Ο νεαρός οινόφιλος με τη σύντροφό του, που κάθισε δίπλα μας για να παρακολουθήσει την πρώτη δημοπρασία ελληνικών κρασιών, ήταν προφανές ότι ήθελε να νιώσει την ένταση της συμμετοχής και να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Βασικό συστατικό της στρατηγικής του η ψυχραιμία και ο σαφής στόχος: απόλαυση και γνώση, όχι απόδοση. Με σημειώσεις στον κατάλογο για κάθε λαχνό, υπολόγιζε το συνολικό κόστος αγοράς και όχι μόνο την τιμή στο «σφυρί». Με την τεκμηρίωση (provenance) κάθε φιάλης εξασφαλισμένη, ο πλειοδότης της «διπλανής καρέκλας» έκανε συγκρατημένες προσφορές και απέφυγε τις «καταδιώξεις», με τη «ρακέτα» του να υψώνεται συνετά και σταθερά. Εφυγε ικανοποιημένος, έχοντας κάνει αγορές που πλούτισαν τη συλλογή του και σίγουρα θα ευχαριστήσουν τον ουρανίσκο του.
Οι δημοπρασίες δεν είναι προνόμιο λίγων. Για τους ρέκτες του κρασιού ή της τέχνης, κάθε δημοπρασία αποτελεί μια εν δυνάμει πρόκληση, ενώ η δυναμική εκκίνηση για την πρώτη δημοπρασία ελληνικών κρασιών «βάζει ένα λιθαράκι στην ενηλικίωση του ελληνικού κρασιού, καλλιεργώντας γύρω της μια οινική κουλτούρα», λέει στην «Κ» ο Ελληνας Master of Wine Κωνσταντινος Λαζαράκης.
Εκδημοκρατισμός
Οπως και τον νεαρό πλειοδότη της αρχής, συναντήσαμε τον κ. Λαζαράκη πρωινό Κυριακής στο βιοκλιματικό οινοποιείο Παπαγιαννάκος, ανάμεσα στο κοινό της δημοπρασίας ελληνικών κρασιών της Vergos Auctions, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα. «Δεν είναι οι δημοπρασίες προνόμιο μιας πλούσιας κάστας», σχολιάζει ο κ. Λαζαράκης. «Για το κρασί ειδικά, η ιδέα ότι μόνο οι “σοβαροί” συλλέκτες έχουν θέση, είναι περιοριστική. Αρκεί η αγάπη για το κρασί και η επιθυμία να αποκτήσει κανείς κάποιες φιάλες που είναι σπάνιες και εξελιγμένες (παλαιωμένες). Και ποιος ξέρει, μπορεί η πρώτη αγορά να γίνει η αρχή μιας συλλογής».

Η δομή της συγκεκριμένης δημοπρασίας είχε σαφή στόχευση. Ο οίκος απευθύνθηκε απευθείας σε κορυφαίους Ελληνες παραγωγούς και τους ζήτησε να ανοίξουν τα προσωπικά τους κελάρια. Η ανταπόκριση ήταν ουσιαστική. Φιάλες άνω των 20 και 30 ετών, μεγάλα μεγέθη των τριών, έξι και εννέα λίτρων, καθώς και εξαιρετικά περιορισμένες εμφιαλώσεις, κάποιες σε μονοψήφιο αριθμό, συγκρότησαν έναν αξιόλογο κατάλογο. Για πρώτη φορά ετικέτες με ιστορικό βάρος, παλαιότητα και σαφή προέλευση βρέθηκαν σε ένα πλαίσιο δημόσιας αξιολόγησης «και μάλιστα σε ένα κλίμα εξαιρετικά πολιτισμένο, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά στον εμπορικό χώρο του ελληνικού κρασιού», λέει ο κ. Λαζαράκης.
«Η ιδέα ότι μόνο οι “σοβαροί” συλλέκτες έχουν θέση, είναι περιοριστική», λέει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Λαζαράκης, Master of Wine, προσθέτοντας ότι «αρκεί η αγάπη».
Η διπλή αξία
Οι τιμές που προέκυψαν δεν λένε μόνο κάτι για τα κρασιά, αλλά επίσης για την κοινωνία του κρασιού στην Ελλάδα. Ανάμεσα στο κοινό υπήρξαν και σκληροί «παίκτες», που κρατώντας την ανωνυμία τους δήλωσαν γνώστες του κρασιού, συλλέκτες που δίνουν σημασία στην ηλικία μιας φιάλης με υψηλό δυναμικό παλαίωσης και κυνηγοί οινικών απολαύσεων που μοιράζονται με φίλους στο ποτήρι τα «τρόπαιά τους», όπως μας είπαν. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το Vinsanto 1947 του κτήματος Αργυρού. Μια φιάλη μισού λίτρου η οποία, με αρχική εκτίμηση 100 ευρώ, έφτασε τα 1.223 ευρώ έπειτα από έντονη διεκδίκηση. Η απόκλιση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους καθημερινής αγοράς, αφού δεν πρόκειται για «ακριβό κρασί» με τη συμβατική έννοια. Πρόκειται όμως για ιστορικό τεκμήριο και κυρίως ένα κρασί που ως φυσικώς γλυκό και οξειδωτικό, έχει τη δομή να αντέξει στον χρόνο.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε και στις μεγαλύτερες φιάλες. Οι φιάλες των τριών, έξι και εννέα λίτρων απευθύνονται λιγότερο στον μεμονωμένο καταναλωτή και περισσότερο στη συλλογική εμπειρία. Δεν ανοίγονται εύκολα. Φυλάσσονται και προβάλλονται. Αυτό εξηγεί γιατί η φιάλη εννέα λίτρων από τον «Μέγα Οίνο» του κτήματος Σκούρα κατέλαβε τις υψηλότερες τιμές της δημοπρασίας, ξεπερνώντας τις 3.000 ευρώ. Οσο για την τρίλιτρη «Νάουσα Μπουτάρη» του 1994 έφτασε στα 673 ευρώ, υπερδιπλασιάζοντας την αρχική της τιμή.
Από κοινωνική σκοπιά, αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το εύρος των επιλογών. Υπήρχαν φιάλες με αρχικές εκτιμήσεις 160 ή 200 ευρώ, που κατέληξαν κοντά στα 500 για όσους θέλουν πρόσβαση σε κάτι που δεν βρίσκεται πια στο ράφι. Ιδιαίτερη βαρύτητα είχαν οι φιάλες με συναισθηματικό και ιστορικό φορτίο. Η αναφορά στη Ράμνιστα του 1994 από το οινοποιείο του Κυρ-Γιάννη, με ετικέτα σχεδιασμένη από τον ίδιο τον Γιάννη Μπουτάρη, δείχνει ότι το κρασί λειτουργεί και ως φορέας μνήμης. «Και αυτός ο τύπος αξίας είναι που μέχρι σήμερα έλειπε από τη δημόσια συζήτηση γύρω από το ελληνικό κρασί», μας λέει ο Ανδρέας Βέργος, managing director της Vergos Auctions, ο οποίος ουσιαστικά είχε την ιδέα της συγκεκριμένης δημοπρασίας και τη διηύθυνε από την έδρα.

Το αποτέλεσμα
Τον ρωτάμε εάν πιστεύει ότι η πρωτοβουλία του είχε την επιτυχία που περίμενε. «Η δημοπρασία ολοκληρώθηκε επιτυγχάνοντας αποτέλεσμα 100% by value, βάσει των αρχικών τιμών εκτίμησης, με το 75% των εκλεκτών και σπάνιων ετικετών του καταλόγου να κατακυρώνονται σε τιμές αρκετά υψηλότερες από τις αρχικές, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική και την ωριμότητα της ελληνικής οινικής αγοράς», σημειώνει. Στην Ελλάδα, το ιστορικό δημοπρασιών τώρα αρχίζει. Δεν υπάρχουν ακόμη σταθερά σημεία αναφοράς, ούτε δεκαετίες δεδομένων. «Αν η αγορά αυτή χτιστεί με σοβαρότητα, διαφάνεια και γνώση, μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το ελληνικό κρασί. Οχι μόνο ως προϊόν κατανάλωσης, αλλά ως πολιτιστικό αγαθό με διάρκεια στον χρόνο», καταλήγει.
Οι παλιές και οι νέες διεθνείς αγορές του ελληνικού κρασιού
Από την αρχή της νέας χιλιετίας το «boom» στην αγορά των ειδών πολυτελείας, είτε πρόκειται για πίνακες ζωγραφικής, συλλεκτικές επώνυμες τσάντες ή κρασιά, διαμορφώνει μια παραμορφωμένη εικόνα για τους οινόφιλους και τους φιλότεχνους, ωσάν όλοι να ήταν κροίσοι ή fashion victims. Βεβαίως η μεγαλύτερη πώληση της χρονιάς στον χώρο του κρασιού έγινε από τον θρυλικό συλλέκτη και δισεκατομμυριούχο βιομήχανο Ουίλιαμ Κοχ στη Νέα Υόρκη τον περασμένο Ιούνιο.
Η δημοπρασία με 1.500 λαχνούς (lots) –περίπου οι μισοί ήταν φιάλες μεγάλου μεγέθους και ιστορικές σοδειές από κτήματα Μπορντό και Βουργουνδίας– απέφερε 28,8 εκατ. δολάρια.
Προφανώς, αυτά τα αστρονομικά ποσά δεν αφορούν τον μέσο άνθρωπο. Ωστόσο ούτε οι τάσεις, ούτε οι τιμές, ούτε το ποιοι ακούγονται και ποιοι μένουν στο περιθώριο είναι τυχαίο στην αγορά του κρασιού. Είτε μιλάμε για την κλιματική κρίση, είτε για εμπορικούς δασμούς, είτε απλώς για την ανάγκη της αγοράς να βρει την επόμενη μόδα, είναι σαφές ότι έρχονται αλλαγές. Και δεν θα είναι όλες αποτέλεσμα γούστου ή αισθητικής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η πρόσκαιρη άνθηση των αυστραλιανών κρασιών στη Βρετανία στις αρχές της δεκαετίας. Δεν επρόκειτο για ξαφνική αλλαγή προτιμήσεων του βρετανικού κοινού, αλλά για συνέπεια μιας εμπορικής αναδιάταξης: οι Αυστραλοί παραγωγοί αναγκάστηκαν να ρίξουν τις τιμές προκειμένου να απορροφήσουν τις απώλειες που προκάλεσαν οι βαρείς δασμοί στην κινεζική αγορά, στον βασικό προορισμό τους μέχρι τότε.
Ποια είναι όμως η δυναμική του ελληνικού κρασιού στο εξωτερικό; Επί χρόνια στο παρελθόν εγκλωβισμένο ανάμεσα στο «γραφικό» και στο «φθηνό», έχει πλέον αλλάξει θέση. Οπως μας εξηγεί η χημικός οινολόγος Σοφία Πέρπερα, που χειρίζεται τα θέματα προβολής και επικοινωνίας στον Σύνδεσμο Ελληνικού Οίνου (ΣΕΟ), ο ελληνικός οινικός πολιτισμός διαθέτει ιστορικό βάθος που πολλές «νέες» οινικές χώρες θα ήθελαν να έχουν, έστω και αποσπασματικά. Ομως το ζητούμενο σήμερα δεν είναι μόνο η προβολή της ιστορίας, αλλά η «μετάφρασή» της σε σύγχρονη αξία. «Αποσκοπούμε σταθερά στην αναγνώριση της μοναδικότητάς μας, με δεδομένη πλέον την ποιότητα του ελληνικού κρασιού», σχολιάζει η κ. Πέρπερα.
Ανθεκτικότητα
Η δυναμικότερη αγορά του ελληνικού κρασιού αυτή τη στιγμή είναι η Βρετανία: οι εξαγωγές των περίπου 3 εκατ. ευρώ το 2019, σήμερα ξεπερνούν τα 7 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, το Ηνωμένο Βασίλειο λειτουργεί ως παγκόσμιος εμπορικός κόμβος, συνεπώς δημιουργεί τάσεις.
Παράλληλα, η ελληνική παρουσία ενισχύεται και στο Βέλγιο και στην Αυστρία, αλλά και σε χώρες με ισχυρή οινική κουλτούρα, όπως αυτές της Βαλτικής. Στον ορίζοντα βρίσκονται η Σουηδία και η Νορβηγία, αγορές ιδιαίτερα δεκτικές, όπου το ελληνικό κρασί καταγράφεται πλέον ως «hot trend».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τη δεύτερη σημαντικότερη αγορά των ποιοτικότερων ελληνικών κρασιών, και όπως επισημαίνει η κ. Πέρπερα η διαφορά «οφείλεται κυρίως στα σωστά δίκτυα διανομής και στην τοποθέτηση των προϊόντων μας στη mainstream αγορά».
Τα δεδομένα δείχνουν αντοχή. Παρά τη δραστική μείωση της παραγωγής ελληνικού κρασιού λόγω κυρίως της κλιματικής αλλαγής, η αξία των εξαγωγών παραμένει σταθερή και κυμαίνεται γύρω στα 100 εκατ. ευρώ. Το 2/3 της παραγωγής είναι λευκά κρασιά, το υπόλοιπο κόκκινα και ροζέ, ενώ περίπου 300 γηγενείς ποικιλίες καλύπτουν το 90% του ελληνικού αμπελώνα.
Εκεί φαίνεται πως βρίσκεται και το πραγματικό πλεονέκτημα. Οι ποικιλίες αυτές, προσαρμοσμένες εδώ και χιλιάδες χρόνια στο ξηροθερμικό περιβάλλον της χώρας μας, δίνουν κρασιά γαστρονομικά, πολυδιάστατα, ικανά να σταθούν τόσο φρέσκα όσο και παλαιωμένα.

