Πριν από λίγες ημέρες, στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών ετέθη η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου: Πτυχίο που φέρει κοινωνική αναγνώριση ή τεχνική δεξιότητα με προοπτική; Μέχρι στιγμής, η απάντηση που δίνουν οι οικογένειες στην Ελλάδα είναι μία: πτυχίο κύρους. «Στην Ελλάδα, το πτυχίο εξακολουθεί να θεωρείται το βασικό σύμβολο επιτυχίας και κοινωνικής ανέλιξης – ακόμη και όταν η ίδια η αγορά δείχνει προς μια διαφορετική κατεύθυνση», είπε ο Βύρων Νικολαΐδης, πρόεδρος και CEO του ομίλου PeopleCert, που είχε την πρωτοβουλία της συζήτησης. «Από τη μια πλευρά έχουμε ανθρώπους, αποφοίτους πανεπιστημίου, οι οποίοι πλέον δυσκολεύονται να βρουν δουλειά, χάνουν τις δουλειές τους ή βλέπουν τις αμοιβές τους να μειώνονται και από την άλλη, πρέπει να περιμένεις ένα μήνα για να κλείσεις ραντεβού με έναν υδραυλικό!».
«Συχνά στις συνεδρίες έχουμε πτυχιούχους που κάνουν δεύτερο πτυχίο σε Επαγγελματικές Σχολές, γιατί η πρώτη επιλογή δεν τους οδήγησε πουθενά», αναφέρει η σύμβουλος σπουδών Σοφία Καμπέρη.
Τα παραδοσιακά «white collar» επαγγέλματα περνούν κρίση. Ο κορεσμός, σε συνδυασμό με την επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης, μειώνει τη σταθερότητα που κάποτε προσέφεραν. Αντιθέτως, τα τεχνικά και engineering επαγγέλματα εμφανίζουν αυξανόμενη ζήτηση και υψηλότερες απολαβές με σημαντικές δυνατότητες εξέλιξης. Ωστόσο, παραμένουν μη δημοφιλή στους Ελληνες. Μεγάλη έρευνα σε 27.000 εφήβους 15-17 ετών που πραγματοποίησε η εταιρεία συμβούλων σταδιοδρομίας Orientum έδειξε ότι τα τεχνικά επαγγέλματα (ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, logistics, κατασκευές κ.λπ.) βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα ενδιαφέροντος των νέων, παρόλο που στην αγορά έχουν υψηλή ζήτηση και συχνά πολύ καλές αποδοχές. Oπως επισημαίνει στην «Κ» ο Σπύρος Μιχαλούλης, ιδρυτής της εταιρείας, «υπάρχει ένα ξεκάθαρο mismatch: η αγορά χρειάζεται συγκεκριμένες δεξιότητες, αλλά οι νέοι δεν τις επιλέγουν».
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση για τις δεξιότητες στις αγορές εργασίας του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα ανήκει στο γκρουπ των οικονομιών όπου τα πόστα με απαιτήσεις για συγκεκριμένες δεξιότητες καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο ποσοστό στις ανοιχτές θέσεις εργασίας (70% και άνω), ωστόσο, ελάχιστοι αναζητούντες εργασία εκδηλώνουν ενδιαφέρον για αναγγελίες απασχόλησης που κάνουν αναφορά σε συγκεκριμένες προδιαγραφές κατάρτισης: μόλις το 5%. Πρόβλημα αντιμετωπίζει ολόκληρη η Ευρώπη. Στη Γερμανία, το έλλειμμα σε τεχνικά επαγγέλματα ξεπερνάει τις 400.000 θέσεις, στο Ηνωμένο Βασίλειο, περισσότερες από 8 στις 10 επιχειρήσεις αναφέρουν ελλείψεις δεξιοτήτων, ενώ στη Γαλλία πάνω από το 50% των εργοδοτών δηλώνει δυσκολία στην κάλυψη θέσεων σε τεχνικούς και βιομηχανικούς κλάδους. «Την ώρα που η Ευρώπη μιλάει για επιστροφή της παραγωγής που τα προηγούμενα χρόνια μεταφέρθηκε στην Ασία, το ερώτημα είναι: Εχουμε τους ανθρώπους για να τη στηρίξουμε;», αναρωτήθηκε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος στην ίδια συζήτηση.
Δεν είναι μόνο η ζήτηση, λένε οι ειδικοί. Τα τεχνικά επαγγέλματα έχουν σήμερα καλύτερες απολαβές και μεγαλύτερη επαγγελματική ασφάλεια. Oπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, ο μέσος μισθός ενός ηλεκτρολόγου με περίπου δέκα χρόνια εμπειρίας κυμαίνεται σήμερα μεταξύ 2.500 και 2.800 ευρώ. «Δεν είναι τυχαίο», τονίζει στην «Κ» η σύμβουλος σπουδών Σοφία Καμπέρη, «ότι συχνά στις συνεδρίες βλέπουμε πτυχιούχους που καταλήγουν να κάνουν δεύτερο πτυχίο σε ΕΠΑΣ, γιατί η πρώτη επιλογή δεν τους οδήγησε πουθενά».
«Νιώθω κορόιδο»
Η «Κ» έθεσε με τη σειρά της το ίδιο ερώτημα σε μια σειρά από επαγγελματίες, γονείς και ειδικούς: Τι θα συμβουλεύαμε σήμερα ένα παιδί; Να κυνηγήσει ένα «καλό πτυχίο» κατά το κοινώς λεγόμενον ή την ασφάλεια του τεχνικού επαγγέλματος; Για τον Κ.Κ., 43 ετών, κάτοχο πτυχίου και μεταπτυχιακού τίτλου και εργαζομένου επί πολλά χρόνια στον χώρο των media και της επικοινωνίας, δεν υπάρχει δίλημμα. «Νιώθω απολύτως κορόιδο όσον αφορά στο τι έκανα σε σχολείο, πανεπιστήμιο, μεταπτυχιακό και μετέπειτα στην αγορά εργασίας του κλάδου μου. Γιατί; Επειδή, πολύ απλά, αντί να διαβάζω και να αγχώνομαι, θα μπορούσα να είχα βγει για περισσότερους καφέδες και βόλτες, να είχα παίξει περισσότερα βιντεοπαιχνίδια, να είχα δει περισσότερες ταινίες κ.λπ. Να είχα γίνει μαστόρι και αυτή τη στιγμή να είχα και μεγαλύτερη οικονομική άνεση και μικρότερο φόβο όσον αφορά στο επαγγελματικό μου μέλλον». Oπως λέει, ουκ ολίγοι συνάδελφοί του έχουν ακούσει τελευταία από τους εργοδότες τους ότι δεν μπορούν να τους πληρώσουν πέρα από ψίχουλα, αφού «η δουλειά σου γίνεται και με το ChatGPT».
Η Μαρία Κότσιρα, συνταξιούχος δικηγόρος, σημείωσε: «Ο μεγάλος μου γιος είναι πολιτικός μηχανικός και δεν είναι τόσο ικανοποιημένος. Η μικρή μου κόρη έγινε δικηγόρος και το αγαπάει. Τι να πω… Η γιαγιά μου, πάντως, έλεγε ότι η μόρφωση είναι σαν ένα χρυσό βραχιόλι!». Η συμβουλή του Σωτήρη Αληγιάννη, συμβούλου πληροφορικής, στο παιδί του είναι να έχει ανοιχτό μυαλό και να επιλέξει πώς να κερδίσει τη ζωή του, με ή χωρίς πτυχίο. «Νομίζω ότι η συμβουλή του γονιού οφείλει να είναι ανάλογη με το προφίλ του παιδιού. Αν το παιδί το κυνηγάς για να κάτσει μισή ώρα στο βιβλίο, δεν έχει και τόσο νόημα η όποια συμβουλή για πτυχίο. Oπως επίσης, γιατί να συμβουλέψει κανείς ένα διαβαστερό παιδί να μάθει τέχνη για επαγγελματική αποκατάσταση; Προϋπόθεση βεβαίως είναι οι γονείς να καταλαβαίνουν τι είναι το παιδί τους και να μην αεροβατούν, ή να μην έχουν εμμονές».
Η επιχειρηματίας Μαρίνα Ναλμπάντη αναφέρει ότι σε ένα παιδί που εκφράζει ενδιαφέρον για τα ηλεκτρονικά και ηλεκτρολογικά, θα έλεγε ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση υπάρχει η οδηγία «Right to repair», που απαιτεί από τους κατασκευαστές να διευκολύνουν την επισκευή των προϊόντων, να παρατείνουν τη διάρκεια ζωής τους και να παρέχουν πρόσβαση σε ανταλλακτικά και εγχειρίδια επισκευής. «Θέλω να ελπίζω πως στο κοντινό μέλλον θα μπορούμε και πάλι να επισκευάζουμε τις ηλεκτρονικές και ηλεκτρολογικές συσκευές σε ευρύ επίπεδο και αυτό θα φέρει νέες θέσεις εργασίας. Λογικά οι μεγάλες εταιρείες θα θέλουν να εκπαιδεύουν και να έχουν και τους δικούς τους “μάστορες”».
Ο Γιώργος Γληνός, σεφ και επιχειρηματίας, συχνά σκέφτεται ότι αν μπορούσε να αλλάξει επάγγελμα θα γινόταν ηλεκτρολόγος ή υδραυλικός. «Ακόμη παίζει να το κάνω!», λέει μισοαστεία-μισοσοβαρά. «Το συζητούσα με τον ηλεκτρολόγο μου πριν από δύο χρόνια αν θέλει βοηθό για τον χειμώνα και μου είπε “έλα”. Δεν πήγα και τώρα έχει τέσσερις υπαλλήλους και δύο βανάκια. Εγώ πάντως έλεγα χωρίς πλάκα στην κόρη μου να γίνει νυχού, τώρα είναι 21 και παίρνει το πτυχίο της στα οικονομικά».
Τα παιδιά της Φλώρας Καλογήρου, από την άλλη, δύο αγόρια 17 και 15 ετών, δηλώνουν ότι θέλουν να γίνουν υδραυλικός και ψυκτικός αντιστοίχως. «Δεν το συζητούν για κάτι άλλο, τα κριτήρια είναι καθαρά βιοποριστικά. Διαβλέπω μια σοφία και ωριμότητα στην επιλογή τους. Το δικό τους ζητούμενο είναι να βγουν στην αγορά εργασίας το συντομότερο και να γίνουν οικονομικά ανεξάρτητα». Η ίδια έχει σπουδάσει νομική και είναι διπλωματική υπάλληλος.
Ο Κ.Λ., στέλεχος φαρμακευτικής που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του, προτείνει στους νέους να κάνουν το δυσκολότερο που μπορούν. «Επιτεύγματα νωρίς στην καριέρα τους δίνουν μια αυτοπεποίθηση που δεν αποκτά κανείς εύκολα αργότερα. Τις περισσότερες φορές οι σπουδές δίνουν ευελιξία. Αμα η νομική δεν σε βγάλει πουθενά, μπορείς να γίνεις νυχού. Οχι αντίστροφα. Οι σπουδές καθεαυτές βοηθούν τον τρόπο σκέψης και την πλαστικότητα του εγκεφάλου για πάντα».
Ισως αντιστραφεί η τάση
Οι ειδικοί, πάντως, αναφέρουν ότι αναμένονται εξελίξεις στο πεδίο των προτιμήσεων των νέων για σπουδές. «Σε όλες μας τις έρευνες για την GEN Z βλέπουμε ότι σε επίπεδο αξιών εργασίας δίνουν έμφαση σε απολαβές, ευελιξία, ανεξαρτησία, work-life balance και έχουν, φυσικά, μια έντονη ανάγκη για ταχύτητα (για άμεση ικανοποίηση», σημειώνει ο Σπύρος Μιχαλούλης. «Αυτό ίσως αντιστρέψει στο μέλλον την τάση για τα τεχνικά επαγγέλματα, γιατί θα δίνουν χρήματα».
Ο άνθρωπος που συντηρεί τον υλικό κόσμο είναι «αόρατος»
«Υπάρχει μια βαθιά αντίφαση στην ελληνική κοινωνία, τα τεχνικά επαγγέλματα –ηλεκτρολόγοι, μηχανοτρονικοί, τεχνικοί ψύξης, εγκαταστάσεων, συστημάτων– είναι από τα καλά αμειβόμενα –ίσως όχι τόσο όσο φανταζόμαστε στην έμμισθη σχέση– στην αγορά εργασίας, έχουν σχεδόν μηδενική ανεργία και πολλές φορές κερδίζουν περισσότερα από ό,τι οι πτυχιούχοι τετραετών σπουδών. Παρ’ όλα αυτά, οι οικογένειες εξακολουθούν να τα βλέπουν ως “δεύτερη επιλογή”», αναφέρει στην «Κ» η Μαρία Φιλιππή, γενική διευθύντρια Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης του Κέντρου Διά Βίου Μάθησης του Ιδρύματος Ευγενίδου. «Το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό. Είναι θέμα αντίληψης και πολιτισμικό». Η ρίζα, εξηγεί η κ. Φιλιππή, έχει ιστορικά χαρακτηριστικά. «Στη μεταπολεμική Ελλάδα, το πανεπιστημιακό πτυχίο ταυτίστηκε με κοινωνική ανέλιξη και αξιοπρέπεια. Αυτός ο κώδικας δεν έχει ακόμη αποδομηθεί. Ο τεχνίτης, ο τεχνικός, ο άνθρωπος που κατασκευάζει και συντηρεί τον υλικό κόσμο, παραμένει αόρατος στα κοινωνικά μας αφηγήματα – στα σχολικά βιβλία, στις δημόσιες τελετές, στα media, ακόμη και στο μηχανογραφικό που εμφανίζεται ως επιλογή ανάγκης αν αποτύχεις σε όλα».
Πρόσφατα το Ιδρυμα Ευγενίδου, σε μια προσπάθεια να «σπάσει» αυτή την παράδοση, ίδρυσε Ινστιτούτο Κατάρτισης και Ανάπτυξης Δεξιοτήτων. «Ηταν απάντηση σε ένα διαπιστωμένο κενό. Η επαγγελματική κατάρτιση στην Ελλάδα παράγει πτυχία, αλλά δεν παράγει πάντα δεξιότητες που αντιστοιχούν στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Το Ινστιτούτο σχεδιάστηκε για να γεφυρώσει αυτό το χάσμα, να φέρει κοντά εκπαίδευση και βιομηχανία, γνώση και εφαρμογή, τυπικά προσόντα και πραγματικές δεξιότητες». Μάλιστα, σύντομα θα αναπτύξει την πρωτοβουλία με σύνθημα #ΠερήφανοςΤεχνίτης και #ΠερήφανοςΤεχνικός.
«Ο τεχνικός επαγγελματίας δεν είναι εκείνος που δεν πήγε πανεπιστήμιο. Είναι εκείνος που έκανε τον κόσμο να δουλεύει. Και αξίζει να το ξέρει η κοινωνία», υπογραμμίζει η κ. Φιλιππή.

