Σχεδόν τέσσερα στα δέκα στρέμματα δάσους στην Αττική έχουν καεί σε εννέα χρόνια, σύμφωνα με την επικαιροποιημένη ανάλυση του Meteo για τις μεγάλες δασικές πυρκαγιές της περιόδου 2017-2025. Τα στοιχεία δείχνουν το αποτύπωμα που έχουν αφήσει οι 13 μεγάλες πυρκαγιές -τα τελευταία εννέα χρόνια-, οι οποίες έχουν μεταβάλει σημαντικά τον φυσικό χάρτη της Περιφέρειας Αττικής.
Σύμφωνα με την ανάλυση, που βασίζεται σε στοιχεία της Υπηρεσίας Ταχείας Χαρτογράφησης Copernicus και του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Δασικών Πυρκαγιών (EFFIS), οι 13 μεγάλες πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν στην Αττική από το 2017 έως και το 2025 έκαψαν περισσότερα από 700.000 στρέμματα. Η έκταση αυτή αντιστοιχεί στο 28% της συνολικής επιφάνειας της Περιφέρειας Αττικής, εξαιρουμένων του Λεκανοπεδίου, της Τροιζηνίας και των νησιών. Από τη συνολική καμένη έκταση, περίπου 465.000 στρέμματα ήταν δάση, δηλαδή σχεδόν το 38% των δασικών εκτάσεων της Περιφέρειας.

Ανησυχητικά ευρήματα
«Το πιο ανησυχητικό εύρημα δεν είναι μόνο η συνολική έκταση που έχει καεί, αλλά το γεγονός ότι σε κάποια σημεία οι πυρκαγιές επαναλαμβάνονται πριν προλάβει να ανακάμψει το οικοσύστημα», επισημαίνει στην «Κ» ο Ιωάννης Γήτας, καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Δασικής Διαχειριστικής και Τηλεπισκόπησης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Οπως εξηγεί, η επαναλαμβανόμενη καύση των ίδιων εκτάσεων, όπως έγινε στα Δερβενοχώρια και νότια απο τα Βίλια, μειώνει σημαντικά τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης των δασών και αυξάνει τον κίνδυνο μόνιμης υποβάθμισης του τοπίου.
«Δαχτυλίδι» καμένων εκτάσεων
Παρότι το 2025 ήταν η χρονιά με τις λιγότερες καμένες εκτάσεις της τελευταίας εννεαετίας στην Αττική, η συνολική εικόνα δεν αλλάζει σύμφωνα με τον μετεωρολόγο και διευθυντή Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Κώστα Λαγουβάρδο.
Γύρω από το Λεκανοπέδιο έχει δημιουργηθεί ένα «δαχτυλίδι» καμένων εκτάσεων. Ενα μεγάλο μέρος του φυσικού πνεύμονα που περιέβαλλε την Αθήνα έχει χαθεί.
«Αν δει κανείς τον χάρτη των μεγάλων πυρκαγιών της τελευταίας εννεαετίας, διαπιστώνει ότι γύρω από το Λεκανοπέδιο έχει δημιουργηθεί ένα “δαχτυλίδι” καμένων εκτάσεων. Ενα μεγάλο μέρος του φυσικού πνεύμονα που περιέβαλλε την Αθήνα έχει χαθεί», επισημαίνει. Η έρευνα του Meteo περιγράφει αναλυτικά τις καμένες εκτάσεις ανά έτος, με τη μεγαλύτερη καταστροφή να έχει προκληθεί το 2021 και συγκεκριμένα στις 3 Αυγούστου, όταν ξέσπασε η φωτιά στη Βαρυμπόμπη που είχε ως αποτέλεσμα να καούν 25.700 στρέμματα.

Ο κ. Γήτας διευκρινίζει ότι δεν είναι όλες οι καμένες εκτάσεις αμιγή δάση, καθώς στην Αττική συνυπάρχουν διαφορετικοί τύποι οικοσυστημάτων, από πυκνά δάση έως θαμνότοπους και χορτολιβαδικές εκτάσεις. Οι σημαντικότερες εκτάσεις δάσους που εξακολουθούν να διατηρούνται βρίσκονται στα Γεράνεια Ορη, στα Βίλια, στα Δερβενοχώρια, στην Πάρνηθα, στη Βαρυμπόμπη και προς τον Κάλαμο. Αντίθετα, σε άλλες περιοχές, όπως η Κερατέα, η Γλυφάδα, η Κινέτα, κυριαρχούν κυρίως θαμνότοποι και χορτολιβαδικές εκτάσεις.
Οι επιπτώσεις δεν σταματούν στο δάσος
Σε κάθε περίπτωση, η απώλεια του 38% των δασών της Αττικής μέσα σε εννέα χρόνια δεν αποτελεί μόνο μια σοβαρή οικολογική καταστροφή, αλλά έχει άμεσες επιπτώσεις και στην καθημερινότητα εκατομμυρίων κατοίκων της πρωτεύουσας.
Οπως εξηγεί ο κ. Λαγουβάρδος, η καταστροφή των δασικών εκτάσεων υποβαθμίζει αυτόματα τις περιοχές που βρίσκονται γύρω τους. Επίσης, περιορίζει τη φυσική σκίαση και την ικανότητα των δασών να μετριάζουν τις υψηλές θερμοκρασίες, με αποτέλεσμα η θερμοκρασία του εδάφους αλλά και του αέρα να αυξάνεται αισθητά. Παράλληλα, οι καμένες πλαγιές δεν μπορούν πλέον να συγκρατήσουν τις ίδιες ποσότητες νερού κατά τις έντονες βροχοπτώσεις, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο πλημμυρικών φαινομένων σε αρκετές περιοχές της Αττικής. «Η υποβάθμιση των περιοχών που περιβάλλουν την Αθήνα δεν αφορά μόνο όσους κατοικούν δίπλα στο δάσος. Επηρεάζει συνολικά το μικροκλίμα της πρωτεύουσας και κάνει ακόμη πιο επιτακτική την προστασία των δασών που έχουν απομείνει», σημειώνει.
Η υποβάθμιση των περιοχών που περιβάλλουν την Αθήνα δεν αφορά μόνο όσους κατοικούν δίπλα στο δάσος. Επηρεάζει συνολικά το μικροκλίμα της πρωτεύουσας και κάνει ακόμη πιο επιτακτική την προστασία των δασών που έχουν απομείνει.
Εκτός από τα ανησυχητικά στοιχεία, ο κ. Γήτας εκτιμά ότι η έγκαιρη ανίχνευση παραμένει το ισχυρότερο όπλο απέναντι στις δασικές πυρκαγιές. Η αξιοποίηση drones, καμερών και σύγχρονου τεχνολογικού εξοπλισμού από την Πυροσβεστική που μπήκαν φέτος στη μάχη της πυρόσβεσης επιτρέπει τον ταχύτερο εντοπισμό νέων εστιών, ώστε η επέμβαση να γίνεται πριν η φωτιά αποκτήσει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. «Το κρίσιμο είναι να μη δοθεί χρόνος στη φωτιά να μεγαλώσει. Οσο νωρίτερα εντοπιστεί και αντιμετωπιστεί τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να περιοριστεί χωρίς να εξελιχθεί σε μεγάλη καταστροφή», καταλήγει ο κ. Γήτας.

