Με την έναρξη της καλοκαιρινής σεζόν υποδεχόμαστε και τις μέδουσες. Οπως μας ενημερώνουν οι ειδικοί, δεν αντιμετωπίζουμε έναν, αλλά δύο διαφορετικούς πληθυσμούς που βρίσκονται σε έξαρση: τη μοβ μέδουσα (Pelagia noctiluca) και τη μέδουσα πυξίδα (Chrysaora hysoscella) με το χαρακτηριστικό καστανόξανθο χρώμα και τις σκούρες καφέ ανταύγειες. Αυτή τη στιγμή, οι περισσότερες μέδουσες, σύμφωνα με μαρτυρίες, βρίσκονται κυρίως «εγκλωβισμένες» στον Βόρειο Ευβοϊκό Κόλπο. Διατρέχουν κίνδυνο όσοι κολυμπούν δίπλα τους; Μπορεί να εξαπλωθούν και σε άλλες θαλάσσιες περιοχές της χώρας; Τι πρέπει να κάνουμε αν μας τσιμπήσουν;
«Πέρυσι, είχε παρατηρηθεί είσοδος ατόμων μοβ μέδουσας από το Αιγαίο Πέλαγος στον Β. Ευβοϊκό. Ωστόσο, μετά τα μέσα του προηγούμενου καλοκαιριού μέχρι και σήμερα άρχισαν να εμφανίζονται σμήνη μεδουσών στην περιοχή. Ολα δείχνουν ότι τα άτομα που εγκλωβίστηκαν επειδή είναι πολύ κλειστός ο κόλπος και βρήκαν τις κατάλληλες συνθήκες (όπως για παράδειγμα το μεγάλο βάθος στην περιοχή, που φτάνει στα 450 μέτρα), δημιούργησαν έναν τοπικό πληθυσμό», αναφέρει στην «Κ» ο διευθυντής Ερευνών του ΕΛΚΕΘΕ, Επαμεινώνδας Χρήστου. Ταυτόχρονα, τα ανεμογενή ρεύματα μεταφέρουν τις μέδουσες σε διάφορες παραλίες. «Για αυτόν τον λόγο το πρωί μπορεί να τις βλέπουμε σε μια παραλία και το απόγευμα να έχουν μετακινηθεί σε άλλη. Δεν εντοπίζονται συνεχώς στα ίδια σημεία», συνεχίζει. Παρ’ όλα αυτά, ο κ. Χρήστου θεωρεί πως η τοπογραφία της περιοχής δεν ευνοεί την εξάπλωσή τους. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για την πορεία τους. Εξαρτάται από τα θαλάσσια ρεύματα και τους ανέμους που τελικά θα επικρατήσουν.


Το μοτίβο
Στα ελληνικά νερά έχει παρατηρηθεί ένα μοτίβο. Κάθε 10 με 12 χρόνια καταγράφονται εξάρσεις στον αριθμό των μεδουσών. Η διάρκεια παραμονής τους συνήθως είναι δύο με τρία χρόνια. Οπως επισημαίνουν οι ειδικοί, αν το μοτίβο αυτό συνεχιστεί, του χρόνου ευελπιστούν να υπάρξει μείωση του πληθυσμού τους ή ακόμη και εξαφάνισή τους. «Μέδουσες υπάρχουν πάντα. Το πρόβλημα εντοπίζεται στα σμήνη», επισημαίνει ο κ. Χρήστου. Το φαινόμενο της αύξησης στην εμφάνιση σμηνών σε παγκόσμιο επίπεδο σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή και την υπεραλίευση. «Δεν σημαίνει απαραιτήτως πως μια απότομη αύξηση της θερμοκρασίας των νερών θα οδηγήσει σε αύξηση του πληθυσμού των μεδουσών. Η σύνδεση είναι πιο σύνθετη: η υπεραλίευση μειώνει τους φυσικούς θηρευτές των μεδουσών, όπως ο ξιφίας, το σκουμπρί, η γόπα και άλλους θηρευτές, επιτρέποντας την πληθυσμιακή τους αύξηση», εξηγεί.
«Το τσίμπημά τους –τόσο της μοβ όσο και της καφέ– είναι επικίνδυνο. Εχουν μια δυνατή νευροτοξίνη, η οποία μας κάνει να νιώθουμε όπως όταν έχουμε πάθει έγκαυμα», αναφέρει ο κ. Χρήστος Τακλής, θαλάσσιος βιολόγος. Μαζί με την ομάδα του, έχουν φτιάξει μια πλατφόρμα η οποία ενημερώνεται αυτομάτως με δεδομένα που καταχωρίζουν οι χρήστες κάθε φορά που συναντούν μέδουσες. Ολα τα δεδομένα είναι καταγεγραμμένα σε χάρτη που βρίσκεται στη διαδικτυακή πλατφόρμα: www.mermanconservation.co.uk.
«Αν μας τσιμπήσει μέδουσα, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε να είναι να χρησιμοποιήσουμε ένα μείγμα με μαγειρική σόδα και θαλασσινό νερό, προκειμένου να μην ενεργοποιηθεί η νευροτοξίνη που απελευθερώνει. Δεν χρησιμοποιούμε αμμωνία, γλυκό νερό ή ξίδι που πολλοί προτείνουν. Παράλληλα, εφαρμόζουμε μια κορτιζονούχα κρέμα, ώστε να μπορέσει να φύγει το κάψιμο, αλλά και η φαγούρα που νιώθουμε. Για να προστατευθούμε, καλό θα ήταν να συμβουλευόμαστε τον άνεμο πριν πάμε για μπάνιο. Αν μια παραλία είναι ανατολική, καλό θα ήταν να μην την επισκεφθούμε την ημέρα που τη χτυπάει ο άνεμος από την ανατολή», καταλήγει ο κ. Τακλής.

