Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ο Λάμπρος αγόρασε έναν ισόγειο χώρο 200 τ.μ. στα Ανω Ιλίσια, προκειμένου να στεγάσει τη βιοτεχνία του. Οταν το 2010 σταμάτησε τη λειτουργία της δεν δυσκολεύτηκε να βρει ενοικιαστή, και επί μία δεκαετία το ισόγειο φιλοξένησε ένα κατάστημα εκτυπώσεων. «Ξενοίκιασαν πριν από έξι χρόνια και έκτοτε ο χώρος είναι κενός. Δεν έχει υπάρξει ενδιαφέρον από κάποιον επαγγελματία. Η φύση των επιχειρήσεων έχει αλλάξει και ξέρω πολύ καλά ότι δύσκολα θα έρθει κάποιος έμπορος σε μια συνοικιακή περιοχή. Αυτό όμως που δεν είχε περάσει από το μυαλό μου είναι πως θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως κατοικία».
Σήμερα, ο Λάμπρος από εκεί που θεωρούσε πως βρίσκεται σε αδιέξοδο έχει βρεθεί μπροστά σε δύο επιλογές: να μετατρέψει τα 200 τ.μ. σε τέσσερα μικρά διαμερίσματα για φοιτητές, αξιοποιώντας τη γειτνίαση της περιοχής με τα πανεπιστήμια, ή να το πουλήσει σε επενδυτή που αναζητά ακίνητο κατάλληλο για Golden Visa. Το δίλημμά του αποτυπώνει μια πολύ ευρύτερη μετατόπιση που συντελείται το τελευταίο διάστημα στην αγορά κατοικίας: πρώην ισόγεια καταστήματα, αποθήκες και επαγγελματικοί χώροι μετατρέπονται όλο και συχνότερα σε μικρά σπίτια ως μια πιο οικονομική και άμεσα διαθέσιμη απάντηση στη στεγαστική πίεση.
Πρώην καταστήματα γίνονται lofts
«Η τάση αυτή έχει επιταχυνθεί αισθητά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο», λέει στην «Κ» ο σύμβουλος ακινήτων Αναστάσιος Γιάγκας. Οπως εξηγεί, το αυξημένο όριο της Golden Visa στην Αττική, που πλέον φτάνει τις 800.000 ευρώ, έκανε ακόμη πιο ελκυστική τη δυνατότητα αγοράς ακινήτων εμπορικής χρήσης με σκοπό τη νόμιμη μετατροπή τους σε κατοικίες, όπου το αντίστοιχο όριο παραμένει στις 250.000 ευρώ. «Τα πιο δημοφιλή είναι τα ισόγεια με πατάρι, τα οποία αγοράζονται από εταιρείες ή ιδιώτες επενδυτές και μετατρέπονται σε lofts. Η άδεια, από τη στιγμή που δεν υπάρχει πρόβλημα με το καταστατικό της πολυκατοικίας, κοστίζει από 3.000 έως 5.000 ευρώ. Ενα πρώην κατάστημα μπορεί να αγοραστεί ακόμη και 30%–50% φθηνότερα από ένα αντίστοιχο διαμέρισμα. Πλέον, όμως, ακόμα και αυτά γίνονται δυσεύρετα. Για παράδειγμα, στον Πειραιά που το λιανικό εμπόριο έχει συρρικνωθεί, όσα ανεκμετάλλευτα καταστήματα μπορούσαν να μετατραπούν σε κατοικίες έχουν ήδη μετατραπεί. Αντίστοιχα αυτά που αποφεύγουν είναι τα υπόγεια. Καθώς πρόκειται για παλιές πολυκατοικίες, της δεκαετίας του ’60, συνήθως εκεί βρίσκονται οι σωληνώσεις της πολυκατοικίας, οπότε η διαβίωση δεν είναι ευχάριστη».

Ανάμεσα στα διαμερίσματα των πελατών του υπάρχει ένα πρώην κατάστημα παπουτσιών στο Παγκράτι καθώς και ένα πρώην φαρμακείο στον Νέο Κόσμο. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως πρόκειται για ισόγεια που έχουν μείνει τόσο καιρό κλειστά που δεν γνωρίζουμε καν ποιο ήταν το τελευταίο κατάστημα που φιλοξένησαν. «Οι ιδιοκτήτες στην πλειονότητά τους είναι μεγάλης ηλικίας και είχαν αποδεχτεί πως πρόκειται για έναν κλειστό χώρο. Τώρα που υπάρχει ενδιαφέρον είναι πρόθυμοι να το πουλήσουν σε επενδυτές ώστε να μοιράσουν και τα χρήματα στους απογόνους τους. Συνήθως είναι οι νεότεροι που κληρονομούν έναν τέτοιου τύπου χώρο και μπαίνουν στη διαδικασία να τον μετατρέψουν από μόνοι τους σε κατοικία για να τον αξιοποιήσουν». Καθώς οι Golden Visa επενδύσεις δεν επιτρέπεται να διατίθενται για βραχυχρόνια μίσθωση, οι βασικοί μακροχρόνιοι ενοικιαστές των ισογείων είναι κυρίως φοιτητές και νέοι που μένουν πρώτη φορά μόνοι τους. Οσον αφορά την ενοικίαση, κατά μέσο όρο κινείται από 10 έως 14 ευρώ/τ.μ. «Θα λέγαμε δηλαδή γύρω στα 100 με 200 ευρώ λιγότερο από όσο θα νοικιάζαμε το ίδιο ακριβώς σπίτι αν ήταν στον τρίτο όροφο. Κατά 90% δίνονται προς ενοικίαση είτε πλήρως εξοπλισμένα και επιπλωμένα, ή έστω με τις ηλεκτρικές συσκευές», σημειώνει ο κ. Γιάγκας.

680 € για ισόγειο 47 τ.μ. που «μπάζει»
Η εμπειρία της Αναστασίας, που έζησε τρία χρόνια σε ένα πρώην κατάστημα στα Εξάρχεια, δείχνει ωστόσο και μια άλλη πλευρά αυτού του μοντέλου κατοικίας. «Στην περίπτωσή μου ο ιδιοκτήτης ήταν Ελληνας που είχε στην ιδιοκτησία του όλη την πολυκατοικία. Το διαμέρισμα ήταν περίπου 47 τ.μ., ενιαίος χώρος. Εμπαινες από την πόρτα και βρισκόσουν στο πρώτο επίπεδο: ένα υπέρδιπλο κρεβάτι, η πόρτα του μπάνιου και η μπαλκονόπορτα που οδηγεί στην αυλή, όπου ήταν και το πλυσταριό. Κατεβαίνεις δύο σκαλάκια και ήσουν στο δεύτερο επίπεδο που είχε μια κουζίνα σαν αυτές των rooms to let, έναν καναπέ πουφ και ένα τραπέζι κουζίνας. Ηταν ανακαινισμένο και επιπλωμένο με την αισθητική που συναντά κανείς συχνά σε Airbnb. Ιδιαίτερο φως δεν είχε, αλλά στα μάτια μου τουλάχιστον ήταν πολύ χαριτωμένο», λέει. Ηταν το πρώτο της σπίτι στην Αθήνα, όταν είχε έρθει για να εργαστεί σε ηλικία 25 χρόνων.
Είμαι πεπεισμένη πως όταν νοικιάζεις κατάστημα που έγινε σπίτι, αυτομάτως, αποδέχεσαι ότι δεν θα ζεσταθείς ποτέ.
«Ηταν ψηλοτάβανο και η πρώην είσοδος του καταστήματος δεν έγινε ποτέ μια αεροστεγής τζαμαρία ώστε να μην μπάζει. Το κλιματιστικό το ένιωθα πιο πολύ σαν εξαερισμό παρά σαν ζέστη. Πλέον είμαι πεπεισμένη πως όταν νοικιάζεις κατάστημα που έγινε σπίτι, αυτομάτως, αποδέχεσαι ότι δεν θα ζεσταθείς ποτέ. Το αίσθημα ιδιωτικότητας ωστόσο δεν με απασχόλησε, ούτε της ασφάλειας». Ο κύριος Γιάγκας διευκρινίζει πως η πρόσοψη ενός πρώην καταστήματος που ήταν τζαμαρία δεν μπορεί να χτιστεί, ακόμα και μετά την αλλαγή χρήσης. «Αυτό που μπορεί να γίνει είναι να μπει μια τζαμαρία σε γαλακτερό χρώμα, καθώς και να χτιστεί από τη μέσα πλευρά ένας τοίχος σε ύψος π.χ. ενός μέτρου, ώστε να υπάρχει η αίσθηση της ιδιωτικότητας». Την πρώτη χρονιά η Αναστασία πλήρωνε 500 € συμπεριλαμβανομένων των λογαριασμών, στη συνέχεια της έγινε αύξηση στα 530 € και ο λόγος που έφυγε ήταν επειδή ο ιδιοκτήτης ζήτησε 680 €. «Μετά τον πρώτο χρόνο μοιραζόμουν το πλυντήριο με δύο διαμερίσματα του υπογείου, τα οποία ανακαινίστηκαν και επίσης νοικιάστηκαν. Παρά τις δυσκολίες, το σπίτι στο ισόγειο το αγάπησα. Το υπόγειο όμως θα με ζόριζε…».

Η αποθήκη του μπαρ μετατράπηκε σε σπίτι
Η εμπειρία της Χ.Α. (σ.σ.: ζήτησε να δημοσιευτούν μόνο τα αρχικά του ονόματός της), συμβασιούχου συντηρήτριας αρχαιοτήτων, που έζησε δυο μήνες σε υπόγειο, φωτίζει το όριο ανάμεσα στο «οικονομικά εφικτό» και στο πραγματικά κατοικήσιμο. «Πριν από τρία χρόνια, στα 35 μου, βρέθηκα στη Βόρεια Ελλάδα ως συμβασιούχος συντηρήτρια αρχαιοτήτων. Στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο που ανήκω ο μισθός είναι καθαρά κάτι λιγότερο από 900 €, μαζί με το επίδομα παραμεθορίου και επικίνδυνης εργασίας, και δυστυχώς δεν έχουν όλες οι αρμόδιες εφορείες αρχαιοτήτων ξενώνα για τους συμβασιούχους τους. Ετσι, βρέθηκα στη Δράμα μετά από μια σύμβαση σε παρακείμενο νομό». Η Χ.Α. έψαχνε απεγνωσμένα σπίτι για δύο με τρεις μήνες, μέχρι να είναι έτοιμο το σπίτι όπου θα ζούσε με τον σύντροφό της. Βρήκε έναν χώρο γύρω στα 25 τ.μ. που αρχικά ήταν αποθήκη μαγαζιών, καθώς έβαζε εκεί την κάβα του ένα μπαρ της γειτονιάς.
Οι ιδιοκτήτες την ενημέρωσαν πως στο μπάνιο υπάρχει ένας αφυγραντήρας που πρέπει να μένει πάντα ανοιχτός.
«Μετατράπηκε σε Airbnb και μετά το νοίκιαζαν σε φοιτητές και συμβασιούχους. Είχε ηλεκτρικές συσκευές και κλιματιστικό. Εξω είχε χώρο για απλώστρα και μια καρέκλα με τραπέζι, αλλά ήταν αδύνατον να απλώσεις τα εσώρουχά σου έξω να τα βλέπουν οι περαστικοί», θυμάται η Χ. «Η τιμή ήταν 430 € με όλα μέσα, Ιντερνετ, νερό, ΔΕΗ. Στην εφορεία, στην αποδοχή μισθίου φαίνονταν μόνο 100 €. Οταν τους ζήτησα να το αλλάξουν και ότι δεν με είχαν ενημερώσει και εγώ δεν θέλω να κρύψω κάτι από το ενοίκιό μου, μου είπαν ότι έτσι κάνουν, και θα το αλλάξουν. Δεν το άλλαξαν ποτέ». Οταν η Χ. μετακόμισε, οι ιδιοκτήτες την ενημέρωσαν πως στο μπάνιο υπάρχει ένας αφυγραντήρας που πρέπει να μένει πάντα ανοιχτός. «Τον άνοιξα, αλλά το πρώτο κιόλας Σαββατοκύριακο έλειψα από το σπίτι, οπότε και τον έκλεισα. Οταν γύρισα, μύριζε κλεισούρα και μούχλα. Εκτοτε τον είχα διαρκώς σε λειτουργία. Και όμως, στον πρώτο μήνα άρχισα να έχω βήχα, ενοχλήσεις στον ύπνο. Δεν μπορούσα να ανοίξω να μπει ήλιος στο σπίτι, αφού θα με έβλεπαν περαστικοί. Εφυγα στους δύο μήνες, και παρόλο που έχουν περάσει περίπου τρία χρόνια, έχω αλλεργία επιπέδου τρία σε μούχλα και κάποιους μύκητες, επιβεβαιωμένα με τεστ αλλεργίας. Εξαιτίας της υπερέκθεσής μου σε αυτά».
Είναι ο χώρος όπου κάποιος θα ζει και θα κινείται. Πρέπει να είναι τουλάχιστον 50 τ.μ., να έχει ανοίγματα για να μπαίνει το φως και να υπάρχει παράθυρο στο υπνοδωμάτιο.
Ο Δαυίδ Ογκανεσιάν, ιδιοκτήτης εταιρείας στρατηγικού σχεδιασμού και αξιοποίησης ακινήτων, έχει αναλάβει μέσα στον τελευταίο έναν χρόνο 4 διαφορετικά πρώην καταστήματα στην Καλλιθέα και είναι κάθετος στις προδιαγραφές που πρέπει να έχει ένας χώρος προκειμένου να μετατραπεί σε αξιοπρεπή κατοικία: «Είναι ο χώρος όπου κάποιος θα ζει και θα κινείται. Αρα πρέπει να είναι τουλάχιστον 50 τ.μ., να έχει ανοίγματα για να μπαίνει το φως και να υπάρχει παράθυρο στον χώρο που θα γίνει το υπνοδωμάτιο. Το ιδανικό είναι να υπάρχει και πατάρι». Ο ίδιος τονίζει πως ειδικά στην Καλλιθέα υπάρχουν πολλοί κλειστοί επαγγελματικοί χώροι με αυτές τις προδιαγραφές. «Θυμάμαι πως το 2019-20, που δραστηριοποιούμουν ως μεσίτης, θεωρούσα πως δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον στο να αναλάβω ένα κλειστό επαγγελματικό ακίνητο. Πλέον, λόγω Golden Visa, από μια τέτοια επένδυση μπορείς να έχεις απόδοση από 10% έως 30% μέσα σε 6 με 12 μήνες. Και η ίδια η πόλη όμως το έχει ανάγκη, αρκεί να θυμόμαστε πως μέσα σε αυτά τα σπίτια θα κατοικήσουν άνθρωποι».
Η Αναστασία, που πλέον συγκατοικεί στα Ιλίσια, σε ένα διαμέρισμα 3ου ορόφου, σημειώνει ότι δεν θα επέλεγε ξανά να ζήσει σε «σπίτι τσέπης», όπως τα αποκαλεί. «Δεν μπορούν να μετατραπούν όλα τα ισόγεια σε σπίτια. Καλό θα ήταν όσο δεν τηρούν τις προδιαγραφές να παραμείνουν καταστήματα, ή να μετατραπούν σε μπαρ».

