ήταν από προϋπάρχουσες σουνιτικές τζιχαντιστικές ομάδες – και δεν το έχουμε δει καθόλου, κυρίως επειδή οι περισσότερες από αυτές τις ομάδες βλέπουν με μεγάλη δυσμένεια το σιιτικό Ιράν. Το ISIS εξέδωσε μάλιστα μια δήλωση με την οποία τάχθηκε εμμέσως στο πλευρό των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, κάτι που είναι εξόχως ενδιαφέρον. Η άλλη πιθανή απειλή πηγάζει από τα ίδια τα δίκτυα του Ιράν, ιδιαίτερα από το IRGC και τις θυγατρικές του. Εχουμε δει κάποιες επιθέσεις χαμηλού επιπέδου στη Δυτική Ευρώπη, αλλά το ερώτημα είναι αν αυτές οι μικρής κλίμακας επιχειρήσεις αντανακλούν τα όρια των δυνατοτήτων του Ιράν ή μια σκόπιμη επιλογή για να διατηρήσει προσεκτικά τα ασύμμετρα αντίποινά του πολύ βαθμονομημένα».
Σημειωτέον, το Ιράν έχει συχνά χαρακτηριστεί το κορυφαίο κράτος-χορηγός της τρομοκρατίας. Μάλιστα, οι ΗΠΑ προσεγγίζουν τους Φρουρούς της Επανάστασης ως τρομοκρατική ομάδα, παρότι στην πράξη συνιστούν κρατική οντότητα. Τη συσχέτιση του ιρανικού καθεστώτος με τον ασύμμετρο πόλεμο εις βάρος των αντιπάλων του υποδηλώνουν εδώ και δεκαετίες τρομοκρατικές επιθέσεις σε περιοχές όπως Αργεντινή, Μπαχρέιν, Βοσνία, Βουλγαρία, Γερμανία, Κένυα, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και ΗΠΑ. Μετά την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής επιχείρησης και την εξόντωση του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη του Ιράν, η αντίδραση της Τεχεράνης επεκτάθηκε μεν σε ορισμένους πολιτικούς στόχους στις χώρες του Κόλπου –με πυραύλους, ρουκέτες και drones–, όμως δεν έχει μετουσιωθεί σε μια κλασική διασπορά τρομοκρατικών χτυπημάτων. Μένει να αποδειχθεί κατά πόσον αυτό αποτελεί μια –συγκυριακή– επιλογή του ιρανικού καθεστώτος.

