Είναι μια διαταραχή που δοκιμάζει όχι μόνο το άτομο αλλά ολόκληρη την οικογένεια. Κι όμως, ειδικά ο ρόλος των πατεράδων στη διαχείριση της νευρικής ανορεξίας έχει μείνει στο περιθώριο. Σήμερα, νέα επιστημονικά δεδομένα αναδεικνύουν τη σημασία της παρουσίας τους στη θεραπευτική διαδρομή των παιδιών τους. Τη σχετική έρευνα πραγματοποίησε το Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών και την παρουσίασε στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Ψυχιατρικής στην Πράγα. Το κέντρο εφαρμόζει την παρέμβαση TBT-S, «ένα εντατικό πολυοικογενειακό πρόγραμμα για άτομα με νευρική ανορεξία και τα υποστηρικτικά τους πρόσωπα», όπως το ορίζει. Η προσέγγιση αυτή συνδυάζει τη νευροβιολογική κατανόηση της διαταραχής με την οικογενειακή συμμετοχή στη θεραπεία, με στόχο τη βελτίωση της κατανόησης της νόσου, της οικογενειακής λειτουργικότητας και της ουσιαστικής εμπλοκής των φροντιστών στη θεραπευτική πορεία.
Στη μελέτη με τίτλο «Impact of TBT-S Intervention on Fathers of Young Adults with Anorexia Nervosa» εξετάστηκε η επίδραση της παρέμβασης TBT-S σε πατεράδες νεαρών ενηλίκων με διαταραχές πρόσληψης τροφής. Οπως σχολίασαν οι ειδικοί, πρόκειται για σημαντική αλλά έως σήμερα περιορισμένα μελετημένη διάσταση της θεραπευτικής διαδικασίας, καθώς η διεθνής βιβλιογραφία έχει επικεντρωθεί κυρίως στον ρόλο των μητέρων.
Στη μελέτη συμμετείχαν 22 πατεράδες νεαρών ενηλίκων με νευρική ανορεξία, με μέση ηλικία τα 56,45 έτη. Οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία τα 21,44 έτη, ήταν σχεδόν όλες γυναίκες –υπήρχε μόνον ένας άνδρας στο δείγμα–, και παρουσίαζαν διαφορετικούς υποτύπους νευρικής ανορεξίας, με μέσο δείκτη μάζας σώματος 18,99. Το 31,2% είχε διάγνωση ψυχογενούς ανορεξίας περιοριστικού τύπου, το 18,8% υπερφαγικού/καθαρτικού τύπου και το 50% άτυπης ψυχογενούς ανορεξίας.
Οι πατεράδες αξιολογήθηκαν αμέσως πριν και αμέσως μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης, μέσω εργαλείων που κατέγραψαν την ψυχολογική επιβάρυνση, το εκφραζόμενο συναίσθημα και τις συμπεριφορές προσαρμογής ή διευκόλυνσης που σχετίζονται με τη διαταραχή. Μετά τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα εμφάνισαν αυξημένα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης. Σύμφωνα με την ερευνητική ερμηνεία, το εύρημα αυτό ενδέχεται να συνδέεται με βαθύτερη κατανόηση της σοβαρότητας της νόσου και με την ουσιαστικότερη εμπλοκή τους στη θεραπευτική διαδικασία.
Οι μαμάδες γίνονται λιγότερο επικριτικές γιατί αποκτούν σύμμαχο – Τα νέα επιστημονικά δεδομένα και η ανάγκη διαφορετικών πρωτοκόλλων για τις διατροφικές διαταραχές.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η αύξηση της καταθλιπτικής επιβάρυνσης των πατεράδων συσχετίστηκε με μείωση της κριτικής στάσης των μητέρων. Οπως εξηγεί η Μαρία Τσιάκα, επικεφαλής του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, οι γονείς συχνά δεν έχουν κοινή στάση απέναντι στο πρόβλημα. «Οι μπαμπάδες συχνά δεν συμφωνούν με τις γυναίκες τους ότι υπάρχει θέμα, θα πουν κάτι σαν “άσε το παιδί ήσυχο”. Γενικά σε θέματα ψυχικής υγείας βλέπουμε ότι είναι δύσκολο να κινητοποιηθούν οι μπαμπάδες. Λίγο ο παραδοσιακός ρόλος στην Ελλάδα, λίγο ότι δύσκολα βγάζουν συναίσθημα…». Στις παρεμβάσεις όμως στο πλαίσιο του προγράμματος συχνά βάζουν τα κλάματα. «Είναι συγκλονιστικό. Οταν οι μπαμπάδες συνειδητοποιούν τι ακριβώς συμβαίνει στα παιδιά τους, οι μαμάδες γίνονται αυτομάτως λιγότερο επικριτικές, γιατί τους αισθάνονται συμμάχους». Η κατανομή του συναισθηματικού και πρακτικού φορτίου μέσα στην οικογένεια είναι πιο ισορροπημένη.
Η νευρική ανορεξία αποτελεί μια σοβαρή ψυχική διαταραχή, με σημαντικούς ιατρικούς κινδύνους και έντονο αντίκτυπο όχι μόνο στους ασθενείς αλλά και στις οικογένειές τους. Η ενεργός συμμετοχή των γονέων στη θεραπεία θεωρείται καθοριστική, καθώς οι φροντιστές συχνά βιώνουν αυξημένη ψυχολογική επιβάρυνση και εμπλέκονται σε συμπεριφορές που, άθελά τους, μπορεί να συντηρούν τα συμπτώματα της νόσου. «Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν χρησιμοποιούνται πρωτόκολλα που εμπλέκουν όλη την οικογένεια στις διατροφικές διαταραχές», λέει η κ. Τσιάκα. «Στο μεταξύ, το πρόβλημα διογκώνεται. Υπάρχει αύξηση στις διαταραχές πρόσληψης τροφής και μάλιστα βλέπουμε όλο και μικρότερες ηλικίες. Σήμερα συρρέουν στους ειδικούς παιδιά 12 και 13 ετών. Οι οικογένειες, όμως, φοβούνται και χάνουν χρόνο πιστεύοντας ότι πρόκειται για μια φάση».
Οι εκπαιδευτικοί
Εκτός από τον ρόλο των πατεράδων, σήμερα διερευνάται και ο ρόλος των εκπαιδευτικών. Ερευνα που πραγματοποίησε το Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια Θεσσαλίας και Κρήτης σε 151 εκπαιδευτικούς έδειξε ότι ενώ διαθέτουν ικανοποιητικές γνώσεις για τις διαταραχές πρόσληψης τροφής, η ετοιμότητά τους για την ουσιαστική υποστήριξη παραμένει περιορισμένη. Το αποτέλεσμα αυτό υποδηλώνει χαμηλότερη αυτοπεποίθηση ως προς την παρέμβαση, την επικοινωνία με τους μαθητές και τις οικογένειές τους, καθώς και τη διαχείριση σχετικών θεμάτων μέσα στην τάξη. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να λειτουργήσουν ως πρώτοι παρατηρητές αλλαγών στις διατροφικές συνήθειες, στην ενασχόληση με την εικόνα σώματος, στην κοινωνική απόσυρση ή και στη σχολική επίδοση. Για τον λόγο αυτό η έρευνα υπογραμμίζει την ανάγκη συστηματικής εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών στην αναγνώριση συμπτωμάτων, στην επικοινωνία με μαθητές και γονείς, καθώς και στις διαδικασίες παραπομπής για εξειδικευμένη βοήθεια.

