Πάρνωνας, Ταΰγετος, Μαίναλο, Χελμός. Σκουρόχρωμες νησίδες, καφέ και μαύρες, πάνω στις καταπράσινες άλλοτε πλαγιές. Είναι ξερά δέντρα. Η εικόνα έχει αρχίσει να γίνεται γνώριμη τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο αλλά και στη Φθιώτιδα, στην Ευρυτανία, ακόμα και σε περιοχές της βόρειας Ελλάδας, όπως στο Φαλακρό Ορος, στη Δράμα. Ο αριθμός των ξηραμένων δέντρων, κυρίως ελάτων και, σε μικρότερο βαθμό, πεύκων, διαρκώς αυξάνεται. Η νέκρωση των δασών μας συνεχίζεται. Κύριος υπαίτιος; Η κλιματική αλλαγή.
Αν και το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, οι σημερινές κλιματικές συνθήκες προκαλούν μεγάλη υδατική καταπόνηση στα δέντρα, αναφέρει ο Ανδρέας Παπαδόπουλος, καθηγητής του Γεωπονικού.
«Η κύρια πρωτογενής αιτία της νέκρωσης των ελατοδασών είναι οι υψηλές θερμοκρασίες και η παρατεταμένη και έντονη ξηρασία της θερινής περιόδου, που εμφανίζονται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια. Αυτές οι κλιματικές συνθήκες προκαλούν υδατική καταπόνηση στα δέντρα και αδυναμία στην υδραυλική τους συμπεριφορά για μεταφορά νερού στα ανώτερα μέρη της κόμης, με αποτέλεσμα να νεκρώνονται από την κορυφή προς τη βάση σε μικρό χρονικό διάστημα, ακόμη και μέσα σε ένα έτος, ή να εξασθενούν σταδιακά και στη συνέχεια να προσβάλλονται ευκολότερα, δευτερογενώς, από μύκητες και έντομα, οδηγούμενα στη νέκρωση», λέει στην «Κ» ο καθηγητής Ανδρέας Παπαδόπουλος, πρόεδρος του Τμήματος Δασολογίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η έλλειψη νερού καταπονεί τα δέντρα και κυρίως τα κωνοφόρα, αφού δεν έχουν τη δυνατότητα της προσωρινής απώλειας του φυλλώματός τους, όπως συμβαίνει με τα πλατύφυλλα. «Δάση ήδη καταπονημένα από την ξηρασία, τα οποία φύονται σε υποβαθμισμένα εδάφη, υφίστανται επιδημίες φλοιοφάγων εντόμων που οδηγούν σε εκτεταμένες ξηράνσεις πολλών δέντρων. Σε αυτό συντελούν οι αυξημένες θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ευνοώντας την επιβίωση μεγαλύτερου πληθυσμού δασικών εντόμων, όπως του μικρού (Cryphalus piceae) και του μεγάλου φλοιοφάγου (Pityokteines curvidens) στα ελατοδάση της Πελοποννήσου και του σκολύτη (Ips typographus) της ερυθρελάτης στα Καλάβρυτα Αχαΐας», συμφωνεί ο καθηγητής Αλέξανδρος Δημητρακόπουλος, κοσμήτορας στη Σχολή Γεωπονίας, Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ. «Σημειωτέον ότι οι χιονοπτώσεις στην Ελλάδα έχουν μειωθεί κατά 30%-50% από το 2020. Το στρώμα χιονιού λειτουργεί ως υπέργειος φυσικός αποθετήρας νερού: όταν λιώνει σταδιακά την άνοιξη και το καλοκαίρι εφοδιάζει το έδαφος σε περιόδους ανομβρίας».
Το φαινόμενο, βέβαια, δεν είναι πρωτόγνωρο στη χώρα μας. Εκτεταμένες ξηράνσεις ελατοδασών παρατηρήθηκαν αρχικά το 1964 και, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, την περίοδο 1988-1990 σε όλη την Ελλάδα και κυρίως στο ελατοδάσος της Βυτίνας, του Ταϋγέτου, της Ευρυτανίας και του Περτουλίου Τρικάλων. Ηταν Δεκέμβριος του 1989 όταν έγινε η πρώτη επιστημονική ημερίδα στην Τρίπολη με αυτό το θέμα – ένα χρόνο αφού είχε γίνει «επισήμως» αποδεκτός ο όρος «κλιματική αλλαγή» από τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό και το Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ.
Είναι αναστρέψιμο;
Οι σημερινές συνθήκες διαφέρουν, ωστόσο, από εκείνες των προηγούμενων δεκαετιών. Η ένταση και η γεωγραφική εξάπλωση του φαινομένου προκαλούν πλέον ιδιαίτερη ανησυχία. Είναι αναστρέψιμη η κατάσταση; Υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης – και με ποιον τρόπο, την ώρα μάλιστα που η μετάβαση από την ψυχρή φάση Λα Νίνια στη θερμή φάση Ελ Νίνιο του φαινομένου ENSO, που έχει ήδη αρχίσει, αναμένεται να μεταβάλλει τα μοτίβα των βροχοπτώσεων και των θερμοκρασιών προς το θερμότερο και ξηρότερο στη χώρα μας; «Η συνήθης πρακτική για τον περιορισμό του προβλήματος είναι η υλοτομία και απομάκρυνση των ξερών δέντρων από το δάσος, ώστε τα έντομα και οι μύκητες, δηλαδή ο δευτερογενής παράγοντας, να μην έχουν πρόσφορο έδαφος για να διαδοθούν και στα υγιή δέντρα. Ομως αυτό είναι πρακτικά και οικονομικά αδύνατο λόγω της έκτασης που έχει λάβει το φαινόμενο σε όλη τη χώρα», απαντά ο κ. Παπαδόπουλος. «Αυτό που μπορεί να συμβάλει στη μείωση του φαινομένου είναι η κατάλληλη διαχείριση των ελατοδασών με τη δημιουργία πιο ανθεκτικών και προσαρμοσμένων στην κλιματική αλλαγή δομών δάσους, με δασοκομικές παρεμβάσεις που μειώνουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των δέντρων και το στρες που αυτά υφίστανται από βιοτικούς και αβιοτικούς παράγοντες, λαμβάνοντας πάντα υπόψη όλη τη βλάστηση, χλωρίδα και πανίδα της περιοχής, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης και αειφόρου δασικής διαχείρισης».
Ο κ. Δημητρακόπουλος δεν είναι αισιόδοξος. «Δεν είναι αναστρέψιμο αυτό που συμβαίνει. Αντιθέτως, η κατάσταση είναι ταχέως επιδεινούμενη. Η μετάβαση σε ολοένα ξηρότερες και θερμότερες συνθήκες εμποδίζει την προσαρμογή των δασικών ειδών στις νέες κλιματικές συνθήκες, με αποτέλεσμα τις καταπονήσεις και τις νεκρώσεις από επιδημίες φλοιοφάγων εντόμων. Ειδικά για τα ελατοδάση της Πελοποννήσου, ας έχουμε υπόψη μας ότι φύονται σε άγονα, εκπλυμένα εδάφη και υποβαθμισμένους σταθμούς, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα στην ομαλή αναγέννησή τους. Αρνητικά επιδρούν και οι μακροχρόνιες ανθρώπινες δραστηριότητες (βόσκηση, ξύλευση, δαδοποίηση κ.λπ.).»
Τι σημαίνει όμως για τα δασικά οικοσυστήματα ο «θάνατος» τόσο πολλών δέντρων; «Δείχνει μια σημαντική διαταραχή στα οικοσυστήματα της ελάτης της χώρας μας. Οσο αυτή συνεχίζεται, και μάλιστα με εντονότερο από ό,τι φαίνεται ρυθμό, τόσο αυτά θα οπισθοδρομούν. Βέβαια, η νέκρωση δέντρων ελάτης δεν σημαίνει ότι η βλάστηση θα εξαφανιστεί. Αλλα είδη όπως η φυλλοβόλος δρυς και η μαύρη πεύκη –ή, σε πιο υποβαθμισμένα οικοσυστήματα, θαμνώνες αειφύλλων πλατυφύλλων φυτών– θα έρθουν να πάρουν τη θέση της. Αυτό που βλέπουμε είναι η αρχή μιας νέας δυναμικής των ειδών και διαδικασίας μετακίνησης προς τα άνω των ζωνών βλάστησης λόγω κλιματικής αλλαγής», τονίζει ο καθηγητής Ανδρέας Παπαδόπουλος.
Μείωση της βιοποικιλότητας
Αυτή η νέα δυναμική, που παρατηρείται σε πολλές χώρες, όχι μόνο στην Ελλάδα, θα έχει σαρωτικές επιπτώσεις. Η μείωση της βιοποικιλότητας, δηλαδή του αριθμού των φυτικών και ζωικών ειδών, καθώς και των γενοτύπων τους, είναι μία από αυτές, όπως λένε οι δύο επιστήμονες. «Η νέκρωση των δέντρων σημαίνει μείωση του ρόλου του δάσους στον υδρολογικό κύκλο, στην υδατική αποταμίευση και στην αποτροπή της διάβρωσης του εδάφους· δυσκολία φυσικής αναγέννησης του ελατοδάσους και δημιουργία διακένων με ξερή, εύφλεκτη χορτολιβαδική βλάστηση», εξηγεί ο καθηγητής Αλέξανδρος Δημητρακόπουλος. «Και το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου; Κατακόρυφη αύξηση του κινδύνου δασικών πυρκαγιών σε περιοχές που παλαιότερα θεωρούνταν ασφαλείς. Προοδευτική κατάρρευση του δάσους, δηλαδή…».

