Πώς το σινεμά εκτόξευσε τον ελληνικό τουρισμό
πώς-το-σινεμά-εκτόξευσε-τον-ελληνικό-τ-564260995
Ο Ρότζερ Μουρ μαζί με τη Γαλλίδα Καρόλ Μπουκέ στα γυρίσματα του Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Για τα μάτια σου μόνο, τον Φεβρουάριο του 1981. (Φωτογραφία: Keith Hamshere/Getty Images)/ Ideal Image)

Πώς το σινεμά εκτόξευσε τον ελληνικό τουρισμό

Οι φορές που ο κινηματογράφος έγινε η καλύτερη διαφήμιση για τη χώρα μας

Ο Ρότζερ Μουρ μαζί με τη Γαλλίδα Καρόλ Μπουκέ στα γυρίσματα του Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Για τα μάτια σου μόνο, τον Φεβρουάριο του 1981. (Φωτογραφία: Keith Hamshere/Getty Images)/ Ideal Image)
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο Ματ Ντέιμον ως Οδυσσέας στη Μεσσηνία, η Λίλι Κόλινς στη Μύκονο για το Emily in Paris, ο Μπραντ Πιτ στην Ύδρα για τα γυρίσματα του The Riders: Τους τελευταίους μήνες, οι μεγάλες διεθνείς παραγωγές μετατρέπουν την Ελλάδα σε ένα ανοιχτό κινηματογραφικό πλατό. Αυτή η ιστορία δεν είναι καινούργια. Έχουμε δει τη Λάρα Κροφτ (Αντζελίνα Τζολί) στη Μήλο και τη Σαντορίνη, τη Μικρή τυμπανίστρια του Λε Καρέ να ζωντανεύει στην Ακρόπολη, τη σειρά με τους Ντάρελ στην Κέρκυρα. 

Και παλιότερα, ίσως θυμάστε το Shirley Valentine (1989) και τα πλάνα από τη Μύκονο, τους Εραστές του καλοκαιριού (1982) με τις σκηνές στην Κρήτη και τη Σαντορίνη, τα Κανόνια του Ναβαρόνε (1961), που γυρίστηκαν στη Ρόδο. Τα παραπάνω παραδείγματα είναι ενδεικτικά, αλλά υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις που η Ελλάδα όχι μόνο ήταν «πρωταγωνίστρια», αλλά το εκάστοτε φιλμ λειτούργησε και ως πόλος τουριστικής έλξης για τους ξένους επισκέπτες που ήθελαν να δουν από κοντά την Ύδρα της Σοφίας Λόρεν, τον Πειραιά της Μελίνας Μερκούρη, την Κρήτη του Άντονι Κουίν, την Αμοργό του Λικ Μπεσόν, την Κέρκυρα του Ρότζερ Μουρ, την Κεφαλονιά της Πενέλοπε Κρουζ, τη Σκόπελο της Μέριλ Στριπ και τη Μεσσηνία του Ίθαν Χοκ.

Το παιδί και το δελφίνι (1957)

Πώς το σινεμά εκτόξευσε τον ελληνικό τουρισμό-1
Η Σοφία Λόρεν στην ταινία Το παιδί και το δελφίνι. (Φωτογραφία: afp/visualhellas.gr)

Το καλοκαίρι του 1955, στο Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία, το ελληνικό κοινό έμαθε για πρώτη φορά πως ο κινηματογραφικός γίγαντας της εποχής, η 20th Century Fox, επρόκειτο να γυρίσει την ταινία Το παιδί και το δελφίνι στην Ύδρα. Η ταινία, σύμφωνα με τον παραγωγό Σάμουελ Γκ. Ένγκελ, επρόκειτο να κάνει την Ελλάδα γνωστή στο αμερικανικό κοινό. Όπως αναφέρει ο Δημήτρης Πλάντζος στο Hollywood, Greek Antiquities and the Kindness of Strangers, που δημοσιεύθηκε στον συλλογικό τόμο The 20th Century of Greek Cinema, στην ταινία υπήρχαν «οι περισσότερες από τις χαρακτηριστικές ιδιότητες που χρησιμοποιήθηκαν για να επαναπροσδιοριστεί η εικόνα της Ελλάδας για την παγκόσμια τουριστική αγορά κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, ως ένα εξωτικό θαλάσσιο τοπίο αιώνιου καλοκαιριού». Ερείπια, ξωκλήσια και κλασικές αρχαιότητες στην ξερή γη και στον πυθμένα της θάλασσας, ντόπια κορίτσια αισθησιακά και καλοσυνάτα, άνδρες κοντοί, μελαχρινοί και ιδιαίτερα απολίτιστοι, με απλό τρόπο σκέψης. «Αυτός ο έντονα αμερικανικός τρόπος θέασης της Ελλάδας είχε διαμορφωθεί συνειδητά για ένα ευρύτερο, μεσοαστικό κοινό, πρόθυμο να καταναλώσει τον πολιτισμό ως εμπόρευμα και να απολαύσει τα διεθνή ταξίδια ως μια νέα μορφή αναψυχής», αναφέρει ο Πλάντζος. Εικόνες από τη Ρόδο και τη Μύκονο μέχρι την Επίδαυρο, τα Μετέωρα και φυσικά την Ακρόπολη παρελαύνουν σε ένα εντυπωσιακό ποτ πουρί αρχαιολογικών θησαυρών και γαλάζιου, ενώ δεν λείπουν τα καινούργια εστιατόρια και τα κοσμοπολίτικα τουριστικά θέρετρα. Και μέσα σε όλα αυτά, η Σοφία Λόρεν στον ρόλο της Φαίδρας, μιας κοπέλας από την Ύδρα που βουτάει στο νερό για να μαζέψει σφουγγάρια, αλλά αντ’ αυτών βρίσκει το «παιδί με το δελφίνι». 

Ποτέ την Κυριακή (1960)

Η Ελλάδα των αρχών του ’60, αυτή στην οποία ένας Αμερικανός διανοούμενος, ο Όμηρος (Ντασέν), ερωτεύεται την Ίλια (Μερκούρη), μια ανέμελη πόρνη του Πειραιά, είναι μια χώρα γεμάτη κίνηση, μουσική και ζωή στις ταβέρνες του λιμανιού, αλλά και μια Ελλάδα της Ακρόπολης και της λαϊκής απλότητας, όπως την κινηματογραφεί ο Ζυλ Ντασέν στο Ποτέ την Κυριακή. Ένας τόπος αρχαίων μεγαλείων αλλά και σύγχρονης διαφυγής. Η επιτυχία της ταινίας υπήρξε τεράστια. Η Μελίνα Μερκούρη κέρδισε το Βραβείο Α΄ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Καννών και προτάθηκε για Όσκαρ, ενώ το τραγούδι των τίτλων του Μάνου Χατζιδάκι, Τα παιδιά του Πειραιά, απέσπασε το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού, συμβάλλοντας στην ανάδειξη του Πειραιά διεθνώς. «Με το Ποτέ την Κυριακή έκανες τον Πειραιά γνωστό σε όλο τον κόσμο», θα έλεγε αργότερα ο Ανδρέας Παπανδρέου για να πείσει τη Μερκούρη να κατέβει υποψήφια εκεί. Επίσης, δεν θεωρείται τυχαίο ότι μετά την κυκλοφορία της ταινίας οι τουριστικές αφίξεις στην Αθήνα παρουσίασαν σημαντική αύξηση. Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος, το 1960 οι αφίξεις ανέρχονταν σε 164.287. Το 1961 αυξήθηκαν κατά 21%, το 1962 κατά ακόμη 21,5%, ενώ το 1963 σημείωσαν νέα άνοδο της τάξης του 28,5%. 

Αλέξης Ζορμπάς (1964) 

Πώς το σινεμά εκτόξευσε τον ελληνικό τουρισμό-2
Ο Άντονι Κουίν χορεύει συρτάκι στον Ζορμπά. (Φωτογραφία: Getty images/ideal image)

Ο Άντονι Κουίν χορεύει συρτάκι στην παραλία του Σταυρού και δημιουργεί το απόλυτο στιγμιότυπο ελληνικού καλοκαιριού. Η ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, που κέρδισε τρία Όσκαρ, γέννησε το αρχέτυπο του Έλληνα το οποίο συνεχίζει να υφίσταται μέχρι σήμερα στο διεθνές συλλογικό ασυνείδητο των σινεφίλ, με τη φυσιογνωμία του αυθεντικού τύπου που ρουφά τη ζωή απ’ το μεδούλι. Και η Κρήτη αναδείχθηκε σε διεθνή τουριστικό προορισμό. «Χιλιάδες Βορειοευρωπαίοι και Δυτικοευρωπαίοι, αναζητώντας τον ήλιο, κατέκλυσαν το νησί σε αναζήτηση του Ζορμπά, των χρυσαφένιων παραλιών και της συναρπαστικής ιστορίας της Κρήτης», διαβάζουμε σε κείμενο των καθηγητών Δημήτρη Κουτούλα και Ροδάνθης Τζανέλλη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Tourism Critiques: Practice and Theory. Τα στοιχεία που παραθέτουν καταδεικνύουν τη σημαντική επίδραση της ταινίας και την άνθηση του τουρισμού στην Κρήτη. Από τον έλεγχο μόλις του 1,9% της συνολικής ξενοδοχειακής δυναμικότητας της Ελλάδας το 1964, τα ξενοδοχεία της Κρήτης έφτασαν να αντιπροσωπεύουν το 17,7% της δυναμικότητας της χώρας το 1990, με 77.678 δωμάτια, ξεπερνώντας θεαματικά τόσο την ηπειρωτική Ελλάδα όσο και τη Ρόδο. Αφού δημιουργήθηκε αυτή η αυξημένη ξενοδοχειακή υποδομή, η τουριστική κίνηση προς την Κρήτη εκτοξεύθηκε, παράλληλα με την εισαγωγή απευθείας πτήσεων τσάρτερ από ευρωπαϊκές πόλεις. Το 1970 καταγράφηκαν 732.646 διανυκτερεύσεις στα ξενοδοχεία του νησιού και το 1982 η Κρήτη ξεπέρασε τη Ρόδο και καθιερώθηκε ως ο δημοφιλέστερος τουριστικός προορισμός της χώρας. «Η υψηλή αναγνωρισιμότητα της Κρήτης διεθνώς και η επιθυμία πολλών ανθρώπων να ακολουθήσουν τα βήματα του Ζορμπά κατέστησαν την ταινία καταλύτη της επιτυχίας του νησιού», καταλήγουν οι δύο πανεπιστημιακοί. Αναφέρουν μάλιστα πως η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε το 1965, εν μέσω της παγκόσμιας «ζορμπομανίας». Από 757.495 αφίξεις στη χώρα το 1964, σημειώθηκε αύξηση 29% το 1965 (σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος). 

Η «ζορμπομανία» που προκάλεσε η ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη συνέβαλε στην αύξηση των αφίξεων στη χώρα μας κατά 29% το 1965. 

Για τα μάτια σου μόνο (1981)

Εκατομμύρια θεατές παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα τον Ρότζερ Μουρ να σκαρφαλώνει σε έναν τεράστιο βράχο, τη στιγμή που οι αντίπαλοί του επιχειρούσαν να τον ρίξουν στο κενό. Το σκηνικό ήταν τα Μετέωρα και η ταινία το Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Για τα μάτια σου μόνο. Όλα είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα, όταν μετά το φουτουριστικό Moonraker οι παραγωγοί του Μποντ αποφάσισαν να επιστρέψουν σε κάτι πιο απλό, διαλέγοντας την Ελλάδα ως βασικό σκηνικό του νέου κεφαλαίου του θρυλικού πράκτορα. Ο σκηνοθέτης Τζον Γκλεν και ο σεναριογράφος Μάικλ Γουίλσον ενθουσιάστηκαν με την Κέρκυρα, θεωρώντας ότι το νησί μπορούσε να «παίξει» πολλούς διαφορετικούς ρόλους μέσα στην ταινία, όπως διαβάζουμε στη funpage του Μποντ, onthetracksof007.com. Η αρχή έγινε τον Σεπτέμβριο του 1980 στην Κέρκυρα, στη Βίλα Σίλβα στο Κανόνι, ενώ σκηνές γυρίστηκαν και στο Αχίλλειο, στο Παλαιό Φρούριο και στο Καλάμι. Τον Οκτώβριο όμως άρχισαν τα δύσκολα. Όταν το συνεργείο μεταφέρθηκε στα Μετέωρα, οι μοναχοί της περιοχής αντέδρασαν, παρά την άδεια που είχε δοθεί για τα γυρίσματα, και προσπάθησαν να τα εμποδίσουν. Η παραγωγή αναγκάστηκε να δημιουργήσει μέχρι και σκηνικά-ομοιώματα μοναστηριών. Παρά τις δυσκολίες, εικόνες των Μετεώρων και της Κέρκυρας έφτασαν σε όλο τον κόσμο και η ταινία έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία (195,3 εκατομμύρια δολάρια).  

Το απέραντο γαλάζιο (1988)

Πώς το σινεμά εκτόξευσε τον ελληνικό τουρισμό-3
Ρονάλντ Τεουί, Ζαν-Μαρκ Μπαρ, Ζαν Ρενό, Λικ Μπεσόν, Ερίκ Ντο, Μαρκ Ντιρέ στα γυρίσματα της ταινίας Το απέραντο γαλάζιο. (Φωτογραφία: afp/visualhellas.gr)

Το 1988 οι Γάλλοι ερωτεύτηκαν την Αμοργό και μια βόλτα στο νησί σήμερα θα επιβεβαιώσει ότι είναι ερωτευμένοι μαζί της ακόμα. Τότε, όμως, ο Λικ Μπεσόν έκανε το ανατολικότερο νησί των Κυκλάδων γνωστό παγκοσμίως και κυρίως σε μια ολόκληρη γενιά Γάλλων, μέσα από την ιστορία φιλίας και ανταγωνισμού δύο παιδικών φίλων της ελεύθερης κατάδυσης. Όπως αναφέρει η Λήδα Γιανουκλίδη στη μελέτη The effect on national tourism from filming in Greece, μετά την επιτυχία της ταινίας η Αμοργός γνώρισε σημαντική αύξηση επισκεπτών –ιδιαίτερα Γάλλων– ακόμη και από τον Μάιο, που μέχρι τότε θεωρούνταν εκτός σεζόν. Αρκετοί Γάλλοι αγόρασαν και σπίτι στο νησί. Το 2016, ο ηθοποιός Ζαν Μαρκ Μπαρ συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Γκρέγκορι Φόρστερ, που είχε υποδυθεί τον Έντζο, στο πρώτο τουρνουά ελεύθερης κατάδυσης της Αμοργού. Η διοργάνωση εξελίχθηκε στο διεθνές «Authentic Big Blue», έναν από τους σημαντικότερους αγώνες freediving. Ο ίδιος ο Μπεσόν, 25 χρόνια μετά, ξαναβούτηξε στα νερά μπροστά από το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας, που βλέπουμε και στην ταινία, αναφέροντας πως η Αμοργός είναι ένα μαγικό νησί. Στο μεταξύ, πριν από τρία χρόνια, η ταινία Two Tickets to Greece έστρεψε πάλι τα βλέμματα στο νησί, ακολουθώντας δύο φίλες που είχαν αγαπήσει το νησί ως έφηβες μέσα από την προβολή του Απέραντου γαλάζιου. Αν λοιπόν ακούσετε γαλλικά στην Αμοργό, ξέρετε ποιος θα είναι ο λόγος. 

Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι (2001)

Στην αυγή της κινηματογραφικής νέας χιλιετίας, ένας Ιταλός στρατιώτης (Νίκολας Κέιτζ) ερωτεύεται στην Κεφαλονιά μια νεαρή Ελληνίδα (Πενέλοπε Κρουζ). Τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας, στο Αργοστόλι, την πρωτεύουσα του νησιού, παρέμεναν ακόμη εμφανή τα ίχνη της κινηματογραφικής της επίδρασης, όπως διαβάζουμε σε ακαδημαϊκό άρθρο της Κ. Ο’ Νιλ στο περιοδικό Anatolia: An International Journal of Tourism and Hospitality Research – από εκθέσεις με κοσμήματα εμπνευσμένα από την ταινία μέχρι κρασιά με το όνομα του λοχαγού Κορέλι και φωτογραφικά άλμπουμ που κοσμούσαν εστιατόρια του νησιού. Η επίδραση όμως της ταινίας υπήρξε μετρήσιμη και με αριθμούς. Σύμφωνα με στοιχεία που διαβάζουμε στο άρθρο «Using Films as a Tourism Promotional Tool: The Case of Greece» (Π. Μοίρα, Δ. Μυλωνόπολος, Αικ. Κοντουδάκη), η προβολή της ταινίας είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της τουριστικής κίνησης στην Κεφαλονιά κατά 14-16%. Την επόμενη χρονιά το νησί εξελίχθηκε στον όγδοο δημοφιλέστερο ευρωπαϊκό προορισμό των Βρετανών, οι οποίοι συνέβαλαν στην επίσης αυξημένη κινητικότητα στη real estate αγορά του νησιού. 

Mamma Mia! (2008)

Πώς το σινεμά εκτόξευσε τον ελληνικό τουρισμό-4
Στιγμιότυπο χορού από την ταινία Mamma mia! (Φωτογραφία: afp/visualhellas.gr)

Η χώρα δεν διήνυε την καλύτερη περίοδό της, όταν ένα μιούζικαλ γεμάτο Χολιγουντιανούς αστέρες δημιούργησε μία από τις πιο εμβληματικές καρτ ποστάλ του σύγχρονου ελληνικού καλοκαιριού. Η Ελλάδα «έβραζε» πολιτικά και κοινωνικά, αλλά, αν κάποιος έμπαινε το καλοκαίρι του 2008 σε μια κινηματογραφική αίθουσα στο εξωτερικό και έβλεπε τους Μέριλ Στριπ, Πιρς Μπρόσναν, Κόλιν Φερθ να τριγυρνούν υπό τον ήχο των ABBA σε ένα ελληνικό νησί, θα σκεφτόταν την πιθανότητα να επιλέξει τη χώρα μας για τις επόμενες διακοπές του. Το Mamma Mia! μετέτρεψε τη Σκόπελο σε σκηνικό ενός ονειρικού γάμου, κάνοντας τη χώρα μια διεθνή γαμήλια φαντασίωση γεμάτη παραθαλάσσια ξωκλήσια. Μετά την κυκλοφορία της ταινίας, οι κρατήσεις στα δύο νησιά αυξήθηκαν κατά περίπου 10% το 2009, αν και η θετική επίδραση είχε ήδη αρχίσει να γίνεται αισθητή από το καλοκαίρι του 2008. Ο τότε δήμαρχος Σκοπέλου, Χρήστος Βασιλούδης, είχε δηλώσει ότι οι τουριστικές αφίξεις τον Αύγουστο του 2008 είχαν αυξηθεί κατά 5% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο της προηγούμενης χρονιάς. Σε άρθρο του Guardian γινόταν λόγος για το Mamma Mia! Effect. «Ο κόσμος τηλεφωνεί συνεχώς ρωτώντας πώς μπορεί να έρθει στον δικό μας “παράδεισο του Mamma Mia!”», ανέφερε χαρακτηριστικά ο δήμαρχος, ενώ μια τοπική ταξιδιωτική πράκτορας περιέγραφε το κύμα ενδιαφέροντος που δημιούργησε η ταινία ως εξής: «Έχω δεχθεί αιτήματα από ανθρώπους στην Αγγλία, την Ουγγαρία και την Αυστραλία που ρωτούν αν μπορούν να παντρευτούν εδώ, να διοργανώσουν πάρτι με σαμπάνια ή ακόμη και να αγοράσουν γη». Κάποιοι μάλιστα ζητούσαν να νοικιάσουν ιδιωτικά την παραλία ή το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη, όπου γυρίστηκε ο γάμος στην ταινία. Η επίδραση έγινε ακόμη πιο έντονη μετά την κυκλοφορία του DVD της ταινίας. Σε άρθρο των λονδρέζικων Times, μια υπεύθυνη ταξιδιωτικού γραφείου ανέφερε ότι η ίδια και ο σύζυγός της βοήθησαν στη διοργάνωση περίπου 100 γάμων σε ελληνικά νησιά το επόμενο καλοκαίρι. «Αφού κυκλοφόρησε το DVD λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, οι κρατήσεις μας εκτοξεύθηκαν κατά 60%», είπε χαρακτηριστικά. «Ήταν παράξενο, γιατί συνέβαινε ακριβώς τη στιγμή που ξεκινούσε η κρίση». 

Το Mamma Mia! μετέτρεψε τη Σκόπελο σε σκηνικό ενός ονειρικού γάμου, κάνοντας τη χώρα μια διεθνή γαμήλια φαντασίωση.

Πριν τα μεσάνυχτα (2013)

Πώς το σινεμά εκτόξευσε τον ελληνικό τουρισμό-5
Ίθαν Χοκ και Ζιλί Ντελπί σε σκηνή της ταινίας Πριν τα μεσάνυχτα. (Φωτογραφία: afp/visualhellas.gr)

Το 2013 ήταν η σειρά της Μεσσηνίας. Στην τρίτη και τελευταία ταινία της τριλογίας Before, ο Ίθαν Χοκ και η Ζιλί Ντελπί συναντιούνται σχεδόν 20 χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία των ηρώων τους στις ακτές της Πελοποννήσου, μέσα σε πύρινα ηλιοβασιλέματα και κάτω από τα αστέρια. Μετά την κυκλοφορία του φιλμ η επιβατική κίνηση στο αεροδρόμιο της Καλαμάτας αυξήθηκε θεαματικά, αν και γι’ αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ευρύτερη άνθηση των τουριστικών υποδομών και επενδύσεων στην περιοχή εκείνη την περίοδο. Η κινηματογραφική εικόνα της Μεσσηνίας λειτούργησε σχεδόν σαν διαφήμιση για έναν άγνωστο μέχρι πρότινος μεσογειακό παράδεισο. Σε άρθρο του Guardian ένας συντάκτης έγραφε: «Κι εσείς πλέον μπορείτε να μείνετε στη σουίτα “Before Midnight” στο πολυτελές θέρετρο Costa Navarino, όπου διαμένει το ζευγάρι στην ταινία». Η κινηματογραφική ειδυλλιακή εικόνα της Μεσσηνίας έφτασε μέχρι και να πυροδοτήσει δημοσιεύματα για πιθανές επενδυτικές ευκαιρίες στην αγορά ακινήτων της περιοχής. Τον Ιούλιο του 2013, δημοσίευμα των Times σχολίαζε χαρακτηριστικά: «Καθώς μια επιτυχημένη ταινία αναδεικνύει αυτή την ανέγγιχτη περιοχή, οι εξαιρετικά χαμηλές τιμές ακινήτων μπορεί να εκτοξευθούν. Είναι τώρα η στιγμή να πάρει κανείς το ρίσκο και να επενδύσει στην Ελλάδα;».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT