Σταθερά χαμηλή ανταγωνιστικότητα

Στην 50ή θέση, για δεύτερη συνεχή χρονιά, η Ελλάδα μεταξύ 70 χωρών στην έκθεση του IMD – Οι τρεις μεγάλες προκλήσεις

Φόρτωση Text-to-Speech...

Στάσιμη παρέμεινε η Ελλάδα το 2026 σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της, καθώς για δεύτερη συνεχή χρονιά κατετάγη στην 50ή θέση μεταξύ 70 χωρών (πέρυσι είχαν αξιολογηθεί 69 οικονομίες) στην Παγκόσμια Επετηρίδα Ανταγωνιστικότητας του IMD. Η στασιμότητα αυτή καταδεικνύει ότι παρά τις επιμέρους βελτιώσεις που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να υπάρχουν κρίσιμες αδυναμίες που λειτουργούν ως τροχοπέδη για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, αδυναμίες που ξεκινούν από την προβληματική λειτουργία της αγοράς, τη γραφειοκρατία και τη φορολογική πολιτική και φτάνουν έως την καθυστέρηση στη δημιουργία των απαιτούμενων υποδομών και την αργή ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών.

Χρέος και υψηλοί φορολογικοί συντελεστές θεωρούνται η αχίλλειος πτέρνα.

Ταυτόχρονα, η φετινή αξιολόγηση (σ.σ. έτος αναφοράς είναι το 2025) έρχεται να επιβεβαιώσει την υστέρηση σε ανταγωνιστικότητα συνολικά της Ευρωπαϊκής Ενωσης και την κυριαρχία από την άλλη ασιατικών οικονομιών. Ενδεικτικό του παραπάνω είναι ότι στις δύο πρώτες θέσεις της Παγκόσμιας Επετηρίδας Ανταγωνιστικότητας ανελίχθηκαν η Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ, αφήνοντας στην τρίτη θέση την Ελβετία, ενώ στην 4η θέση βρίσκεται η Ταϊβάν, από την 6η θέση πέρυσι. Την 5η θέση καταλαμβάνουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Από τις τέσσερις χώρες της Ε.Ε. (Δανία, Ιρλανδία, Ολλανδία και Σουηδία) που βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα της κατάταξης, μόνον η Ολλανδία κατέγραψε βελτίωση σε σχέση με πέρυσι, ενώ οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ε.Ε., η Γερμανία και η Γαλλία, υποχώρησαν αμφότερες κατά τέσσερις θέσεις και κατετάγησαν στη 19η και στην 32η θέση αντιστοίχως. Την πρώτη δεκάδα συμπληρώνουν οι ΗΠΑ, οι οποίες ανέβηκαν τρεις θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ελλάδα, η κατάταξή της στους επιμέρους δείκτες του IMD είναι η ακόλουθη:

• Οικονομική αποδοτικότητα: Βελτιώνεται κατά δύο θέσεις, από την 53η στην 51η θέση. Δυνατά σημεία σε αυτή την κατηγορία θεωρούνται η εξαγωγική συγκέντρωση και τα έσοδα από τον τουρισμό, αλλά τα πλέον αδύναμα σημεία είναι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ, καθώς και το υψηλό, συγκριτικά με τις άλλες χώρες, ποσοστό ανεργίας.

Κυβερνητική αποτελεσματικότητα: Καταγράφει υποχώρηση κατά έξι θέσεις, από την 53η στην 59η θέση. «Δυνατά χαρτιά» θεωρούνται η πολιτική σταθερότητας και το δημοσιονομικό πλεόνασμα. Από την άλλη, το υψηλό χρέος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ και οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές θεωρούνται η αχίλλειος πτέρνα και δεν είναι τυχαίο ότι ως προς αυτούς τους υποδείκτες η Ελλάδα κατατάσσεται στην 67η και στην 60ή θέση αντιστοίχως.

Επιχειρηματική αποτελεσματικότητα: Παραμένει στην 53η θέση, όπως και πέρυσι, με δυνατά σημεία τη σταδιακή αύξηση της απασχόλησης και το υφιστάμενο επίπεδο μισθών.

Υποδομές: Υποχωρεί κατά τέσσερις θέσεις, από τη 40ή στη 44η θέση, σημειώνοντας τη χειρότερη επίδοσή της την τελευταία πενταετία, με βασικό πρόβλημα την περιορισμένη μεταφορά της γνώσης από τα πανεπιστήμια στις επιχειρήσεις.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι προκλήσεις που, σύμφωνα με το IMD, έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία το 2026. Ποιες είναι αυτές; Κατ’ αρχάς η μεγαλύτερη αύξηση του πληθωρισμού σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε σε ετήσια βάση τον Μάιο κατά 4,9% στην Ελλάδα έναντι αύξησης 3,2% στην Ευρωζώνη. Δεύτερον, η περιορισμένη, ακόμη, πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση, και μάλιστα στη χρηματοδότηση για την υλοποίηση επενδύσεων. Τρίτον, η ενσωμάτωση της καινοτομίας και της τεχνητής νοημοσύνης κυρίως για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στη βιομηχανία. Σύμφωνα με το IMD, η Ελλάδα καλείται επίσης να αντιμετωπίσει τις αναντιστοιχίες ανάμεσα στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης και στις απαιτούμενες δεξιότητες μέσω του περιορισμού του brain drain και της επανακατάρτισης. Κρίσιμο ζήτημα, τέλος, για την Ελλάδα αποτελεί η ανάγκη επιτάχυνσης της διττής μετάβασης –ψηφιακή και «πράσινη» μετάβαση–, προστατεύοντας παράλληλα τη βιομηχανία από τις ενεργειακές κρίσεις.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της φετινής Παγκόσμιας Επετηρίδας Ανταγωνιστικότητας, η κ. Λουκία Σαράντη, πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας (ΣΒΕ), ο οποίος είναι ο εθνικός εκπρόσωπος του IMD στην Ελλάδα, τόνισε μεταξύ άλλων: «Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλού επιπέδου, ισχυρή επιχειρηματική βάση και σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες. Για να μετατραπούν όμως αυτά τα πλεονεκτήματα σε υψηλότερη ανταγωνιστικότητα απαιτείται μια συνεκτική εθνική στρατηγική, με έμφαση στην παραγωγή, στην καινοτομία, στις δεξιότητες, στην ενεργειακή ανταγωνιστικότητα και στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Αν θέλουμε μια οικονομία πιο παραγωγική, πιο εξωστρεφή και πιο ανθεκτική, χρειάζονται σταθερές πολιτικές που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και της παραγωγής. Η έκθεση δείχνει πού βρισκόμαστε. Το ζητούμενο είναι να αποφασίσουμε πόσο γρήγορα θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT