Ηταν λίγο μετά τα μέσα Μαΐου, όταν οι ψαράδες της Δροσιάς στην Εύβοια, φτάνοντας στο λιμάνι, αντίκρισαν ένα πυκνό σμήνος από μοβ μέδουσες να έχει σκεπάσει τον βυθό. Η εικόνα μπορεί να μην ήταν πρωτόγνωρη, ωστόσο ήταν αποκαρδιωτική. Για τους αλιείς του Ευβοϊκού, η επόμενη μέρα προμήνυε ακόμη δυσκολότερες συνθήκες δουλειάς και οπωσδήποτε μικρότερες ψαριές.
«Μαρτύριο» για τους ψαράδες
«Τα δίχτυα βαραίνουν και είναι πολύ δύσκολο να τραβηχτούν από το νερό», λέει στην «Κ» ο Νίκος Αφένδρας, πρόεδρος της κοινότητας της Δροσιάς και επικεφαλής του αλιευτικού συλλόγου της περιοχής, περιγράφοντας τις αντίξοες συνθήκες με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι καθημερινά, τις τελευταίες εβδομάδες, οι επαγγελματίες αλιείς. «Οι μέδουσες κολλούν πάνω στα δίχτυα, μαζί τους μπλέκονται και τα ψάρια και μετά πρέπει να τα καθαρίζουν για ώρες. Είναι πραγματικό μαρτύριο αυτό για έναν ψαρά».
Την ίδια ώρα, η αγωνία στρέφεται και στον τουρισμό. Η Δροσιά, όπως και άλλα παραθαλάσσια σημεία της Εύβοιας, υποδέχεται τα καλοκαίρια χιλιάδες επισκέπτες που έρχονται από την Αττική, κυρίως για σύντομες αποδράσεις τα Σαββατοκύριακα. Η επανεμφάνιση της μοβ μέδουσας στον Ευβοϊκό, για μία ακόμη χρονιά, έχει ήδη σημάνει συναγερμό στις τοπικές αρχές που προσπαθούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις στη θερινή περίοδο.
Η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, σε συνεργασία με επτά δήμους, έχει ήδη προχωρήσει στην τοποθέτηση προστατευτικών πλεγμάτων μέσα στη θάλασσα προκειμένου να δημιουργηθούν ασφαλείς ζώνες κολύμβησης και να κρατηθούν οι μέδουσες μακριά από πολυσύχναστες παραλίες. Ανάμεσα στις περιοχές που προβλέπεται η τοποθέτηση διχτυών είναι και οι παραλίες της Δροσιάς.
Το φετινό φαινόμενο έξαρσης της μοβ μέδουσας στον Ευβοϊκό δεν προκάλεσε έκπληξη στους επιστήμονες. Αντίθετα, όπως εξηγούν, αποτελεί συνέχεια της περσινής μαζικής παρουσίας του είδους στην περιοχή
«Ο Δήμος Χαλκιδέων έχει ήδη προχωρήσει στην τοποθέτηση περίπου 10 χιλιομέτρων προστατευτικού πλέγματος και από ό,τι γνωρίζουμε θα μπουν ακόμη περισσότερα δίχτυα και σε άλλα σημεία του Ευβοϊκού. Η ακτογραμμή της Δροσιάς ξεπερνά τα 30 χιλιόμετρα και η κατάσταση δεν είναι εύκολη, ωστόσο σε περιοχές όπως οι Αλυκές και η Παναγίτσα, όπου συγκεντρώνεται πολύς κόσμος, θα δημιουργηθούν προστατευμένες ζώνες για τους λουόμενους. Σκεφτείτε ότι τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού οι 6.500 κάτοικοι της Δροσιάς μπορεί να γίνουν ακόμη και 25.000 με τους επισκέπτες», σημειώνει ο κ. Αφένδρας.
Η δεύτερη χρονιά είναι και η πιο δύσκολη
Το φετινό φαινόμενο έξαρσης της μοβ μέδουσας στον Ευβοϊκό δεν προκάλεσε έκπληξη στους επιστήμονες. Αντίθετα, όπως εξηγούν, αποτελεί συνέχεια της περσινής μαζικής παρουσίας του είδους στην περιοχή.
«Από τα στοιχεία που έχουμε για τη Μεσόγειο, γνωρίζουμε ότι η δεύτερη χρονιά μιας έξαρσης είναι συνήθως και η πιο δύσκολη. Επομένως, περιμέναμε ότι φέτος θα είχαμε αυτό το πρόβλημα και ήμαστε προετοιμασμένοι παρακολουθώντας τις μέδουσες μέσω ειδικής πλατφόρμας», αναφέρει στην «Κ» ο θαλάσσιος βιολόγος Χρήστος Τακλής, περιγράφοντας μια εικόνα με «εκατομμύρια μέδουσες» σε περιοχές γύρω από τη Χαλκίδα, τα Πολιτικά και τη Δάφνη, αλλά και αντίστοιχες καταγραφές βορειότερα, μέχρι τον Αγιο Κωνσταντίνο και την Αρκίτσα στη Φθιώτιδα. «Οι μέδουσες μετακινούνται ανάλογα με τα θαλάσσια ρεύματα και τους ανέμους. Αυτό σημαίνει ότι τη μια μέρα μπορεί να βρίσκονται στη Χαλκίδα και δύο μέρες μετά να είναι στα Πολιτικά ή ακόμη πιο βόρεια», προσθέτει.
Μικρότερες εξάρσεις στο μέλλον, αλλά πιο συχνές
Πάντως, ο ίδιος είναι καθησυχαστικός ως προς το θέμα της διασποράς.
«Περιμέναμε μεγαλύτερη εξάπλωση σε πολλά σημεία της Ελλάδας, ωστόσο είναι πιθανό το πρόβλημα να περιοριστεί στον Ευβοϊκό με μια μικρότερη διασπορά προς Αττική ίσως και προς Κυκλάδες. Στον Παγασητικό και τις Σποράδες δεν παρατηρούμε προς το παρόν κάποια αυξημένη παρουσία», αναφέρει, προσθέτοντας πως οι εξάρσεις αυτές συνήθως διαρκούν τέσσερα χρόνια, ενώ ήδη από την τρίτη χρονιά ξεκινά η ραγδαία μείωση.

Η κλιματική αλλαγή, η άνοδος της θερμοκρασίας της θάλασσας και οι πιέσεις που δέχονται τα θαλάσσια οικοσυστήματα επηρεάζουν, όπως εξηγούν οι επιστήμονες, την όλο και συχνότερη εμφάνιση τέτοιων φαινομένων στις ελληνικές θάλασσες.
«Φέτος είχαμε γεννήσεις μεδουσών ακόμη και τους μήνες Δεκέμβριο ή Ιανουάριο που παλαιότερα βλέπαμε πιο σπάνια. Ηδη από πέρυσι έχουμε εξάρσεις σε Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Σικελία ακόμη και Αδριατική, που είναι όμως μικρότερες και τοπικές. Και αυτό είναι κάτι που ενδέχεται να αρχίσει να συμβαίνει: να μην καταγράφονται πλέον τεράστιες εξάρσεις όπως συνέβαινε, αλλά να παρουσιάζονται όλο και πιο συχνά», λέει ο κ. Τακλής.
«Η πρόγνωση του καιρού είναι σήμερα δυνατή επειδή υπάρχουν μεγάλες χρονοσειρές δεδομένων. Για τις μέδουσες, τα δεδομένα περιορίζονται μόνο στις δύο τελευταίες δεκαετίες και μάλιστα χωρίς να υπάρχει συστηματικός ρυθμός»
Αυτό που ακόμη δεν μπορούν να προβλέψουν με ακρίβεια οι επιστήμονες πάντως είναι πότε και πού θα εκδηλωθεί μια έξαρση.
«Οι πληθυσμοί των μεδουσών έχουν μεγάλη μεταβλητότητα και εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες που αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, όπως είναι η θερμοκρασία, η διαθέσιμη τροφή, ο ευτροφισμός ο οποίος αποτελεί μια κατηγορία ρύπανσης, οι ανθρώπινες κατασκευές στον δημόσιο χώρο και η αλιευτική πίεση», εξηγεί στην «Κ» ο Στέλιος Κατσανεβάκης, καθηγητής Θαλάσσιας Οικολογίας στο Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
«Από τη χώρα μας λείπουν πάντως μακροχρόνια και συστηματικά δεδομένα, ώστε να μπορούμε να αναπτύξουμε αξιόπιστα προγνωστικά μοντέλα. Η πρόγνωση του καιρού είναι σήμερα δυνατή επειδή υπάρχουν μεγάλες χρονοσειρές δεδομένων. Για τις μέδουσες, τα δεδομένα περιορίζονται μόνο στις δύο τελευταίες δεκαετίες και μάλιστα χωρίς να υπάρχει συστηματικός ρυθμός».
Συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης
Βραχυπρόθεσμα, πάντως, εξηγεί ο ίδιος, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, τα οποία θα συνδυάζουν παρατηρήσεις πεδίου, δεδομένα από drones ή δορυφόρους, περιβαλλοντικές μετρήσεις και υδροδυναμικά μοντέλα.

«Με αυτόν τον τρόπο, όταν εντοπίζεται μια μεγάλη συγκέντρωση μεδουσών, θα είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε προς ποια περιοχή ενδέχεται να μετακινηθεί», σημειώνει ο καθηγητής, τονίζοντας ότι οι κλειστοί κόλποι, όπως ο Ευβοϊκός και ο Κορινθιακός, θεωρούνται πιο ευάλωτοι.
Το ξενικό “Rhopilema nomadica” ενδέχεται να απασχολήσει περισσότερο την περιοχή μας. Πρόκειται για ένα είδος που έχει περάσει στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και ήδη προκαλεί σοβαρά προβλήματα στις χώρες της Λεβαντίνης
«Τα μεγαλύτερα προβλήματα δημιουργούνται σε κλειστές περιοχές, σε κόλπους και σε πιο εύτροφες θάλασσες. Σε πιο ανοιχτές παραλίες τα φαινόμενα είναι συνήθως λιγότερο έντονα».
Την ίδια στιγμή, η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τη σύνθεση της θαλάσσιας ζωής στη Μεσόγειο. Ο κ. Κατσανεβάκης προειδοποιεί ότι, πέρα από τη μοβ μέδουσα, που σύμφωνα με ενδείξεις ενδέχεται τις επόμενες δεκαετίες να αρχίσει να μειώνεται στην Ελλάδα, ένα άλλο είδος μέδουσας, το ξενικό “Rhopilema nomadica”, ενδέχεται να απασχολήσει περισσότερο την περιοχή μας. Πρόκειται για ένα είδος που έχει περάσει στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και ήδη προκαλεί σοβαρά προβλήματα στις χώρες της Λεβαντίνης.
«Σήμερα στη χώρα μας υπάρχουν μεμονωμένες καταγραφές, όχι εξάρσεις. Ομως με την κλιματική αλλαγή το είδος αυτό αναμένεται να αρχίσει να επηρεάζει περισσότερο και την Ελλάδα, ιδίως τις νοτιοανατολικές περιοχές», σημειώνει ο καθηγητής.
Σε χώρες όπως το Ισραήλ και ο Λίβανος, η αυξημένη παρουσία του συγκεκριμένου είδους οδηγεί κάθε καλοκαίρι ακόμη και σε κλείσιμο παραλιών για μεγάλα χρονικά διαστήματα, με επιπτώσεις στον τουρισμό, την αναψυχή και την αλιεία.
«Οσο ανεβαίνουν οι θερμοκρασίες και γίνεται η “τροπικοποίηση” της Μεσογείου, θα αρχίσουμε να βλέπουμε νέα είδη στις ελληνικές θάλασσες. Εχουμε ήδη ξεπεράσει τα χίλια ξενικά είδη στη Μεσόγειο τα οποία προέρχονται από τη Διώρυγα του Σουέζ και συνεχώς βλέπουμε καινούργια», τονίζει από την πλευρά του ο κ. Τακλής.
Σε τοπικό επίπεδο, τα προστατευτικά δίχτυα μπορούν να δώσουν λύσεις απέναντι στις μέδουσες, αλλά όχι να εξαφανίσουν το πρόβλημα. Oπως εξηγούν οι ειδικοί, δημιουργούν έναν περιορισμένο ασφαλή χώρο κολύμβησης, εφόσον έχουν τοποθετηθεί σωστά και έχει καθαριστεί η εσωτερική ζώνη. Δεν προστατεύουν, όμως, ολόκληρη την παραλία ούτε την ευρύτερη θαλάσσια περιοχή.
«Οπου υπάρχουν δίχτυα και έχει γίνει καθαρισμός στο εσωτερικό τους, οι λουόμενοι είναι ασφαλείς. Ωστόσο σε περιοχές όπου υπάρχουν εξάρσεις, μία προστατευτική στολή ενισχύει την ασφάλεια και αποτρέπει τυχόν τσιμπήματα», καταλήγει ο κ. Κατσανεβάκης.

