Στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης διαμορφώθηκε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2025, όσο και το 2024, επίδοση που κατατάσσει τη χώρα στην τελευταία θέση μεταξύ των «27» μαζί με τη Βουλγαρία. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι το 2015, δέκα χρόνια πριν, με τη χώρα σε καθεστώς μνημονίου, αλλά και με τα capital controls σε εφαρμογή, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα βρισκόταν στο 69% του μέσου όρου της Ε.Ε.
Σε απόλυτους αριθμούς, βεβαίως, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σήμερα είναι πολύ υψηλότερο σε σχέση με το 2015. Ωστόσο, αυτό που αποκαλύπτουν τα στοιχεία της Eurostat είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει ανακτήσει ακόμη το χαμένο έδαφος, ενώ την ίδια ώρα οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως τα νεότερα μέλη της Ε.Ε. «έτρεξαν» με πολύ ταχύτερους ρυθμούς. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη Βουλγαρία μπορεί να είναι σήμερα στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όμως το 2015 ήταν μόλις στο 49%. Στη Ρουμανία ήταν στο 56% το 2015 και σήμερα βρίσκεται στο 78% του μέσου όρου της Ε.Ε., όπως άλλωστε και στην Κροατία, έναντι 61% πριν από δέκα χρόνια.
Χώρες, εξάλλου, που βρέθηκαν στη δίνη της οικονομικής κρίσης την προηγούμενη δεκαετία, αν και σε μικρότερο βαθμό από την Ελλάδα, είχαν και έχουν έτσι κι αλλιώς υψηλότερες επιδόσεις: στην Πορτογαλία το κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε το 2025 στο 81% του μέσου όρου της Ε.Ε. (από 76% το 2015), στην Ισπανία στο 92% (από 91% το 2015), στην Κύπρο στο 98% (από 81% το 2015).
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόκλιση της Ελλάδας από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, καθώς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη χώρα υπολείπεται κατά 34%. Υψηλότερη μεν, αλλά επίσης σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τις άλλες χώρες-μέλη της Ε.Ε. είναι η πραγματική ατομική κατανάλωση σε μονάδες αγοραστικής δύναμης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η πραγματική ατομική κατανάλωση στην Ελλάδα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης διαμορφώθηκε το 2025 στο 80% του μέσου όρου της Ε.Ε., στην 21η θέση μεταξύ των «27». Το 2024 η πραγματική ατομική κατανάλωση σε μονάδες αγοραστικής δύναμης βρισκόταν στο 79% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το 2015 στο 78%. Και σε αυτή την περίπτωση τα άλλα κράτη-μέλη έχουν κάνει άλματα σε σύγκριση με την Ελλάδα: στη Βουλγαρία το 2015 το αντίστοιχο μέγεθος διαμορφωνόταν στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και σήμερα είναι στο 77%, στη Ρουμανία είναι σήμερα στο 86%, από 59% πριν από 10 χρόνια.
Διευκρινίζεται ότι η πραγματική ατομική κατανάλωση συχνά είναι υψηλότερη από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, καθώς περιλαμβάνει καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες που αγοράζονται απευθείας από τα νοικοκυριά, αλλά και υπηρεσίες που παρέχονται από μη κερδοσκοπικά ιδρύματα και την κυβέρνηση (υγεία, εκπαίδευση κ.ά.).
Από τα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτεται ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο: ότι το επίπεδο τιμών είναι το μοναδικό σχετικό μέγεθος που βρίσκεται πιο κοντά στον μέσο όρο της Ε.Ε. Το 2025 διαμορφώθηκε στο 84% του μέσου όρου, από 83,6% το 2024 και 83,2% το 2023.

