Τέταρτη ακριβότερη χώρα στη Μεσόγειο είναι η Ελλάδα όσον αφορά τις τιμές ξενοδοχείων, καταλυμάτων και εστίασης με βάση τα στοιχεία της Eurostat.
Στον κλάδο των εστιατορίων και των ξενοδοχείων (HoReCa), ο οποίος επηρεάζει τη διαμόρφωση των τουριστικών πακέτων, η Ελλάδα καταγράφει δείκτη 86,1 μονάδων με βάση τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (100). Η επίδοση αυτή την τοποθετεί ψηλότερα από την Ισπανία (85,4), την Τουρκία (78,3) και την Πορτογαλία που αναδεικνύεται ως η πλέον ανταγωνιστική αγορά με 73,6 μονάδες. Στον αντίποδα, η Γαλλία και η Ιταλία επιβεβαιώνουν τη θέση τους ως premium προορισμοί με 116,0 και 110,8 αντίστοιχα, ενώ η Κροατία αγγίζει το 89,6.
Αυτό προκύπτει από συγκριτική ανάλυση των στοιχείων της Eurostat (Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας) που πραγματοποίησε το Euronews Business. Η μελέτη, εξετάζοντας ένα καλάθι με περισσότερα από 2.000 αγαθά και υπηρεσίες στους δημοφιλέστερους καλοκαιρινούς προορισμούς της Νότιας Ευρώπης για το 2026, αναδεικνύει τα ποσοτικά και ποιοτικά ευρήματα στην τουριστική ανταγωνιστικότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ανάλυση των επιμέρους κατηγοριών, όπου αποκαλύπτεται πού η Ελλάδα εμφανίζεται υπερβολικά ακριβή και πού διατηρεί πλεονέκτημα κόστους και αγοραστικής δύναμης. Η πιο αξιοσημείωτη επιβάρυνση εντοπίζεται στα αλκοολούχα ποτά. Εκεί η Ελλάδα αναδεικνύεται ως η δεύτερη ακριβότερη χώρα με τον υψηλό δείκτη 154,0, γεγονός που οφείλεται κυρίως στις εγχώριες φορολογικές πολιτικές και στους αυξημένους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Η επίδοση αυτή επιβαρύνει σημαντικά τις επιχειρήσεις εστίασης, ξεπερνώντας κατά πολύ χώρες όπως η Κροατία (133,9), η Πορτογαλία (107,1) και η Γαλλία (100,9). Απέχει μάλιστα δραματικά από την Ισπανία (90,1) και την Ιταλία, η οποία προσφέρει το πιο φθηνό περιβάλλον για αλκοόλ με δείκτη μόλις 81,9, δημιουργώντας ένα ισχυρό πλεονέκτημα. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Τουρκία με τον ακραίο δείκτη 210,2. Στα είδη πρώτης ανάγκης και διατροφής, η Ελλάδα καταγράφει δείκτη 104,7 μονάδων, τιμή που ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 100 μονάδων, ακολουθώντας την τάση της Γαλλίας που ηγείται με 107,9, γεγονός που αυξάνει το κόστος τροφοδοσίας. Παράλληλα, στα μη αλκοολούχα ποτά η χώρα καταγράφει υψηλή τιμή με δείκτη 111,8, ενώ η απόλυτη έξαρση κόστους για την εγχώρια εστίαση εντοπίζεται στα ψάρια και τα θαλασσινά, όπου η Ελλάδα σημειώνει την υψηλότερη τιμή της έρευνας με δείκτη 112,7, ξεπερνώντας ακόμη και τη Γαλλία (108,5).
Αντιθέτως, η Ελλάδα παραμένει πολύ φθηνή και άκρως ανταγωνιστική στο γενικό επίπεδο τιμών, καταλαμβάνοντας μια ευνοϊκή ενδιάμεση θέση με δείκτη 87,4. Αυτό σημαίνει ότι το συνολικό κόστος διαβίωσης, των μεταφορών και των βασικών υπηρεσιών των τοπικών υποδομών είναι κατά 12,6% χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το στοιχείο αυτό παρέχει ένα σημαντικό μαξιλάρι ασφαλείας για τη συγκράτηση των λειτουργικών εξόδων των τουριστικών επιχειρήσεων, καθώς η χώρα είναι συνολικά φθηνότερη από τη Γαλλία (100,3), την Ιταλία (97,1) και την Ισπανία (91,6). Στη γενική αυτή κλίμακα, η Ελλάδα υπολείπεται σε οικονομική προσιτότητα έναντι της Πορτογαλίας (86,6), της Κροατίας (78,4) και της Τουρκίας (59,6). Αντίθετα, στα προϊόντα καπνού η χώρα διατηρεί ισχυρό πλεονέκτημα με δείκτη 65,8 μονάδων (έναντι 191,1 της Γαλλίας), ενώ στις δημόσιες συγκοινωνίες ο δείκτης συγκρατείται στο 98,8, κινούμενος οριακά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ωστόσο, υπό μία πιο ρεαλιστική σκοπιά, οι επίσημοι στατιστικοί δείκτες συχνά αδυνατούν να αποτυπώσουν με απόλυτη ακρίβεια την οικονομική πραγματικότητα στο πεδίο. Σε τουριστικές αγορές με έντονη εποχικότητα, η εκτεταμένη ύπαρξη γκρίζας οικονομίας και φοροδιαφυγής δεν αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία. Στους εποχικούς προορισμούς, η αυξημένη κυκλοφορία μετρητών και οι άτυπες οικονομικές πρακτικές κατά τους μήνες αιχμής δημιουργούν μια παράλληλη αγορά και άτυπα δίκτυα διανομής που δεν καταγράφονται από τις στατιστικές, με αποτέλεσμα οι πραγματικές τιμές καταναλωτή ή το πραγματικό κόστος λειτουργίας των τουριστικών επιχειρήσεων να παρουσιάζουν συχνά αισθητές αποκλίσεις από τις επίσημες αναφορές της Eurostat.

