Η συμπεριφορά των Ευρωπαίων ταξιδιωτών μεταβάλλεται, επηρεάζοντας άμεσα τόσο τις προτιμώμενες περιόδους διακοπών όσο και τους επιλεγόμενους προορισμούς. Η τάση για ταξίδια σε τοποθεσίες με μικρότερη τουριστική συμφόρηση, σε περιόδους εκτός της θερινής αιχμής, καθώς και η αύξηση των σύντομων αποδράσεων (city breaks) στις μητροπόλεις της Γηραιάς Ηπείρου, είναι πλέον εμφανής. Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στην Ελλάδα, η οποία προσελκύει αυξανόμενες τουριστικές ροές, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά πλέον και στη Θεσσαλονίκη καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και όχι αποκλειστικά κατά το δίμηνο Ιουλίου – Αυγούστου.
Για τον ελληνικό τουρισμό τα ευρήματα αυτά ηχούν ως καμπανάκι αφύπνισης, αλλά ταυτόχρονα και ως μια αναγκαία αφορμή στρατηγικού ανασχεδιασμού. Σε εμβληματικούς και διεθνώς αναγνωρίσιμους προορισμούς της χώρας, όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη, η εικόνα των ασφυκτικά γεμάτων σοκακιών, των πολύωρων αναμονών και της εξάντλησης των τοπικών υποδομών –από τα δίκτυα ύδρευσης μέχρι τις μεταφορές– κατά την κορύφωση του καλοκαιριού προκαλεί πλέον εμφανή δυσαρέσκεια σε μια σημαντική μερίδα υψηλού επιπέδου ταξιδιωτών. Οι προορισμοί αυτοί κινδυνεύουν να χάσουν την ελκυστικότητά τους στα μάτια ενός κοινού που πλέον αρνείται να ταλαιπωρηθεί στις διακοπές και βάζει σε πρώτο πλάνο την ποιότητα της συνολικής εμπειρίας.
Το 64% των Ευρωπαίων καταγράφει ισχυρή ταξιδιωτική πρόθεση, συνοδευόμενη από τη διάθεση για σημαντικές καταναλωτικές δαπάνες. Ειδικότερα, οκτώ στους δέκα σχεδιάζουν ταξίδια εντός Ευρώπης, ενώ τέσσερις στους δέκα προϋπολογίζουν δαπάνες άνω των 1.500 ευρώ. Πρόκειται για ταξιδιώτες που στρέφονται σε εναλλακτικούς προορισμούς, επιλέγουν διαμονή μεγαλύτερης διάρκειας και πραγματοποιούν συχνότερα ταξίδια εκτός περιόδων αιχμής, σύμφωνα με τα ευρήματα της νέας μελέτης της European Travel Commission (ETC). Ενδεικτικά, το 51% κατευθύνεται σε λιγότερο δημοφιλείς προορισμούς και το 10% των ταξιδιωτών επιλέγει πιο απομακρυσμένες περιοχές.
Παράλληλα, ο ταξιδιωτικός σχεδιασμός καθίσταται πιο στοχευμένος, με το 50% να επιλέγει διαμονή διάρκειας άνω των επτά διανυκτερεύσεων και το 67% να ταξιδεύει κατά την ενδιάμεση (shoulder season) ή τη χαμηλή περίοδο, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στη βέλτιστη κατανομή των τουριστικών ροών.
Στρέφονται σε εναλλακτικούς προορισμούς, επιλέγουν διαμονή μεγαλύτερης διάρκειας και ταξιδεύουν συχνότερα εκτός περιόδων αιχμής.
Η εν λόγω διαφοροποίηση αποτυπώνεται και στα επιμέρους είδη τουρισμού: το 22% προκρίνει το παραδοσιακό μοντέλο «ήλιος και θάλασσα», ποσοστό 15% επιλέγει ταξίδια πόλης, πολιτιστικές εμπειρίες και δραστηριότητες στη φύση, ενώ 10% προσανατολίζεται στον τουρισμό ευεξίας.
Αντιπαραβάλλοντας τα δεδομένα αυτά με την ελληνική πραγματικότητα, αναδύεται μια ισχυρή αντίφαση. Το κυρίαρχο, ακόμη και σήμερα, μοντέλο του εγχώριου τουριστικού προϊόντος παραμένει απόλυτα συνυφασμένο και μονοδιάστατα προσκολλημένο στο δίπτυχο «ήλιος και θάλασσα». Είναι χαρακτηριστικό ότι η συντριπτική πλειονότητα των νέων μεγάλων επενδυτικών κεφαλαίων κατευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά στην κατασκευή πολυτελών πεντάστερων παραθαλάσσιων resort. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή, αν και εξασφαλίζει έσοδα βραχυπρόθεσμα, δεν επαρκεί πλέον από μόνη της για να καλύψει τη ραγδαία αυξανόμενη ζήτηση για τα άλλου είδους ταξίδια που περιγράφονται στην έρευνα. Αν και η Ελλάδα διαθέτει μια κυριολεκτικά ανεξάντλητη δεξαμενή εναλλακτικών επιλογών –από τα παρθένα δάση και τα ιστορικά μονοπάτια της Πίνδου και της Πελοποννήσου, μέχρι τα ανεξερεύνητα χωριά της ηπειρωτικής ενδοχώρας, τον αυθεντικό αγροτουρισμό και τις ιαματικές πηγές ευεξίας– δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να έχει ενσωματώσει αυτούς τους θησαυρούς στην πρώτη γραμμή του τουριστικού της οπλοστασίου. Η χώρα διαθέτει τους προορισμούς, αλλά υστερεί σημαντικά στο να τους αναπτύξει, σημειώνοντας ελλείψεις σε επίπεδο στοχευμένων υποδομών, εξειδικευμένων υπηρεσιών και συντονισμένης διεθνούς προβολής.
Η ανάλυση βασίζεται σε δείγμα 24.000 Ευρωπαίων, που συμμετείχαν στην κυλιόμενη έρευνα της ETC «Monitoring Sentiment for Intra – European Travel (MSIET)» για την περίοδο Οκτωβρίου 2024 – Μαρτίου 2026. Η έρευνα υλοποιήθηκε σε συνεργασία με τη Mindhaus, εταιρεία στρατηγικής τουριστικού μάρκετινγκ.
Την ίδια στιγμή, τα βασικά κριτήρια επιλογής προορισμού παραμένουν σταθερά, με πρώτα την ασφάλεια (45%), τις ευνοϊκές καιρικές συνθήκες (35%), τις ανταγωνιστικές προσφορές (30%) και τη φιλοξενία των τοπικών κοινωνιών (28%). Ταυτόχρονα, εντείνεται ο προβληματισμός σχετικά με το φαινόμενο του συνωστισμού (overtourism). Ειδικότερα, το 25% των ερωτηθέντων εκφράζει ανησυχία για τον υψηλό όγκο επισκεπτών, ενώ το 26% επιλέγει συνειδητά προορισμούς χαμηλής τουριστικής πυκνότητας. Αυτοί οι αριθμοί αποτελούν σαφές μήνυμα: η απλή παράθεση κλινών και η υπερεκμετάλλευση κορεσμένων νησιωτικών brands δεν αποτελούν πλέον εχέγγυο επιτυχίας. Οι σύγχρονοι ταξιδιώτες απαιτούν ζωτικό χώρο και ηρεμία. Αξιοσημείωτο παραμένει, ωστόσο, το γεγονός ότι μόλις το 15% δηλώνει ότι λαμβάνει σοβαρά υπόψη το προσωπικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα των ταξιδιών του.
Αξιολογώντας τα παραπάνω δεδομένα, ο γενικός διευθυντής της Mindhaus, Κωνσταντίνος Τριανταφύλλης, σημειώνει ότι «ο ευρωπαϊκός τουρισμός δεν εξελίσσεται απλώς σε επίπεδο τάσεων, αλλά και σε επίπεδο αξιών, αποτυπώνοντας μια σαφή μετάβαση προς πιο συνειδητές ταξιδιωτικές επιλογές. Αυτό μεταφράζεται σε ένα νέο πλαίσιο ζήτησης, όπου η εμπειρία και η ποιότητα αποκτούν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της τουριστικής αξίας. Σε αυτό το περιβάλλον καθίσταται κρίσιμο οι προορισμοί να μπορούν να ανταποκρίνονται ουσιαστικά στις μεταβαλλόμενες προσδοκίες των ταξιδιωτών και να ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητά τους μέσα από πιο βιώσιμες στρατηγικές ανάπτυξης».

