Σημαντικά αυξημένο εμφανίζεται το κόστος στέγασης της μέσης ελληνικής οικογένειας στην Αττική εφόσον δεν διαθέτει ιδιόκτητο ακίνητο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργάστηκε η ReDataset του ομίλου Resolute, από το πρώτο τρίμηνο του 2023 μέχρι και το φετινό πρώτο τρίμηνο, το κόστος ενοικίασης (με βάση στοιχεία από ηλεκτρονικές αγγελίες) έχει αυξηθεί σε ποσοστό που κυμαίνεται από 9,6% στο Παλαιό Φάληρο μέχρι και 22,2% στη Γλυφάδα.
Ετσι, με βάση τις περιοχές που εξέτασε η εταιρεία, το μέσο κόστος ενοικίου ξεκινάει από τα 820 ευρώ στην Καλλιθέα και φτάνει μέχρι τα 1.340 ευρώ στην περιοχή Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης.
Την τελευταία τριετία το κόστος ενοικίασης έχει αυξηθεί από 9,6% στο Παλαιό Φάληρο μέχρι και 22,2% στη Γλυφάδα.
Οι τιμές αυτές αφορούν διαμερίσματα επιφάνειας 70-110 τ.μ., ώστε να μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες μιας οικογένειας τριμελούς ή τετραμελούς. Ειδικότερα, στον Δήμο Αθηναίων, που ενδιαφέρει και μεγάλο μέρος των ενδιαφερόμενων ενοικιαστών, το μέσο ζητούμενο ενοίκιο έχει φτάσει πλέον τα 980 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση κατά 18%, από τα 830 ευρώ του πρώτου τριμήνου του 2023. Λαμβάνοντας όμως υπόψη και τη μεγάλη ηλικία και κατάσταση των προσφερόμενων διαμερισμάτων, είναι προφανές ότι το κόστος των σχεδόν 1.000 ευρώ είναι ιδιαίτερα υψηλό και δύσκολα διατηρήσιμο σε βάθος χρόνου.
Αλλωστε, όπως επισημαίνει και η ίδια η ReDataset, το 2023 φαίνεται πως ήταν το τελευταίο έτος κατά το οποίο οι τιμές των ενοικίων κατέγραψαν διψήφια ποσοστά αυξήσεων. Από τότε και μετά, στις περισσότερες περιοχές, ο ρυθμός ανόδου των τιμών έχει υποχωρήσει σε μονοψήφια ποσοστά. Αυτό, για παράδειγμα, συνέβη σε σημεία όπως η Καλλιθέα και το Μαρούσι, όπου τον τελευταίο χρόνο παρατηρείται σταθεροποίηση των ενοικίων, παρότι σε βάθος τριετίας οι αυξήσεις ανέρχονται σε 20,6% και 19,8%, αντίστοιχα. Και στον Πειραιά, μετά την απότομη αύξηση του 2023, τα ενοίκια αυξάνονται μεν, αλλά με πολύ ηπιότερο ρυθμό, με αποτέλεσμα να μην υπερβαίνουν τα 830 ευρώ (από 680 ευρώ που ήταν πριν από το 2023).
Στις πιο ακριβές περιοχές των νοτίων προαστίων, τη Γλυφάδα και τον Δήμο Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, όπου το μέσο ζητούμενο ενοίκιο έχει πλέον φτάσει τα 1.320 και 1.340 ευρώ αντίστοιχα, ουσιαστικά οι τιμές έχουν σταθεροποιηθεί χωρίς ιδιαίτερη μεταβολή ήδη από το 2024.
Χαμηλά οι μισθοί
Ασφαλώς, τα παραπάνω δεν αναιρούν το γεγονός ότι το κόστος ενοικίασης έχει ξεπεράσει τις «αντοχές» της μέσης ελληνικής οικογένειας, της οποίας το πραγματικό εισόδημα δεν έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας του πληθωρισμού και της ακρίβειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εαρινής Εκθεσης 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι σε περίπου 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, καθώς το 2025 η πραγματική αμοιβή των εργαζομένων ήταν πρακτικά αμετάβλητη (0,1%), αφαιρώντας την επίπτωση του πληθωρισμού, ενώ πανομοιότυπη είναι η πρόβλεψη και για το 2026 (+0,1%). Ακόμα όμως και το 2024, η αύξηση των πραγματικών μισθών δεν είχε ξεπεράσει το 3,6%, ενώ η επόμενη άνοδός τους με ποσοστό 1,8% προβλέπεται πλέον για το 2027, κι αυτό υπό την προϋπόθεση ότι ο πληθωρισμός θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται με τον σημερινό ρυθμό.
Εν τω μεταξύ, το 2024 ο διάμεσος ακαθάριστος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα δεν ξεπέρασε τις 18.000 ευρώ, έναντι 39.808 ευρώ του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και το κόστος ζωής, η εικόνα είναι ακόμα χειρότερη για το μέσο ελληνικό νοικοκυριό. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό διάθεσης εισοδήματος για στέγαση στην Ε.Ε., με ποσοστό 34,6%. Παρά τις βελτιώσεις της τελευταίας δεκαετίας, η τιμή του δείκτη παραμένει σταθερά υψηλότερη σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ε.Ε., καθώς το 2018 η απόκλιση διαμορφωνόταν σε 20 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ σήμερα διαμορφώνεται σε 15 μονάδες.
Παλιά και κενά
Σε πρόσφατη έρευνά του, το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ) επισημαίνει ότι η ανοδική πορεία των τιμών επηρεάζεται και από τη διαμόρφωση του υφιστάμενου αποθέματος κατοικιών, το οποίο δεν μπορεί να καλύψει άμεσα το κενό που παρατηρείται. Αν και στην Ελλάδα καταγράφεται υψηλό ποσοστό κατοικιών που δεν χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία, μεγάλο μέρος τους δεν είναι πραγματικά διαθέσιμο για μακροχρόνια μίσθωση ή αγορά λόγω παλαιότητας, ανάγκης ανακαινίσεων, νομικών ή πολεοδομικών εκκρεμοτήτων, αλλά και γεωγραφικής αναντιστοιχίας με τη ζήτηση. Ακόμη και σε περιοχές υψηλής ζήτησης, όπως η Αττική, ένα σημαντικό τμήμα του αποθέματος παραμένει εκτός αγοράς για τους παραπάνω λόγους.

