Η Σαχάρα «περικυκλώνει» την Ευρώπη

Το διακύβευμα για τη δημόσια υγεία λόγω της μεταφοράς αφρικανικής σκόνης σε συνδυασμό με τις υψηλότερες θερμοκρασίες

3' 39" χρόνος ανάγνωσης

Πόλεις χωρίς πράσινο, χωρίς ελεύθερους χώρους, με ολοένα και περισσότερη δόμηση και τσιμέντο, περισσότερα αυτοκίνητα στους δρόμους, και… περισσότερη σκόνη. Μελέτη Ελλήνων και ξένων επιστημόνων υπό το ινστιτούτο Paul Scherrer της Ελβετίας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ποσότητες αφρικανικής σκόνης που μεταφέρονται σε όλη την Ευρώπη –κυρίως στον Νότο– έχουν αυξηθεί σημαντικά. Για το φαινόμενο αυτό ευθύνεται η κλιματική αλλαγή, καθώς η μείωση των βροχοπτώσεων και της υγρασίας στη Σαχάρα κάνει τις συνθήκες μεταφοράς σκόνης πολύ πιο ευνοϊκές. Οπως όλα δείχνουν, μάλιστα, το φαινόμενο θα γίνεται ολοένα και εντονότερο.

Μέσα σε μία δεκαετία έχει αυξηθεί ανησυχητικά η ένταση των επεισοδίων σκόνης, σύμφωνα με μελέτη Ελλήνων και ξένων επιστημόνων, καθώς μειώνονται η υγρασία και οι βροχοπτώσεις στις ερήμους.

Τα δεδομένα αυτά προέρχονται από νέα επιστημονική δημοσίευση στο περιοδικό Nature, στην οποία συνέβαλαν και πέντε Ελληνες επιστήμονες (Πέτρος Βασιλάκος, επιστήμονας στο ινστιτούτο Paul Scherrer της Ελβετίας, Νικόλαος Μιχαλόπουλος, Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, Μάνος Μανούσακας και Κώστας Ελευθεριάδης από το ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» και Mαρία Τσαγκαράκη από το Πανεπιστήμιο Κρήτης). «Αρχικός σκοπός του ινστιτούτου ήταν να συγκεντρώσει όλες τις μετρήσεις σκόνης από ερήμους της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής στην Ευρώπη και να δημιουργήσουμε ένα μοντέλο, που θα χρησιμοποιείται σε επιδημιολογικές μελέτες, λ.χ. για το πώς επηρεάζει η μεταφορά σκόνης τις αναπνευστικές παθήσεις», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Βασιλάκος. «Η μελέτη, που αφορά τη δεκαετία 2012-2021, επεκτάθηκε καλύπτοντας 103 αστικές και αγροτικές τοποθεσίες στην Ευρώπη, εκ των οποίων δύο στην Ελλάδα, την Αθήνα και το Λασίθι (Φινοκαλιά, όπου υπάρχει σταθμός μέτρησης μικροσωματιδίων)».

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα επεισόδια μεταφοράς σκόνης την τελευταία δεκαετία δεν έχουν αυξηθεί. «Αυτό που έχει αυξηθεί είναι η έντασή τους. Ο μέσος άνθρωπος στην Ελλάδα το καταλαβαίνει όταν βλέπει πλέον να αλλάζει χρώμα ο ουρανός. Η αύξηση συνδέεται με την κλιματική αλλαγή και συγκεκριμένα με τη μείωση της υγρασίας και των βροχοπτώσεων στις ερήμους. Ας σκεφθούμε απλά: αν το χώμα σε έναν κήπο είναι βρεγμένο και φυσήξει δυνατός άνεμος, δεν θα παρασυρθεί. Αν όμως ο κήπος έχει στεγνώσει, θα σηκωθεί ένα σύννεφο. Το ίδιο συμβαίνει και με τη σκόνη από τις ερήμους».

Πώς όμως ξεχωρίζουν οι επιστήμονες στις μετρήσεις τους τη σκόνη από ερήμους, από τη σκόνη που παράγεται επιτόπου από άλλες πηγές, όπως η καύση βιομάζας, η κυκλοφορία των οχημάτων; «Εξετάσαμε τη σύσταση της σκόνης», εξηγεί ο Μάνος Μανούσακας. «Η σκόνη περιέχει διάφορους δείκτες. Περιέχει σίδηρο, που όμως συνδέεται με τα οχήματα, περιέχει ασβέστιο, που όμως συνδέεται με τις κατασκευές. Οταν όμως περιέχει σε υψηλές συγκεντρώσεις αλουμίνιο και πυρίτιο, που δεν είναι ανθρωπογενή, τότε μας αποκαλύπτουν την προέλευση της σκόνης».

Οι επιστήμονες δημιούργησαν ένα μοντέλο πρόβλεψης των επεισοδίων μεταφοράς σκόνης χρησιμοποιώντας εκτός από τις επιτόπιες μετρήσεις δορυφορικά δεδομένα, μετεωρολογικές παραμέτρους και άλλα δεδομένα, όπως οι χρήσεις γης και ο βαθμός κάλυψης του εδάφους με σκληρές επιφάνειες. Επίσης κατέληξαν σε συμπεράσματα σχετικά με τη συχνότητα του φαινομένου. «Το φαινόμενο έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με την προβιομηχανική περίοδο και βέβαια την τελευταία δεκαετία αυξήθηκε σημαντικά», λέει ο κ. Μανούσακας. «Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη η σκόνη έχει αυξηθεί σε βάθος δεκαετίας κατά 2 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα, που ακούγεται αμελητέο, αλλά δεν είναι καθόλου».

Η αύξηση της σκόνης δεν αφορά μόνο τις ελληνικές πόλεις. Σύμφωνα με τη δημοσίευση, πιο αξιοσημείωτες αυξήσεις παρατηρήθηκαν στην Ιταλία, στην περιοχή της Αδριατικής, ενώ υψηλά επίπεδα σκόνης καταγράφηκαν και στη δυτική Γαλλία. «Η σκόνη μεταφέρεται ουσιαστικά σε όλο τον κόσμο, από την Αμερική και τον Αμαζόνιο έως την Ανταρκτική, σε μικρές ποσότητες βέβαια», λέει ο κ. Βασιλάκος. «Η αύξηση είναι ισχυρή και στη Βόρεια Ευρώπη, όπου βέβαια στο παρελθόν κατέληγαν πολύ μικρές ποσότητες».

Συγκεντρώσεις

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο η ποσότητα της σκόνης το 2012-2021 αυξήθηκε κατά μέσον όρο κατά 0,5 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα. Στη Νότια Ευρώπη, η μέση συγκέντρωση σκόνης έφθασε στα 5,3 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα, ποσό που αντιστοιχεί στο 31% της ετήσιας τιμής αναφοράς του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τα σωματίδια PM10. Στην Κεντρική και στη Βόρεια Ευρώπη η αντίστοιχη μέση τιμή ήταν σημαντικά χαμηλότερη, στα 2,1 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα.

Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι τα εντονότερα επεισόδια μεταφοράς σκόνης θα έχουν επίπτωση στη δημόσια υγεία. «Η σκόνη έχει λιγότερες επιπτώσεις από άλλους ρύπους. Ωστόσο, η παρατεταμένη έκθεση μπορεί να επηρεάσει πληθυσμούς που είναι πιο ευάλωτοι, όπως οι άνθρωποι με αναπνευστικά προβλήματα, οι ηλικιωμένοι, οι νέοι και τα παιδιά κάτω των 15 ετών», λέει ο κ. Βασιλάκος. «Αυτή είναι μια πραγματικότητα με την οποία πρέπει να μάθουμε να ζούμε».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT