«Αν πετύχεις πανηγύρι στη Σίφνο, πήγαινε. Φαγητό, κρασί, μουσική, τραγούδι και φιλοξενία δημιουργούν μια εμπειρία που δεν μοιάζει με οργανωμένη εκδήλωση. If you come across a feast in Sifnos, go. Food, wine, music, singing and hospitality create an experience unlike any organized event». Η προτροπή του ηλεκτρονικού οδηγού για τη Σίφνο προς τους επισκέπτες της είναι σαφής: τα πανηγύρια στο νησί είναι must! Για πόσο ακόμα;
«Θα πρέπει να σταματήσει κάθε διαφήμιση στα πανηγύρια», λέει στην «Κ» Σιφνιός που δεν θέλει να μαρτυρήσουμε το όνομά του. «Εχουν χάσει τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα. Στον Προφήτη Ηλία τον Ψηλό προχθές ήταν μόλις 10 Σιφνιοί, 20 Αθηναίοι και 500 ξένοι τουρίστες. Δεν γίνεται αντιληπτή η μυσταγωγία και η ανάγκη του πιστού να διανύσει τόσο δρόμο για να προσκυνήσει. Ολοι έρχονται για το δωρεάν φαγητό και το κρασί». Ερχονται για «τη φάση», επειδή είναι αυθεντικό – κι ας το αλλοιώνουν με τη στάση τους. «Ενας πανηγυράς όταν πανηγυρίζει ένα εξωκκλήσι το κάνει λόγω βαθιάς θρησκευτικής συνείδησης και παράλληλα, θέλοντας να ευχαριστήσει τον κόσμο, προσφέρει ένα κέρασμα», είχαν γράψει σε δημόσια έκκλησή τους μουσικοί της Σίφνου. «Κέρασμα σημαίνει πως με ό,τι δυνατότητα υπάρχει θα βγει ένα πιάτο φαγητό και ένα ποτήρι κρασί και αναλόγως θα ακολουθήσει ή όχι γλέντι με παραδοσιακά όργανα. Τελευταία βλέπουμε κόσμο να απαιτεί περισσότερο φαγητό και αλκοόλ, χωρίς να δίνει σημασία στον θεσμό του σιφναίικου πανηγυριού αλλά και στον κόπο των πανηγυράδων και των επιτρόπων κάθε εκκλησίας». Το πόσες φορές τους ζητούν να παίξουν ικαριώτικο ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.

Μα μήπως και Ικαριώτες δεν έχουν τον ίδιο καημό; Μήπως τα δικά τους πανηγύρια δεν έχουν αλωθεί από τους κυνηγούς της «φάσης»; «Τα πανηγύρια μας είναι rave, δεν τα αναγνωρίζουμε οι ντόπιοι», λέει στην «Κ» ο Χρυσόστομος Φουντούλης. «Πήγαμε προχθές σε πανηγύρι και μας σέρβιραν προτηγανισμένες πατάτες από το Βέλγιο». Το κατσίκι ήταν ντόπιο, το κρασί επίσης. Το ταπεινό συνοδευτικό είχε διανύσει σχεδόν 3.000 χιλιόμετρα για να προσγειωθεί δίπλα στο κρέας, στο πλαστικό πιάτο. Ομως το κακό με τα ικαριώτικα πανηγύρια έχει γίνει. Τι μπορείς να κάνεις; «Προσωπικά κρατάω πλέον κάποια μυστικά, όπως ένα σημείο κάτω από κάτι βράχια που αναβλύζει ζεστό νερό με ραδόνιο και είναι ό,τι πρέπει για θερμά θαλάσσια λουτρά. Κοντεύει να μου περάσει το αυχενικό!».
Για τη συνάδελφο Ειρήνη Κακουλίδου η τάση είναι σαφής: «Αμα βρούμε καλό μέρος, πλέον δεν το λέμε. Εχει αντιστραφεί η κατάσταση». Εκεί που κάποτε διαφημίζαμε στα σόσιαλ μίντια τις μικρές μας ανακαλύψεις, τώρα προσέχουμε για να έχουμε. «Υπήρχε στην Κύμη μια παραλία, τα Θαψά, που δεν την ήξερε κανείς. Ασε που ήταν δύσκολο να κατεβείς. Πήγαιναν κάποιοι με σκηνές. Ε, μια μέρα έγινε viral, οπότε πάει κι αυτή». Η αλήθεια είναι ότι παράλληλα με την τάση της σιωπής υπάρχει και η αντίρροπη δύναμη, των ινσταγκράμερ που «όπου πάνε το διατυμπανίζουν».

Η Ειρήνη έχει φτιάξει τις δικές της ιδιαίτερες πατρίδες, όπως την Τήνο που έχει βαθιά στην καρδιά της. «Δυστυχώς στην Τήνο έχουν μαθευτεί τα πάντα, συχνά το κάνουν οι ίδιοι οι κάτοικοι και οι επιχειρηματίες για να τραβήξουν κόσμο, να γίνει διαφήμιση». Η ίδια έχει σταματήσει να ανεβάζει φωτογραφίες από τα ταξίδια της. «Ακόμα και στην Αρκτική που πήγα για δύο εβδομάδες, ανέβασα μόνο δυο-τρεις εικόνες. Ειδικά από Τήνο, ποτέ! Να, τώρα βρήκα περπατώντας με το σκυλί μικρούλα παραλία φανταστική που δεν την πιάνει και ο βοριάς, αλλά δεν το λέω πουθενά». Ξέρει καλά ότι με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα πάντα μπορούν να γίνουν σε δευτερόλεπτα viral, ειδικά όσον αφορά προορισμούς. Ο σύγχρονος ταξιδιώτης άλλωστε κάνει ενδελεχή έρευνα πριν ξεκινήσει. Ψάχνουμε τα μυστικά μονοπάτια, τα εστιατόρια που πάνε οι ντόπιοι, τις παρθένες αμμουδιές. «Καλά να περάσεις, απλώς δεν χρειάζεται να τα πεις όλα».
«Να διατηρηθεί η ομορφιά»
Η σεφ Σταυριανή Ζερβακάκου, που κατάγεται από τη Μάνη όπου λειτουργεί και το εστιατόριό της, έχει πιάσει τον εαυτό της να το σκέφτεται διπλά πριν ποστάρει κάτι στα σόσιαλ μίντια. «Δέχομαι ερωτήσεις πού είναι το ένα και το άλλο. Αν πρόκειται για καφέ και εστιατόρια μοιράζομαι με χαρά την πληροφορία, αλλά για οτιδήποτε άλλο, όχι. Θα γράψω απλώς “Mani Peninsula”. Στους φίλους μου θα το πω φυσικά, αλλά νιώθω ότι πρέπει να προστατεύσω τον τόπο μου, να βοηθήσω να διατηρηθεί η ησυχία, η ομορφιά».
Ούτε οι Χανιώτες ανεβάζουν πλέον τα αγαπημένα τους στέκια. «Ανεβάζουμε φωτογραφία ένα μέρος και γράφουμε απλώς… “παράδεισος”», λέει στην «Κ» η Βάσια Κουκλάκη. «Είναι λογικό. Χθες πήγαμε σε μια παραλία στον Γλάρο που δεν είναι οργανωμένη, δεν έχει μπιτς μπαρ, δεν είναι γνωστή. Είναι σε ένα αδιέξοδο και πάμε μόνο όσοι μένουμε τριγύρω. Μαζευόμασταν πέντε παρέες, λέγαμε όλοι “γεια”. Χθες βρήκαμε πάνω από 150 άτομα, όλοι με τις ομπρέλες και τα καθισματάκια τους. Απογοητευτήκαμε». Είναι στις συζητήσεις των Χανιωτών αυτόν τον καιρό. «Από τέλη Ιουλίου μέχρι μέσα Σεπτεμβρίου ξεχνάμε όλα τα ταβερνάκια στα Χανιά που αγαπάμε, αυτά στα οποία συχνάζαμε τον χειμώνα», συνεχίζει η Βάσια. Από μέσα ακούστηκαν οι δύο γιοι της να λένε «πες της ότι είναι περίεργο που ζούμε σε μια πόλη που δεν μπορούμε να τη χαρούμε το καλοκαίρι που έχουμε διακοπές!».

