Επικαλούμενη τη θεωρία και τη νομολογία η εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας πρότεινε να απορριφθούν ως αβάσιμα τα αιτήματα για την αναβολή της δίκης του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών.
Τα αιτήματα τα υπέβαλαν συνήγοροι υπεράσπισης κατηγορούμενων στελεχών της ΕΡΓΟΣΕ που είναι επίσης κατηγορούμενοι στη δικογραφία που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Κοινό χαρακτηριστικό και στις δύο υποθέσεις είναι η Σύμβαση 717 που είχε ως αντικείμενο την «Ανάταξη και Αναβάθμιση του συστήματος Σηματοδότησης- Τηλεδιοίκησης και Αντικατάστασης 70 Αλλαγών Τροχιάς σε Εντοπισμένα Τμήματα του Αξονα Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Προμαχώνας (πλην τμήματος Τιθορέα – Δομοκός)».
Οι συνήγοροι των συγκεκριμένων στελεχών της ΕΡΓΟΣΕ ζήτησαν την αναβολή της δίκης στη βάση του άρθρου 59 (παράγραφος 1) του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που αναφέρει πως «όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη».
Η εισαγγελέας ωστόσο στην πρότασή της επισήμανε πως δεν υφίσταται «ταυτότητα πράξης», καθώς το «εγκληματικό αποτέλεσμα» της πράξης είναι διαφορετικό μεταξύ των δύο δικογραφιών. Στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διερευνάται η οικονομική ζημία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ στην υπόθεση των Τεμπών το σιδηροδρομικό δυστύχημα.
«Δεν υφίσταται καμία εξάρτηση μεταξύ των δύο δικογραφιών», τόνισε η εισαγγελέας, προσθέτοντας πως «δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα η υπόθεση που ακόμα εκκρεμεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία».
Για τους ίδιους λόγους πρότεινε να απορριφθούν ως αβάσιμα τα αιτήματα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη για κατηγορουμένους της ΕΡΓΟΣΕ που είδαν τις υποθέσεις τους να αρχειοθετούνται από την έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η εισαγγελέας πρότεινε επίσης να απορριφθούν ως αβάσιμες οι ενστάσεις για την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και τα αιτήματα για αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων στο δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης που επίσης έχουν ως βάση τους τη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τα ζητήματα που ανακύπτουν μεταξύ των δύο δικογραφιών.
Τέλος, για ζητήματα που αφορούν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και τις αρνήσεις της κατηγορίας, η εισαγγελέας επιφυλάχθηκε για μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας.

