Είναι τα παιδιά μας καράβια που πρέπει να μπουν οπωσδήποτε στη δική μας ρότα; Ή μήπως χρειάζεται να τα βοηθήσουμε να βρουν τον δικό τους τρόπο να ταξιδεύουν, χωρίς «ταμπέλες» που αποπροσανατολίζουν; Στο νέο επεισόδιο, οι Μαμάδες με ρούμι παρέα με τη δρα Δανάη Δεληγεώργη μιλάνε για το τι βλέπουμε όταν κοιτάμε ένα παιδί. Χαρακτήρα, αντίδραση, τεμπελιά, υπερβολή ή απλά έναν διαφορετικό ρυθμό που θα θέλαμε να κατανοήσουμε; Με αφορμή το βιβλίο «Πάνω, κάτω, μπροστά, πίσω», εκδ. Διόπτρα, μιλάμε για τα παιδιά, τους γονείς, τις ταμπέλες και τη σπουδαιότητα που έχει το να βρούμε πρώτα τη δική μας θέση πριν δείξουμε σε άλλους τον δρόμο.
Ακούστε εδώ το επεισόδιο:
Τι βλέπουμε όταν κοιτάμε ένα παιδί;
Οι «ταμπέλες» έχουν κάτι ανακουφιστικό. Μας δίνουν μια γρήγορη εξήγηση για κάτι που μας δυσκολεύει. Ενα παιδί που δεν συνεργάζεται γίνεται «αντιδραστικό». Ενα παιδί που αργεί γίνεται «τεμπέλικο». Ενα παιδί που ξεσπά «υπερβολικό» κ.ο.κ. Μόνο που οι γρήγορες εξηγήσεις δεν περιγράφουν σωστά μια κατάσταση. Πολλές φορές η ταμπέλα δεν μας βοηθά να δούμε καλύτερα το παιδί. Μας βοηθά απλώς να αντέξουμε τη δική μας αμηχανία μπροστά σε κάτι που δεν καταλαβαίνουμε. Μας δίνει την αίσθηση ότι ξέρουμε τι συμβαίνει, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να μας απομακρύνει από την πιο ουσιαστική ερώτηση: τι προσπαθεί να μας δείξει αυτό το παιδί μέσα από τη συμπεριφορά του;
Γιατί πίσω από μια συμπεριφορά που μας δυσκολεύει μπορεί να υπάρχει κούραση. Φόβος. Υπερένταση. Ανάγκη για ασφάλεια. Ανάγκη για περισσότερο χρόνο. Ενας διαφορετικός τρόπος επεξεργασίας της κατάστασης, μια δυσκολία που δεν έχει ακόμη βρει λέξεις.
Οταν ένα παιδί πέσει και χτυπήσει το γόνατό του, ξέρουμε τι να κάνουμε. Βλέπουμε το τραύμα. Καταλαβαίνουμε τον πόνο. Σταματάμε, σκύβουμε, καθαρίζουμε την πληγή, παρηγορούμε, φροντίζουμε.
Οταν όμως ένα παιδί δυσκολεύεται να μάθει, να συγκεντρωθεί, να εκφραστεί, να οργανωθεί, να ακολουθήσει οδηγίες, να διαχειριστεί το σώμα ή το συναίσθημά του, το τραύμα δεν φαίνεται πάντα. Μπορεί να εμφανιστεί αργά, μέσα από αποφυγή, θυμό, άρνηση, σιωπή ή μια σταδιακή απώλεια αυτοπεποίθησης. Και εκεί είναι που οι ενήλικες χρειάζεται να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά. Οχι για να βάλουμε μια νέα ταμπέλα. Αλλά για να καταλάβουμε τι μπορεί να είναι αυτό που δεν βλέπουμε.
Μια μαθησιακή ή αναπτυξιακή δυσκολία δεν έχει να κάνει απαραίτητα με την ευφυΐα, την προσπάθεια ή το ενδιαφέρον ενός παιδιού. Πολύ συχνά μιλάμε για παιδιά με πολλές δυνατότητες, που όμως επεξεργάζονται την πληροφορία με διαφορετικό τρόπο. Και αυτή η διάκριση αλλάζει πολλά.
Γιατί άλλο είναι να πιστεύουμε ότι ένα παιδί «δεν θέλει» και άλλο να αναρωτιόμαστε «μήπως δεν μπορεί ακόμη με αυτόν τον τρόπο». Αλλο είναι να βλέπουμε τεμπελιά και άλλο να βλέπουμε δυσκολία στην οργάνωση. Αλλο είναι να βλέπουμε αδιαφορία και άλλο να βλέπουμε κόπωση. Αλλο είναι να βλέπουμε αντίδραση και άλλο να βλέπουμε ένα παιδί που έχει φτάσει στα όρια του.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι σταματάμε να βάζουμε όρια ή ότι όλα εξηγούνται με μία δυσκολία. Σημαίνει όμως ότι πριν ερμηνεύσουμε, παρατηρούμε:
Πότε δυσκολεύεται το παιδί;
Σε ποιες στιγμές αποσύρεται;
Τι αποφεύγει συστηματικά;
Τι το ανακουφίζει;
Πότε φαίνεται να μπορεί και πότε μοιάζει να κλείνεται;
Τι αλλάζει όταν του δώσουμε χρόνο, χώρο, σύνδεση ή έναν πιο καθαρό τρόπο καθοδήγησης;
Η παρατήρηση είναι μια ενεργός πράξη φροντίδας. Είναι ο τρόπος να περάσουμε από την υπόθεση στην κατανόηση. Από το «ξέρω τι έχεις» στο «προσπαθώ να δω τι συμβαίνει».
Ισως λοιπόν η πιο σημαντική μετατόπιση να είναι από το «δεν θέλει» στο «μήπως δεν μπορεί ακόμη;» και από εκεί στο «πώς θα μπορέσει;». Οχι για να χαμηλώσουμε τις προσδοκίες μας από ένα παιδί, αλλά για να του δώσουμε τα σωστά στηρίγματα ώστε να φτάσει εκεί που μπορεί.
Ακούστε το επεισόδιο με θέμα «Προεφηβεία»
Ενα παιδί που δυσκολεύεται δεν χρειάζεται να ακούει διαρκώς τι δεν κάνει καλά. Χρειάζεται να νιώσει ότι κάποιος το βλέπει χωρίς να το μικραίνει. Οτι κάποιος αναγνωρίζει τη δυσκολία χωρίς να το ταυτίζει με αυτήν. Οτι υπάρχει τρόπος να προχωρήσει, όχι επειδή θα πιεστεί περισσότερο, αλλά επειδή θα υποστηριχθεί καλύτερα. Και αυτό ισχύει όχι μόνο για τα παιδιά, αλλά και για εμάς τους γονείς γιατί πολύ συχνά, πριν βάλουμε ταμπέλες στα παιδιά, έχουμε ήδη βάλει ταμπέλες στον εαυτό μας. «Εγώ είμαι έτσι». «Δεν έχω υπομονή». «Είμαι αγχώδης». «Θέλω πρόγραμμα». «Δεν μπορώ την ακαταστασία». «Δεν αντέχω την καθυστέρηση».
Ισως όμως και αυτές οι λέξεις να μην είναι πάντα ο… χαρακτήρας μας, αλλά άμυνες, παλιοί τρόποι επιβίωσης, ρυθμοί που κάποτε μας βοήθησαν, αλλά σήμερα χρειάζεται να τους ξαναδούμε.
Αν φανταστούμε τη διαδρομή ενός παιδιού σαν ένα ταξίδι, χρειάζεται να δούμε πρώτα πού βρισκόμαστε εμείς. Ποιοι είναι οι… άνεμοι που μας επηρεάζουν. Ποιες φωνές κουβαλάμε. Ποιους χάρτες ακολουθούμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Χωρίς ταμπέλες λοιπόν, δεν σημαίνει χωρίς όρια, χωρίς ευθύνη, χωρίς προσπάθεια. Σημαίνει χωρίς βιασύνη να αποφασίσουμε ποιος είναι ο άλλος. Σημαίνει με περισσότερη παρατήρηση, περισσότερη σύνδεση και περισσότερη πίστη ότι πίσω από μια δυσκολία μπορεί να υπάρχει ένας δρόμος που ακόμη δεν έχουμε δει.
Τι μπορούμε να δοκιμάσουμε ως γονείς;
Ισως το πρώτο βήμα είναι να αλλάξουμε λίγο την ερώτηση.
Αντί να σκεφτούμε αμέσως «γιατί δεν το κάνει;», μπορούμε να σταθούμε για λίγο στο «τι μπορεί να το δυσκολεύει;». Αντί να πούμε «δεν προσπαθεί», να αναρωτηθούμε «μήπως δεν έχει ακόμη τον τρόπο;». Αντί να μείνουμε στο «δεν θέλει», να αφήσουμε ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι ίσως, εκείνη τη στιγμή, «δεν μπορεί ακόμα». Αυτή η μετατόπιση δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε τα πάντα ή ότι σταματάμε να βάζουμε όρια. Σημαίνει ότι, πριν βάλουμε έναν χαρακτηρισμό, προσπαθούμε να δούμε με πιο καθαρή ματιά.
Μπορούμε, για παράδειγμα, να παρατηρήσουμε:
Πότε δυσκολεύεται περισσότερο το παιδί; Οταν πρέπει να ξεκινήσει κάτι; Οταν πρέπει να ολοκληρώσει; Οταν υπάρχουν πολλές οδηγίες μαζί; Οταν αλλάζει το πρόγραμμα; Οταν κουράζεται; Οταν υπάρχει φασαρία; Οταν νιώθει ότι αξιολογείται; Μπορούμε επίσης να προσέξουμε τι αποφεύγει συστηματικά. Ενα παιδί που αποφεύγει το γράψιμο μπορεί να μη βαριέται απλώς. Μπορεί να δυσκολεύεται με τη λεπτή κινητικότητα, με την οργάνωση της σκέψης, με τη μνήμη, με τον φόβο του λάθους. Ενα παιδί που δεν συμμετέχει μπορεί να μην είναι αδιάφορο. Μπορεί να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να επεξεργαστεί, να νιώσει ασφαλές, να βρει τη φωνή του.
Και εδώ είναι που οι λέξεις έχουν σημασία. Αντί να πούμε «είσαι τεμπέλης», μπορούμε να πούμε: «Παρατηρώ ότι δυσκολεύεσαι να ξεκινήσεις. Θέλεις να δούμε μαζί ποιο είναι το πρώτο βήμα;». Αντί να πούμε «είσαι υπερβολικός», μπορούμε να πούμε: «Βλέπω ότι αυτό σε έχει αναστατώσει. Θέλεις λίγο χρόνο ή θέλεις να το δούμε παρέα;». Αντί να πούμε «είσαι στον κόσμο σου», μπορούμε να πούμε: «Νομίζω ότι κάπου χάθηκες. Να το ξαναπιάσουμε από την αρχή;». Αντί να πούμε «πάλι αντιδράς», μπορούμε να πούμε: «Κάτι σε δυσκολεύει εδώ. Θέλεις να μου δείξεις τι σε δυσκολεύει;».
Οι λέξεις αυτές δεν είναι μαγικές. Δεν λύνουν όλα τα προβλήματα. Αλλά αλλάζουν το κλίμα. Και πολλές φορές, όταν αλλάζει το κλίμα, το παιδί μπορεί να βγει από την άμυνα και να μπει σιγά σιγά στη συνεργασία.
Το δεύτερο βήμα είναι να θυμηθούμε ότι η δυσκολία δεν φαίνεται πάντα. Οπως θα σταματούσαμε μπροστά σε ένα παιδί που χτύπησε το γόνατό του, έτσι χρειάζεται να μάθουμε να σταματάμε και μπροστά σε μια δυσκολία που δεν φαίνεται: στη δυσκολία συγκέντρωσης, στην αποδιοργάνωση, στην αργή επεξεργασία, στην ένταση, στην αποφυγή, στη σιωπή. Για να δούμε σε ποιο σημείο χρειάζεται υποστήριξη.
Και το τρίτο βήμα είναι να δώσουμε στο παιδί εμπειρίες ικανότητας. Να μη μένει μόνο με την αίσθηση ότι «δεν τα καταφέρνω», αλλά να μπορεί να νιώσει, έστω και σε κάτι μικρό, το «μπορώ». Αυτό μπορεί να γίνει με μικρότερα βήματα, με πιο καθαρές οδηγίες, με περισσότερο χρόνο, με λιγότερη βιασύνη, με επανάληψη χωρίς ντροπή, με βοήθεια που δεν ακυρώνει την αυτονομία. Η παρέμβαση δεν είναι πάντα κάτι μεγάλο ή εντυπωσιακό. Μερικές φορές είναι το να καθίσουμε δίπλα στο παιδί την ώρα που δυσκολεύεται. Να σπάσουμε μια δουλειά σε μικρότερα κομμάτια. Να δείξουμε στο παιδί ξανά τον τρόπο. Να του δώσουμε χρόνο να προσπαθήσει χωρίς να αισθανθεί ότι ήδη απέτυχε. Και, αν η δυσκολία επιμένει ή επηρεάζει την καθημερινότητα, να ζητήσουμε βοήθεια από τους κατάλληλους ανθρώπους. Οχι γιατί κάτι «πάει στραβά» με το παιδί. Αλλά γιατί κανένα παιδί δεν χρειάζεται να παλεύει μόνο του με κάτι που μπορεί να κατανοηθεί και να υποστηριχθεί.
Το ζητούμενο δεν είναι να αφαιρέσουμε από το παιδί την ευθύνη της προσπάθειας. Είναι να του δώσουμε τις συνθήκες για να μπορέσει να προσπαθήσει. Να περάσουμε, δηλαδή, από το «δεν θέλει» στο «τι το εμποδίζει;» και από εκεί στο «πώς μπορούμε να το βοηθήσουμε να μπορέσει;».
Προτάσεις για βιβλία:
- Πάνω, κάτω, μπροστά, πίσω, Δανάη Δεληγεώργη, εκδ. Διόπτρα
Κάντε εδώ το τεστ που συνδέεται με το βιβλίο. - Ταμπέλες, Fulvia Degl’ Innocenti, εκδ. Μάρτης
- Τυχερά ατυχήματα!, Soledad Marino Romero, εκδ. Παπαδόπουλος
- Η ιστορία μιας μουτζούρας, Μ. Κόντου, εκδ. Μεταίχμιο
- Ποτέ δεν θα καταφέρεις τίποτα, Soledad Marino Romero, εκδ. Καπόν
- Το βιβλίο με τα λάθη, Corinna Luyken, εκδ. Φουρφούρι
Προτάσεις για ταινίες:
- Wonder
- Like Stars on Earth / Taare Zameen Par
- Inside Out
- The Perks of Being a Wallflower
- Billy Elliot
Πριν η λέξη γίνει ταμπέλα & ταυτότητα
Ισως τελικά το πιο δύσκολο δεν είναι να μη βάζουμε ποτέ ταμπέλες. Ολοι το κάνουμε, συχνά χωρίς να το καταλάβουμε. Το δύσκολο είναι να τις αναγνωρίζουμε εγκαίρως και να μην τις αφήνουμε να γίνουν ολόκληρη η ιστορία ενός παιδιού. Να θυμόμαστε ότι ένα λάθος δεν είναι ταυτότητα. Μια δυσκολία δεν είναι χαρακτήρας. Μια καθυστέρηση δεν είναι τεμπελιά. Μια έντονη αντίδραση δεν είναι πάντα πρόκληση. Μπορεί να είναι κούραση, φόβος, άγχος, ανάγκη για βοήθεια ή απλώς ένας διαφορετικός ρυθμός. Κι εκεί είναι που αρχίζει η ουσιαστική γονεϊκή δουλειά: στην υπομονή να μη βιαστούμε, στην παρατήρηση να δούμε λίγο πιο καθαρά, στην κατανόηση να σταθούμε λίγο πιο κοντά. Οχι για να μεγαλώσουμε παιδιά χωρίς όρια ή χωρίς ευθύνη. Αλλά για να μεγαλώσουμε παιδιά που δεν θα χρειάζεται να χωρέσουν σε μια λέξη για να βρουν τη θέση τους στον κόσμο. Παιδιά που θα μπορούν να κάνουν λάθη, να αλλάζουν, να δοκιμάζουν, να ξαναρχίζουν και να βρίσκουν σιγά σιγά τον δικό τους τρόπο να προχωρούν.
