ΜΙΑ ΘΕΑΤΡΙΚΗ παράσταση στην Αδελαΐδα τον Νοέμβριο του 2018 μεταφέρει το κοινό στο Πορτ Πίρι των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Ελληνικά, ιταλικά και αγγλικά μπλέκονται σε έναν κόσμο μεταναστών, όπου όσο οι ζωές διασταυρώνονται, οι ταυτότητές τους μετακινούνται. Η δημιουργός της παράστασης, Ελενα Καραπέτη, έχει καταγωγή από την Ικαρία, τη Μικρά Ασία και την Κύπρο. Ανάμεσα στο κοινό βρίσκεται ο δρ Γιάννης Κάρτλετζ, επίσης με ρίζες από την Ικαρία, ο οποίος αναγνωρίζει σε αυτή την αναπαράσταση κάτι βαθιά οικείο.
Παρότι ανήκει στην τρίτη γενιά Αυστραλών και δεν έχει βιώσει ο ίδιος τη μετανάστευση, δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί με τον κόσμο που παρουσιάζεται στη σκηνή. Σύντομα, το ενδιαφέρον του στρέφεται σε μια ιστορία που, όπως θα διαπιστώσει, παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθέατη: την παρουσία των πρώτων Ικαριωτών στην Αυστραλία στις αρχές του 20ού αιώνα, πολύ πριν από το μαζικό μεταπολεμικό κύμα. Στο βιβλίο του «Ikarians in South Australia (1900-1945)», που μόλις κυκλοφόρησε στα αγγλικά από τις εκδόσεις Anthem Press, επιχειρεί να φωτίσει ακριβώς αυτή την πρώιμη παρουσία.

«ΑΟΡΑΤΟΙ»
«Οπως γνωρίζουμε, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεγάλες ομάδες από τη Νότια Ευρώπη, ανάμεσά τους και Ικαριώτες, μετανάστευσαν και εγκαταστάθηκαν στην Αυστραλία», εξηγεί ο κ. Κάρτλετζ. «Αυτό όμως που σε μεγάλο βαθμό αγνοούσαμε ήταν πως η εγκατάστασή τους συχνά στηριζόταν σε ήδη υπάρχουσες κοινότητες Ικαριωτών». Οι λόγοι για τους οποίους αυτή η πρώιμη παρουσία έμεινε στο περιθώριο είναι περισσότεροι του ενός. «Βασική παράμετρος είναι ότι τα αρχειακά στοιχεία για την περίοδο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ιδίως για τα χρόνια γύρω από τον Α΄ Παγκόσμιο και πριν από αυτόν, είναι περιορισμένα. Παράλληλα, οι προπολεμικοί μετανάστες ήταν και πιο “αόρατοι” κοινωνικά.
Πολλοί αγγλοποίησαν τα ονόματά τους, παντρεύτηκαν εκτός της κοινότητάς τους και ενσωματώθηκαν πλήρως στην αυστραλιανή κοινωνία, οπότε είναι συχνά δύσκολο να εντοπιστούν τα ίχνη τους.
»Κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες να ενσωματωθούν και να αφομοιωθούν, ειδικά στο πλαίσιο της πολιτικής της “λευκής Αυστραλίας”». Πολλοί αγγλοποίησαν τα ονόματά τους, παντρεύτηκαν εκτός της κοινότητάς τους και ενσωματώθηκαν πλήρως στην αυστραλιανή κοινωνία, οπότε είναι συχνά δύσκολο να εντοπιστούν τα ίχνη τους. Η ίδια η ταυτότητά τους, άλλωστε, δεν ήταν πάντα αυτονόητη. «Η ελληνική ταυτότητα εκείνη την περίοδο ήταν ρευστή», σημειώνει ο κ. Κάρτλετζ. «Κάποιοι ήρθαν ως Οθωμανοί υπήκοοι, άλλοι από την Αίγυπτο, άλλοι από βραχύβια αυτόνομα καθεστώτα, όπως η Ελεύθερη Πολιτεία της Ικαρίας, ενώ άλλοι ήταν καταγεγραμμένοι σε μεγαλύτερα κέντρα, όπως η Σάμος, η Χίος ή τα Δωδεκάνησα, συχνά ταξιδεύοντας με διαφορετικά διαβατήρια».

ΑΠΟ ΤΟ 1911
Κατά την έρευνά του προέκυψε και μια προσωπική σύνδεση. «Στην οικογένειά μου γνωρίζαμε ότι ο προπάππους μου είχε έρθει στην Αυστραλία κάποια στιγμή πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν ξέραμε όμως λεπτομέρειες», λέει. Ενα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα για τον κ. Κάρτλετζ ήταν όταν τελικά ανακάλυψε το αρχείο άφιξης του προπάππου του στο λιμάνι της Αδελαΐδας: η χρονολογία άφιξής του ήταν το 1911. Είχε φτάσει μαζί με τον αδελφό του, τον γαμπρό του και έναν ανιψιό, ένα μοτίβο που, όπως σημειώνει ο ερευνητής, ήταν συνηθισμένο εκείνη την περίοδο, με ομάδες ανδρών να μετακινούνται μαζί για εργασία.
Εγκαταστάθηκαν στο Πορτ Πίρι, ενώ αργότερα μετακινήθηκε σε μια μικρή βιομηχανική πόλη της Νέας Νότιας Ουαλίας, στο Κάντος. «Κάτι που επίσης αγνοούσαμε οικογενειακώς ήταν ότι το 1929 είχε πολιτογραφηθεί ως Βρετανός υπήκοος, καθώς δεν υπήρχε ακόμη αυστραλιανή υπηκοότητα». Επέστρεψε στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1930, λίγο πριν από τον πόλεμο, όμως η σύνδεση με την Αυστραλία δεν διακόπηκε. Τις επόμενες δεκαετίες, τα παιδιά και τα εγγόνια του, ανάμεσά τους και ο παππούς του κ. Κάρτλετζ, θα μεταναστεύσουν εκ νέου, αυτή τη φορά στο μεγάλο μεταπολεμικό κύμα της δεκαετίας του 1950.

ΕΓΓΥΗΤΕΣ
Οπως εξηγεί ο κ. Κάρτλετζ, οι πρώτοι μετανάστες λειτούργησαν ως εγγυητές για όσους ακολούθησαν. «Οι μετανάστες ουσιαστικά “χορηγούσαν” συγγενείς και συμπατριώτες τους για να έρθουν στην Αυστραλία», αναλαμβάνοντας όχι μόνο τη διαδικασία εισόδου τους, αλλά και την ευθύνη για την εγκατάστασή τους. Αυτό περιλάμβανε την εύρεση εργασίας, τη στέγαση, ακόμη και οικονομική στήριξη σε περίπτωση αποτυχίας. Σε μια περίοδο όπου η αυστραλιανή πολιτική ευνοούσε σχεδόν αποκλειστικά Βρετανούς μετανάστες και επέβαλλε περιορισμούς στους Νοτιοευρωπαίους, αυτά τα δίκτυα λειτουργούσαν ως παράλληλοι μηχανισμοί επιβίωσης. «Ορισμένες οικογένειες είχαν φέρει δεκάδες ανθρώπους», σημειώνει ο κ. Κάρτλετζ. «Εξετάζοντας τα αρχεία βλέπεις πως δημιουργείται ένα “δίκτυο” που μπορεί κανείς να το χαρτογραφήσει».
Στην Αδελαΐδα και στο Πορτ Πίρι, Ικαριώτες φιλοξενούσαν για χρόνια νεοαφιχθέντες συμπατριώτες τους, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οικογένειες ζούσαν μαζί ή σε απόσταση λίγων μέτρων, δημιουργώντας μικρούς, άτυπους πυρήνες ζωής.
Αυτό το δίκτυο, ένα είδος άτυπου «δέντρου» μετανάστευσης, δεν εξηγεί μόνο πώς έφτασαν οι πρώτοι Ικαριώτες στην Αυστραλία, αλλά και πώς κατάφεραν να εγκατασταθούν και να δημιουργήσουν κοινότητες. Στην Αδελαΐδα και στο Πορτ Πίρι, Ικαριώτες φιλοξενούσαν για χρόνια νεοαφιχθέντες συμπατριώτες τους, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οικογένειες ζούσαν μαζί ή σε απόσταση λίγων μέτρων, δημιουργώντας μικρούς, άτυπους πυρήνες ζωής. Στο βιβλίο του ο κ. Κάρτλετζ αναφέρεται σε μια Ικαριώτισσα που το 1949 κατέθεσε αίτηση για δική της κατοικία, περιγράφοντας τις συνθήκες στις οποίες ζούσε ως εξής: «12 άτομα σε τέσσερα δωμάτια, τουλάχιστον τρεις γενιές κάτω από την ίδια στέγη, χωρίς θέρμανση».

ΣΗΜΕΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
Αν αυτά τα δίκτυα εξηγούν πώς οι Ικαριώτες κατάφεραν να ριζώσουν στην Αυστραλία, το ερώτημα παραμένει: τι ήταν αυτό που τους ώθησε να φύγουν; «Οι οικονομικοί λόγοι ήταν οι ισχυρότεροι», σημειώνει ο κ. Κάρτλετζ. Η φτώχεια και η περιορισμένη δυνατότητα επιβίωσης σε ένα μικρό, απομονωμένο νησί ώθησαν πολλούς να αναζητήσουν αλλού ευκαιρίες. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, αυτή η οικονομική πίεση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο. Η Ικαρία, και συνολικά το Αιγαίο, βρέθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στο επίκεντρο αλλεπάλληλων αναταράξεων. Μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, οι τοπικές κοινωνίες δοκιμάζονταν όχι μόνο πολιτικά αλλά και οικονομικά. Πείνα, ασθένειες και η καταστροφή της αμπελοκαλλιέργειας από τη φυλλοξήρα άλλαζαν δραματικά τις συνθήκες ζωής. «Αυτοί οι παράγοντες, μαζί με τις αλλαγές στο οικονομικό τοπίο, οδήγησαν πολλούς Ικαριώτες στη μετανάστευση», εξηγεί ο κ. Κάρτλετζ.
Η ιστορία τους γράφτηκε μέσα από μικρές, διάσπαρτες διαδρομές, που δεν συγκροτήθηκαν ποτέ σε ένα ενιαίο αφήγημα.
Οι προορισμοί δεν ήταν τυχαίοι. «Αίγυπτος, Ηνωμένες Πολιτείες και Αυστραλία αποτέλεσαν τα βασικά σημεία αναφοράς αυτής της διασποράς καθώς ορισμένοι Ικαριώτες είχαν ήδη ζήσει και εργαστεί σε αυτές τις τρεις χώρες», σημειώνει ο κ. Κάρτλετζ. Ωστόσο, η ένταξή τους δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε γραμμική. Οι περισσότεροι Ικαριώτες κατέληγαν σε χειρωνακτικά επαγγέλματα, σε βιομηχανίες, λιμάνια, μεταλλεία, ακολουθώντας διαδρομές που καθόριζαν όχι μόνο το εισόδημα, αλλά και τον τρόπο ζωής τους. Από τις πρώτες, προσωρινές δουλειές μέχρι τη σταδιακή σταθεροποίηση, και από εκεί στη δημιουργία οικογένειας ή τη μετακίνηση σε άλλες πόλεις, οι πορείες τους παρέμεναν ανοιχτές και συχνά απρόβλεπτες. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της πρώτης γενιάς: ότι δεν άφησε πίσω της μια συμπαγή, εύκολα αναγνώσιμη εικόνα. Οχι επειδή δεν υπήρξαν, αλλά επειδή η ιστορία τους γράφτηκε μέσα από μικρές, διάσπαρτες διαδρομές, που δεν συγκροτήθηκαν ποτέ σε ένα ενιαίο αφήγημα.


