Το σχέδιο υπήρχε για τη Βασιλική. Σύμφωνα με όσα ανέφερε η αδελφή της σε τηλεοπτικό σταθμό, οι δυο τους προετοίμαζαν τη διαφυγή της 39χρονης, η οποία είχε ζητήσει νομική υποστήριξη προκειμένου να προχωρήσει σε διαζύγιο. Δεν πρόλαβε όμως να το υλοποιήσει. Δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι της από τον άνδρα με τον οποίο προσπαθούσε να διακόψει τη συμβίωσή της. Οπως φέρεται να αποκάλυψε η δικηγόρος στην οποία είχε απευθυνθεί η δολοφονημένη γυναίκα, ο μεγάλος της φόβος ήταν τα παιδιά της. «Θα φύγεις από το σπίτι εσύ, αλλά δεν θα πάρεις, ούτε θα βλέπεις τα παιδιά» ήταν τα λόγια του δράστη.
Η γυναικοκτονία της Βασιλικής, η 5η για το 2026, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα. Πόσο προστατευμένη είναι στην πράξη μία γυναίκα που δέχεται κακοποίηση από τον σύζυγό της; Ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί κανάλια υποστήριξης, ξενώνες φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών και γραφεία αντιμετώπισης απο την Ελληνική Αστυνομία, ειδικοί που εργάζονται καθημερινά με θύματα ενδοοικογενειακής βίας επισημαίνουν ότι η φυγή από μια κακοποιητική σχέση παραμένει εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία, ιδίως όταν υπάρχουν παιδιά.
Η «Κ» μίλησε με ψυχολόγους και νομικούς που ασχολούνται επί σειρά ετών με την υποστήριξη κακοποιημένων γυναικών. Οι ίδιες εξηγούν ποια είναι τα διαθέσιμα εργαλεία προστασίας για τις γυναίκες που αποφασίζουν να απομακρυνθούν από έναν κακοποιητικό σύντροφο, αλλά και γιατί οι μητέρες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με πρόσθετες δυσκολίες μετά τη φυγή τους.
Τα εργαλεία προστασίας
Η Ειρήνη Σιώζου, σύμβουλος νομικής στήριξης στο Συμβουλευτικό Κέντρο Γυναικών Αθήνας της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εξηγεί ότι σήμερα υπάρχουν συγκεκριμένοι μηχανισμοί που μπορούν να ενεργοποιηθούν για την προστασία μιας γυναίκας που βιώνει κακοποίηση. «Οταν μία γυναίκα απευθυνθεί στις δομές μας, πραγματοποιείται εκτίμηση των αναγκών και του επιπέδου κινδύνου που αντιμετωπίζει. Σε συνεργασία με κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και νομικούς συμβούλους καταρτίζεται ένα σχέδιο ασφάλειας προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες συνθήκες της ζωής της», αναφέρει.
Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες προστασίας των θυμάτων, ωστόσο, κάθε υπόθεση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και απαιτεί συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων.
Σύμφωνα με την ίδια, σε περιπτώσεις αυξημένου κινδύνου μπορεί να προβλεφθεί η φιλοξενία σε ξενώνες προστασίας, ενώ παράλληλα παρέχεται κοινωνική, ψυχολογική και νομική υποστήριξη. Η ίδια υπογραμμίζει ότι προτεραιότητα σε όλες τις περιπτώσεις παραμένει πάντοτε η ζωή και η σωματική ακεραιότητα του θύματος. Παράλληλα, η νομοθεσία προβλέπει εργαλεία όπως η αυτόφωρη διαδικασία, οι προσωρινές διαταγές, τα ασφαλιστικά μέτρα και οι περιοριστικοί όροι σε βάρος του δράστη. «Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες προστασίας των θυμάτων, ωστόσο, κάθε υπόθεση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και απαιτεί συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων», σημειώνει.
Εξηγώντας περαιτέρω την πολυπλοκότητα του φαινομένου, η κυρία Σιώζου επισημαίνει ότι η κακοποίηση δεν εκδηλώνεται μόνο με σωματική βία. «Μπορεί να έχει προηγηθεί οικονομική εξάρτηση, παρακολούθηση, απειλή και άλλα μέσα ελέγχου, εξαναγκασμού και κακοποίησης», αναφέρει, τονίζοντας πως γι’ αυτόν τον λόγο η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας είναι μια σύνθετη διαδικασία που απαιτεί συντονισμό και συνεχή υποστήριξη των θυμάτων, ώστε οι γυναίκες να μπορέσουν να οικοδομήσουν μια ασφαλή και αυτόνομη ζωή.
Το κενό μετά τη φυγή
Την ίδια ώρα, όλο και περισσότερες οργανώσεις που υποστηρίζουν γυναίκες θύματα βίας επισημαίνουν ότι στην περίπτωση των κακοποιημένων γυναικών με παιδιά οι ίδιες συχνά έρχονται αντιμέτωπες με ένα επιπλέον εμπόδιο μετά τη φυγή τους, δηλαδή τα ζητήματα που αφορούν την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα των ανηλίκων. Η Κική Πετρουλάκη, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου κατά της Βίας, που παρέχει στήριξη και συμβουλευτική σε γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας και μία από τις συγγραφείς του Οδηγού Απόδρασης από μια Βίαιη Σχέση, που εκδόθηκε το 2013 από το ΕΔκΒ, εξηγεί στην «Κ» ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Οπως αναφέρει, ο οδηγός των 131 σελίδων συντάχθηκε σε ένα διαφορετικό νομικό περιβάλλον, πριν από τις αλλαγές που επέφερε το θεσμικό πλαίσιο της συνεπιμέλειας.
Ειδικότερα, πριν από την ψήφιση του Νόμου 4800/2021, οι γυναίκες που κατήγγελλαν ενδοοικογενειακή βία μπορούσαν να αποχωρήσουν από την κοινή κατοικία μαζί με τα παιδιά τους και να αναζητήσουν προστασία, χωρίς να αντιμετωπίζουν άμεσα αντίστοιχες νομικές αμφισβητήσεις ως προς τη γονική μέριμνα. Σήμερα, υποστηρίζει η ειδικός, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη, καθώς ο φερόμενος ως δράστης διατηρεί τα γονεϊκά του δικαιώματα στο ακέραιο έως την εκδίκαση της υπόθεσης και τυχόν απομάκρυνση των παιδιών χωρίς τη συναίνεσή του μπορεί να θεωρηθεί κακή άσκηση της γονικής μέριμνας από τη μητέρα.
Η απομάκρυνση μιας μητέρας από τον κακοποιητή της συνοδεύεται συχνά από σημαντικό νομικό κίνδυνο «να χάσει τα παιδιά της», που είναι και η συνηθέστερη απειλή των δραστών.
Αυτό σημαίνει ότι η απομάκρυνση μιας μητέρας από τον κακοποιητή της συνοδεύεται συχνά από σημαντικό νομικό κίνδυνο «να χάσει τα παιδιά της», που είναι, όπως παρατηρεί, και η συνηθέστερη απειλή των δραστών. «Παρότι η γυναίκα και τα παιδιά της μπορεί να θεωρούνται θύματα ενδοοικογενειακής βίας, τα αστικά δικαστήρια θα το αγνοήσουν ή θα το αμφισβητήσουν, ενώ το ποινικό δικαστήριο θα γίνει με μεγάλη καθυστέρηση, από δύο έως πέντε ετών. Μέχρι τότε, ο φερόμενος ως δράστης διατηρεί τα γονεϊκά του δικαιώματα χωρίς να απαιτείται να προβεί σε καμία νομική ενέργεια καθώς, πλέον, ο νόμος ορίζει πως “και οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα”». Επομένως, για να απομακρυνθούν παιδιά, ακόμα και μετά την καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας, απαιτείται ενημέρωση του άλλου γονιού για το πού βρίσκονται ώστε να μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα επικοινωνίας του ή, εναλλακτικά, εισαγγελική διάταξη, που σπανίως εκδίδεται, ή απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, για το οποίο απαιτούνται χρόνος και οικονομικό υπόβαθρο.
Τα παραπάνω, σύμφωνα με την κυρία Πετρουλάκη, έχουν ως αποτέλεσμα μία μητέρα που κινδυνεύει να καλείται να εκκινήσει σειρά πολιτικών δικαστηρίων (προσωρινές διαταγές, ασφαλιστικά μέτρα, αγωγές και εφέσεις) ή να καλείται να απαντήσει στις αντίστοιχες νομικές ενέργειες του δράστη, ελπίζοντας πως τα αστικά δικαστήρια θα παρέχουν στην ίδια και στα παιδιά της προστασία, περιορίζοντας τα γονεϊκά δικαιώματα του δράστη, όπως επιτάσσει και το άρ. 31 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης.
«Εντούτοις, από το 2021 και μετά, παρακολουθούμε αυτές τις αστικές διαδικασίες να “τρέχουν” με γοργούς ρυθμούς και να επιβάλουν σε μητέρες που κατήγγειλαν ενδοοικογενειακή βία ακόμα και τη μέγιστη προβλεπόμενη “ποινή”, που είναι αφαίρεση της γονικής μέριμνας, με συνηθέστερο νομικό επιχείρημα πως η καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας ήταν ψευδής και στόχευε να αποξενώσει τα παιδιά από τον γονέα τους. Ακόμα χειρότερα, σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει τεκμήριο αθωότητας για τη μητέρα που “τρέχει” να προστατεύσει τη ζωή τη δική της και των παιδιών της, αφού την “ποινή” της αφαίρεσης γονικής μέριμνας επιβάλλει αστικό δικαστήριο», τονίζει η κ. Πετρουλάκη.
«Εχω βαρεθεί να ακούω τι πρέπει να κάνει μία γυναίκα. Γιατί μπορεί μια γυναίκα να τα κάνει όλα σωστά και πάλι να δολοφονηθεί. Το θέμα δεν είναι τι κάνουν γυναίκες, αλλά κατά πόσο η Πολιτεία κάνει όσα οφείλει για να προστατεύσει την ίδια και τα παιδιά της. Και ειναι σαφές πως μία γυναίκα που έχει κακοποιηθεί και υποχρεώνεται να μιλάει με τον κακοποιητή της ή να αντιμετωπίζει ποινικές ευθύνες επειδή προσπάθησε να βρει ένα ασφαλές περιβάλλον για την ίδια και τα παιδιά της δεν είναι προστατευμένη. Αντίθετα, είναι εκτεθειμένη σε μεγαλύτερο κίνδυνο από αυτόν στον οποίο βρισκόταν πριν καταγγείλει», καταλήγει η κ. Πετρουλάκη.

