ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ έγκλημα που να μην έχει περάσει από εδώ. Η γυναικοκτονία της Καρολάιν Κράουτς από τον Μπάμπη Αναγνωστόπουλο, η πενταπλή δολοφονία των κυνηγών στο Αγρίνιο, η αδέσποτη σφαίρα από ένα γλέντι που τραυμάτισε την ανήλικη Αλεξία σε μια αυλή στον Ασπρόπυργο, η βεντέτα στην Κρήτη. Στους διαδρόμους της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ) της Ελληνικής Αστυνομίας οι ιστορίες που φιγουράρουν στα δελτία των ειδήσεων αναλύονται σε DNA, κάλυκες και αποτυπώματα.
Ολα τα πειστήρια καταλήγουν στην υπηρεσία που έχει λύσει μερικά από τα μεγαλύτερα αινίγματα δολοφονιών, ληστειών και απαγωγών. Σε ένα κτίριο σχετικά απρόσωπο, ανάμεσα σε εργαστήρια και αποθήκες, αστυνόμοι και επιστήμονες, γραφολόγοι, βιοχημικοί, ερευνητές, και ειδικοί βαλλιστικών εξετάσεων «αναβιώνουν» το έγκλημα για να βρουν τον ένοχο. Στην αναπαράσταση αυτή, όλα τα σενάρια είναι πιθανά. Τα ευρήματα θα παραδοθούν στα χέρια του εισαγγελέα για να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Οι πρώτοι κατά συρροή δολοφόνοι προκάλεσαν τον τρόμο σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού και άλλαξαν βίαια και οριστικά τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με την ίδια την έννοια του εγκλήματος.
Η ταξίαρχος και επικεφαλής της Διεύθυνσης, Βασιλική Αθανασοπούλου, μας οδηγεί στο εκθεσιακό κέντρο της ΔΕΕ, ένα χώρο ανοιχτό στο εκπαιδευτικό κοινό, όπου για πρώτη φορά εκτίθενται ευρήματα και πειστήρια από σκοτεινές υποθέσεις που λύθηκαν εδώ. Το αρχείο πάει έτη πίσω, με πρώτη στη σειρά της μνήμης μια παλιά ιστορία. Ηταν άνοιξη του 1969 όταν οι Γερμανοί Χέρμαν Ντουφτ και Χανς Μπασενάουερ έφτασαν στην Αθήνα και σε διάστημα 40 ημερών διέπραξαν έξι δολοφονίες, πέντε ληστείες και ένα βαρύ τραυματισμό. Ηταν ίσως οι πρώτοι κατά συρροή δολοφόνοι, οι οποίοι προκάλεσαν τον τρόμο σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού και άλλαξαν βίαια και οριστικά τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με την ίδια την έννοια του εγκλήματος.
ΧΩΡΙΣ ΦΡΑΓΜΟΥΣ
«Πήγαιναν να βάλουν βενζίνη, σκότωναν τον βενζινά. Βγαίνανε για διασκέδαση, τους τέλειωναν τα λεφτά, πήγαιναν σε μία βίλα δίπλα, σκότωναν τον ιδιοκτήτη. Δεν υπήρχαν φραγμοί. Ηδη οι αρχές είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για αλλοδαπούς», αφηγείται την ιστορία η αστυνόμος. Ορόσημο για τη Διεύθυνση η υπόθεση αυτή, η οποία άφησε ιστορία δείχνοντας τον δρόμο για τη μεθοδολογία που ακολούθησε η υπηρεσία στις μετέπειτα διαλευκάνσεις. «Αποφασίζουν να κινηθούν προς την Αρχαία Ολυμπία, να σκοτώσουν ίσως κάποιο τουρίστα. Πλέον όμως εκεί, κοντά στην Κόρινθο, τους χαλάνε τα φώτα στο αυτοκίνητο», συνεχίζει η ταξίαρχος. Για να φτάσει στο τραγικό τους τέλος. «Eνας ομογενής σταματάει να τους βοηθήσει. Για κακή του τύχη τους συνοδεύει περίπου μέχρι το Χαϊδάρι. Aποφασίζουν να τον σκοτώνουν και αυτόν. Μια δασκάλα όμως της εποχής, πολύ παρατηρητική, από το μπαλκόνι της είδε ότι αυτό το αμάξι είναι άγνωστο στην περιοχή, οπότε φώναξε τον γιο της γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει τι είναι. Διαπιστώνει ότι πάνω στο καπό υπάρχουν αιματηρές κηλίδες, οπότε καλούν και την αστυνομία. Εντέλει συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο».

ΠΕΙΣΤΗΡΙΑ
Για να καταλήξει ένα έγκλημα στους διαδρόμους της διεύθυνσης, πρώτα χτυπάει το τηλέφωνο στην Υποδιεύθυνση Σκηνής Εγκλήματος, η οποία είναι ενεργή 24 ώρες το 24ωρο. Καλούν για συνεργείο. «Χρειαζόμαστε ένα φωτογράφο και εξερευνητή γιατί έχουμε σε εξέλιξη έγκλημα». Μια ειδική ομάδα θα ξεκινήσει από την έδρα της υπηρεσίας για να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες που αφορούν τη φωτογράφηση, την οριοθέτηση των πειστηρίων, τη συλλογή τους με μεγάλη προσοχή στη συσκευασία και τελικώς την αποστολή πίσω στην υπηρεσία. «Αυτή είναι η δυναμική», περιγράφει η κυρία Αθανασοπούλου.
Κάθε υπόθεση έχει την ιδιαιτερότητά της και υπάρχουν συγκεκριμένα πρωτόκολλα τα οποία ακολουθούμε, ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα αλλοίωσης του πειστηρίου.
«Τα πειστήρια έρχονται σε εμάς. Αποστέλλονται από διάφορες περιοχές, πάντα με συγκεκριμένα αιτήματα από εισαγγελικές και ανακριτικές Αρχές», συνεχίζει. «Επειτα θα γίνει ένας διαμοιρασμός. Πρέπει να αποφανθεί κανείς αν θα γίνει εξέταση DNA πρώτα ή αν θα πρέπει να ληφθούν αποτυπώματα. Κάθε υπόθεση έχει την ιδιαιτερότητά της και υπάρχουν συγκεκριμένα πρωτόκολλα τα οποία ακολουθούμε, ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα αλλοίωσης του πειστηρίου». Αλλωστε τα πειστήρια δεν έρχονται μόνα τους από τον τόπο του εγκλήματος. Οπως εξηγεί η επικεφαλης της ΔΕΕ, «πηγαίνουν οι ερευνητές μας, θα τους έχετε δει με τα βαλιτσάκια και τις ειδικές στολές ενίοτε». Οπως σημειώνει ο ερευνητής δεν περιορίζεται στον χώρο που έλαβε χώρα η ανθρωποκτονία. Ακολουθώντας τα αιματηρά ίχνη, θα βρει το όπλο του εγκλήματος. «Ο εξερευνητής πραγματοποιεί μια ανασύσταση των γεγονότων ώστε να φέρει τα σωστά πειστήρια σε εμάς. Ανάμεσα σε αυτά, είναι δείγματα αίματος, σπέρμα ή και τρίχες από όπου μπορεί να αντληθεί δείγμα DNA».
ΤΟ DNA TOY ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Για την Αριστέα Μεθενίτη, διευθύντρια της Υποδιεύθυνσης Βιολογικών και Βιοχημικών Εξετάσεων και Αναλύσεων, το κάθε πειστήριο από μόνο του δεν λέει κάτι. Είναι η ιστορία πίσω από το καθένα από αυτά που χτίζει το παζλ. «Για παράδειγμα, είχαμε ένα ποτήρι νερού το οποίο βρέθηκε σε ένα περιστατικό κλοπής σε μια περιοχή βόρεια της Αθήνας. Μέσα από αυτό εντοπίστηκε ο δράστης μιας ανθρωποκτονίας που είχε γίνει οκτώ χρόνια πριν στο κέντρο της Αθήνας. Ο δράστης ήταν μάλιστα γυναίκα, μια Ρωσίδα. Δηλαδή ένα ποτήρι μπόρεσε να καταδείξει μέσω της αναζήτησης σε βάσεις δεδομένων που έχουμε, τη δράστιδα μίας ανθρωποκτονίας που είχε τελεστεί πολλά χρόνια πίσω», αναλύει η βιοχημικός εξηγώντας πώς η πρόοδος στην ταυτοποίηση και οι κοινές ευρωπαϊκές τράπεζες DNA έχουν επιλύσει πολλά παλαιότερα εγκλήματα και έχουν υποδείξει τον δράστη.
Ακόμη και ρούχα που έχουν πλυθεί κουβαλούν ίχνη DNA.
Στο εργαστήριό της καταφτάνουν πειστήρια για υποθέσεις από ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. «Για ό,τι αδίκημα μπορείτε να φανταστείτε, από μια απλή κλοπή μέχρι ληστεία, τρομοκρατία, ανθρωποκτονίες, βιασμοί, όλα έρχονται εδώ. Τα πειστήρια εξετάζονται από πραγματογνώμονες DNA, έπειτα γίνεται η εργαστηριακή ανάλυση και στη συνέχεια εξετάζονται τα αποτελέσματα και αναλύονται. Ο πραγματογνώμονας συντάσσει την έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, η οποία αποστέλλεται στη συνέχεια στην εκάστοτε αρχή που μας την έχει ζητήσει και έτσι ταυτοποιείται», αναλύει η ίδια τα βήματα της διαδικασίας. Αν και οι εξελίξεις στον τομέα είναι ραγδιαίες, το DNA πολλές φορές δεν είναι ορατό με γυμνό μάτι, γεγονός που κάνει τη διαδικασία σύνθετη. «Αν έχεις μια κηλίδα αίματος που τη βλέπεις με το μάτι, και είναι ορατή είναι εύκολο. Αλλά υπάρχει περίπτωση να υπάρχει DNA σε αίμα πλυμένο, όπως λέμε. Ακόμη και ρούχα που έχουν πλυθεί κουβαλούν ίχνη DNA».

ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΟΠΛΩΝ
Η κουβέντα πάει στα όπλα. Πιο δημοφιλές είναι το καλάζνικοφ, το οποίο οι εγκληματίες το προτιμούν. «Κάθε όπλο τη στιγμή της πυροδότησης θα αφήσει ατομικά ίχνη, τα οποία είναι τα ίχνη της ταυτότητας του όπλου και είναι μοναδικά. Οπως ακριβώς συμβαίνει και με τα δακτυλικά αποτυπώματα στον άνθρωπο. Δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα ένα δεύτερο όπλο που να έχει αφήσει τα ίδια ατομικά ίχνη με ένα άλλο», θα μοιραστεί την πολυετή εμπειρία του στις βαλιστικές εξετάσεις ο αστυνόμος Νικόλαος Τσιάτης, προϊστάμενος στην Υποδιεύθυνση Εργαστηρίων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών. «Ετσι, για παράδειγμα, αν έχουμε ένα περιστατικό με ανθρωποκτονία και υπάρχει ένας κάλυκας από τη σκηνή του εγκλήματος και έχουμε ένα όπλο το οποίο έχει βρεθεί στην κατοχή κάποιου υπόπτου, θα κάνουμε συγκριτική αντιπαραβολή στο μικροσκόπιο των ιχνών που έχουμε από το όπλο και των ιχνών που έχουμε από τον κάλυκα στη σκηνή του εγκλήματος. Και αν τα ίχνη αυτά ταυτοποιούνται, σημαίνει ότι το όπλο που έχουμε είναι αυτό που χρησιμοποιήθηκε στο περιστατικό», θα εξηγήσει τη μεθοδολογία για να φέρει στο προσκήνιο ένα περιστατικό που έλαβε χώρα πριν από λίγα χρόνια σε μια επαρχιακή πόλη.
Η τεχνητή νοημοσύνη και οι βάσεις δεδομένων μάς λύνουν τα χέρια. Ποτέ όμως δεν φεύγει από τη μέση ο ανθρώπινος παράγοντας, ο εξεταστής. Γιατί ό,τι και να βγάλει το σύστημα, πρέπει ο εξεταστής να το επαληθεύσει.
«Είχαμε τον πολύ σοβαρό τραυματισμό ενός ανήλικου κοριτσιού, το οποίο είχε δεχθεί μια βολίδα στο ύψος του δεξιού κροτάφου της. Μεταβήκαμε στο σημείο που είχε λάβει χώρα το περιστατικό και προσπαθήσαμε συλλέγοντας τις πληροφορίες, σε συνεργασία με την προανάκριση, να διαπιστώσουμε ποια ήταν η πιο πιθανή ακριβής θέση που είχε το παιδί την ώρα που δέχθηκε το βλήμα. Κάναμε και κάποιους υπολογισμούς ώστε να εντοπίσουμε το πιθανότερο σημείο από το οποίο μπορεί να είχε προέλθει το βλήμα και τελικά θυμάμαι ότι βρήκαμε σε μια απόσταση που ήταν μεγαλύτερη από 400 μέτρα. Το βλήμα είχε διαγράψει μια καμπύλη τροχιά σε μια τόσο μεγάλη απόσταση και τελικά ατυχώς κατέληξε να τραυματίσει πολύ σοβαρά το κοριτσάκι», περιγράφει τη δραματική στιγμή.
Αλλο ένα έγκλημα που είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο ήταν η ανθρωποκτονία των πέντε κυνηγών στην περιοχή του Αγρινίου. «Ηταν μια υπόθεση που είχε πάρα πολλές δυσκολίες γιατί είχαν περισυλλέγει πειστήρια από διάφορα σημεία και είχαν έρθει αρχικά στα εργαστήριά μας πολλοί κάλυκες που είχαν προέλθει από τους πυροβολισμούς. Και είχαμε και πάρα πολλά πειστήρια τα οποία είχαν αφαιρεθεί από τα σώματα κατά τη νεκροτομή των θυμάτων. Διαπιστώσαμε γρήγορα πως όλοι οι κάλυκες προέρχονταν από ένα όπλο και μάλιστα από τη μορφολογία των ιχνών, γνωρίζαμε ότι ήταν ένα όπλο, τύπου καραμπίνας. Εντέλει βρέθηκε ένα όπλο μέσα σε ένα σπίτι το οποίο μας απεστάλη στα εργαστήρια και ταυτοποιήσαμε όντως ότι το όπλο αυτό ήταν αυτό που είχε χρησιμοποιηθεί για τις ανθρωποκτονίες των πέντε ατόμων».

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΥΣΚΕΥΕΣ
Υπάρχουν και εγκλήματα χωρίς μάρτυρες και χωρίς βάσιμα πειστήρια. «Για παράδειγμα στη δολοφονία της Καρολάιν, δεν υπήρχαν άλλες μαρτυρίες, βίντεο, οπτικό υλικό. Οπότε επί της ουσίας ήταν ο λόγος του συζύγου και δεν υπήρχε κάτι άλλο για να επιβεβαιώσουν τα λεγόμενά του ή όχι», ανοίγει τα χαρτιά του ο αστυνόμος Αλέξανδρος Βασιλαράς, επικεφαλής Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Ερευνας και Ανάλυσης. «Από τις ψηφιακές συσκευές, από το ρολόι, μπορέσαμε και φτιάξαμε μια χρονική αλληλουχία με το τι συνέβη στο σπίτι. Οπότε όλα αυτά τα στοιχεία ήρθαν σε αντιπαράθεση με τα λεγόμενα του δράστη».
Αν και η εμπειρία και η γνώση είναι σημαντικές στην εξειχνίαση εγκλημάτων, η τεχνολογία έχει βοηθήσει στην επίλυση ακόμη περισσότερων. Για την επικεφαλής της υπηρεσίας, Βασιλική Αθανασοπούλου, «είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η αυτοματοποίηση βοηθάει πάρα πολύ και γίνονται πιο στοχευμένες κινήσεις. Γενικά η τεχνητή νοημοσύνη και οι βάσεις δεδομένων μάς λύνουν τα χέρια. Ποτέ όμως δεν φεύγει από τη μέση ο ανθρώπινος παράγοντας, ο εξεταστής. Γιατί ό,τι και να βγάλει το σύστημα, πρέπει ο εξεταστής να το επαληθεύσει». «Για να μπορέσουν οι άνθρωποι να βάλουν μια τελεία, όπως λέμε, να πουν αυτή η σορός πού ανήκει» συνοψίζει τον απώτερο σκοπό της υπηρεσίας η βιοχημικός Αριστέα Μεθενίτη, λίγο πριν ανοίξει τον ψύκτη με τα δείγματα DNA και πει με δυνατή φωνή: «Eίχαμε άλλη μια γυναικοκτονία προχθές, πάμε να ταυτοποιήσουμε τον δράστη».
Κάμερα: Μαρία Σιδηροπούλου
Μοντάζ: Φίλιππος Φερεντίνος
Ρεπορτάζ: Νίνα Μαρία Πασχαλίδου
Αρχισυνταξία: Ιωάννα Μπρατσιάκου
