Επηρεάζουν τη μνήμη και την προσοχή και περιορίζουν την ικανότητα συγκέντρωσης μικρών και μεγάλων. Μπορούμε να εντάξουμε δημιουργικά τις οθόνες στην καθημερινότητα μιας οικογένειας ή ανήκουν στο πυρ το εξώτερον;

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της Ιταλίδας φιλοσόφου και ερευνήτριας στις γνωσιακές επιστήμες Eλενα Πασκουινέλι «Πώς να χρησιμοποιείτε τις οθόνες στην οικογένεια: Ενας σύντομος οδηγός για γονείς» (εκδόσεις Ροπή), όπου υποστηρίζει ότι είναι στο χέρι μας να διαμορφώσουμε υγιείς ψηφιακές συνήθειες στο σπίτι, η «Κ» έθεσε μια σειρά ερωτήσεων στην κλινική ψυχολόγο και καθηγήτρια στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Ανατόλια Χριστίνα Χατζηδημητρίου.
Υπάρχει ασφαλής χρόνος μπροστά στην οθόνη;
Παγκοσμίως, αλλά και στην Ελλάδα, η χρήση οθονών από παιδιά είναι εκτεταμένη, με έρευνες να δείχνουν ότι η πλειονότητα των παιδιών παρακολουθεί τηλεόραση ή χρησιμοποιεί ψηφιακές συσκευές καθημερινά, συχνά για 3-4 και περισσότερες ώρες. Η σύντομη απάντηση είναι ότι ναι, υπάρχουν ενδεικτικά όρια ανά ηλικία, αλλά οι σύγχρονες επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι το θέμα είναι πολυσύνθετο και ότι δεν υπάρχει ένα μαγικό νούμερο, ένας «ασφαλής αριθμός ωρών», που να ισχύει για όλα τα παιδιά. Ολοι συμφωνούν πως παιδιά μικρότερα των 18 μηνών δεν πρέπει να έχουν επαφή με οθόνες (με εξαίρεση ίσως πολύ σύντομες βιντεοκλήσεις με αγαπημένα πρόσωπα). Ολοι όμως συμφωνούν επίσης ότι το τι βλέπει το παιδί και με ποιoν το βλέπει ή με ποιoν μπορεί να το συζητήσει, είναι πιο σημαντικό.
Πότε αρχίζει να γίνεται προβληματική η χρήση;
Οι σύγχρονες έρευνες δείχνουν πράγματι μια σύνδεση μεταξύ των οθονών και ζητημάτων ψυχικής υγείας. Μία από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί έως σήμερα στο πεδίο αυτό (Twenge et al., 2018), με δείγμα 40.000 εφήβων στις ΗΠΑ, κατέγραψε σαφή συσχέτιση μεταξύ του χρόνου χρήσης οθονών –κινητών τηλεφώνων, υπολογιστών, ηλεκτρονικών παιχνιδιών και τηλεόρασης– και μιας σειράς δεικτών ψυχολογικής ευεξίας. Τα δεδομένα της έρευνας έδειξαν ότι πέραν της πρώτης ώρας ημερήσιας χρήσης, κάθε επιπλέον ώρα μπροστά σε οθόνες συνδεόταν με μειωμένη περιέργεια και ικανότητα αυτοελέγχου, αυξημένα επίπεδα διάσπασης της προσοχής, δυσκολία στη δημιουργία φίλων, περιορισμένη συναισθηματική σταθερότητα και αδυναμία ολοκλήρωσης εργασιών. Οι έφηβοι με υψηλή χρήση οθονών (7+ ώρες/ημέρα), σε σύγκριση με αυτούς χαμηλής χρήσης (1 ώρα/ημέρα), εμφάνιζαν περισσότερες από διπλάσιες πιθανότητες να έχουν λάβει διάγνωση κατάθλιψης ή άγχους, να έχουν απευθυνθεί σε επαγγελματία ψυχικής υγείας ή να έχουν λάβει φαρμακευτική αγωγή για ψυχολογικό ή συμπεριφορικό πρόβλημα τους τελευταίους 12 μήνες. Παρ’ όλα αυτά, αν σταθούμε στη συσχέτιση, κινδυνεύουμε να καταφύγουμε σε λύσεις οι οποίες θα «δαιμονοποιούν» τις οθόνες και τη χρήση τους και θα «ξεχνούν» τη σημασία των αιτιακών παραγόντων. Τι οδηγεί ένα παιδί να περνάει επτά ώρες της ημέρας στις οθόνες; Τι συμβαίνει μέσα του; Στην οικογένειά του, στο σχολείο του; Αν σκεφτούμε και φροντίσουμε όλους αυτούς τους παράγοντες, τότε ίσως ένα παιδί να μην έχει πλέον αυτή την ανάγκη. Ο στόχος δεν είναι να απαγορεύσουμε την πρόσβαση στις οθόνες. Ο στόχος είναι να μην έχει ένα παιδί την ανάγκη να χαθεί σε αυτές.
Ποιο είναι το πιο συχνό λάθος που κάνουν οι γονείς σε σχέση με τις οθόνες;
Οτι δίνουν μεγάλη έμφαση στην «ποσότητα», στο πόσο χρόνο θα πρέπει να απασχολείται ένα παιδί μπροστά στην οθόνη. Η αγωνία αυτή οδηγεί συχνά τους γονείς σε έντονες συγκρούσεις με τα παιδιά και τους εφήβους, και σε μη εφαρμόσιμες τελικά αποφάσεις του τύπου «θα τα μαζέψω όλα για ένα μήνα», «θα κλείσω το Wi-Fi», αποφάσεις οι οποίες είναι εκ των πραγμάτων δύσκολα εφαρμόσιμες και οδηγούν σε «δράματα» και στενοχώριες, χωρίς όμως μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.
Είναι σημαντικό η συζήτηση για τις οθόνες να μην περιοριστεί σε κανόνες και απαγορεύσεις. Οπως τονίζει και η Eλενα Πασκουινέλι, αυτό που έχει πραγματική σημασία είναι να μπορέσουν οι γονείς να χτίσουν έναν τρόπο ζωής όπου οι οθόνες να έχουν μια θέση – αλλά όχι την κυρίαρχη.
Και τι γίνεται όταν με την οθόνη «ηρεμεί το παιδί»;
Σε πολλές περιπτώσεις, οι οθόνες λειτουργούν ηρεμιστικά για ένα παιδί και δίνουν χρόνο στον γονιό να «πάρει μια ανάσα». Δυστυχώς, το γεγονός αυτό συμβάλλει στη δημιουργία του προβλήματος, αφού το παιδί δεν μαθαίνει να ηρεμεί μόνο του. Οπως μας επισημαίνει η συγγραφέας, οι ικανότητες αυτές αναπτύσσονται σταδιακά από τη γέννηση έως και την ύστερη εφηβεία ή την πρώιμη ενήλικη ζωή, αλλά και στη συνέχεια. Πρόκειται για διαδικασίες η ανάπτυξη των οποίων απαιτεί ωρίμανση αλλά και μάθηση.
Ετσι και σε αυτή την περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι να κρύψουμε ή να απαγορεύσουμε τις οθόνες, αλλά να καταλάβουμε τι δυσκολεύει το παιδί και, κυρίως, να του διδάξουμε αναπτυξιακά κατάλληλους τρόπους συναισθηματικής αυτορρύθμισης. Οι γονείς είναι σημαντικό να έχουν αυτήν τη γνώση κατά νουν και επίσης είναι σημαντικό να απευθυνθούν σε έναν επαγγελματία της ψυχικής υγείας σε περίπτωση που νιώθουν και βλέπουν ότι «μόνο με το κινητό μπορεί να ηρεμήσει».

