Ολα ξεκίνησαν ένα τυχαίο μεσημέρι, αρχές Ιουνίου, μποτιλιαρισμένος στο ύψος του Παναθηναϊκού Σταδίου. Η μέρα ήταν αυτό που λέμε «ευχάριστη». Δεν είχε ακριβώς δροσιά. Πάντως δεν έκανε ζέστη – για τα ελληνικά δεδομένα τουλάχιστον. Κι όμως: η συντριπτική πλειονότητα των οδηγών είχε ανεβασμένα παράθυρα, ο κλιματισμός δούλευε ήδη στο φουλ.
Κάτι δεν μου πήγαινε καλά στην εικόνα αυτή, αλλά τότε κατάλαβα: είμαστε η πρώτη γενιά εθισμένων Ελλήνων σε κλιματισμό στην ιστορία της χώρας. Δεν κάνουμε βήμα χωρίς τεχνητή δροσιά. Κλιματιστικό στο σπίτι, κλιματιστικό στο γραφείο, κλιματισμός στο αυτοκίνητο. Λέμε «πω πω, τι αφόρητη ζέστη» και αναφερόμαστε στα πέντε λεπτά που θα κάνουμε από το παρκαρισμένο Ι.Χ. μας μέχρι το κατώφλι του σπιτιού.
Από τον φονικό καύσωνα του 1987 που πάθαμε αυτό που έπαθαν φέτος εκατομμύρια Γάλλοι και Αγγλοι έχουν μεσολαβήσει τέσσερις δεκαετίες και μία κλιματική κρίση. Τα air condition θεωρούνται αναπόσπαστο στοιχείο του βασι-κού μας οικιακού εξοπλισμού. Γλιτώσαμε από τον εφιάλτη της ζέστης αλλά στην πορεία χάσαμε κάτι από τη φυσιολογία του ελληνικού καλοκαιριού. Ο υπαίθριος βίος βάλλεται καθώς θεωρείται συνώνυμος της θερμικής ταλαιπωρίας υπό συνθήκες ακραίας και παρατεταμένης ζέστης.
Τα ερημωμένα μπαλκόνια είναι ο πλέον χαρακτηριστικός δείκτης αυτής της πολιτισμικής μεταβολής που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Τα ίδια μας τα σώματα, κακομαθημένα από τον εθισμό μας στα κλιματιστικά, «δυσανασχετούν» και με την υποψία φυσιολογικής ελληνικής καλοκαιρινής ζέστης. Εκεί βρίσκει έδαφος και «ανθεί» η μετεωρολογική τρομολαγνεία από ανεύθυνες ιστοσελίδες και συγκεκριμένους λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τι συνέβη λοιπόν;
Το «τραύμα» του 2024
Ο μετεωρολόγος Κωνσταντίνος Λαγουβάρδος, διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, συμφωνεί ότι ο τρόπος που ζούμε το ελληνικό καλοκαίρι έχει αλλάξει, όμως αυτή η αλλαγή «υποστηρίζεται», όπως λέει, από αντικειμενικά, επιστημονικά δεδομένα. «Η ίδια η εμπειρία της πόλης τους καλοκαιρινούς μήνες έχει μεταβληθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια καθώς καταγράφονται διαδοχικά ρεκόρ που έχουν να κάνουν τόσο με τη συχνότητα όσο και με τη διάρκεια των υψηλών θερμοκρασιών».
Θερμές νύκτες
Εχουμε πια το φαινόμενο των θερμών νυκτών, δηλαδή υψηλές τιμές θερμοκρασίας ακόμα και μετά τη δύση του ηλίου, όταν το σώμα μας «ήξερε» μέχρι πρόσφατα ότι θα ανακουφιστεί, αλλά αυτή η ανακούφιση δεν έρχεται πια.
Κωνσταντίνος Λαγουβάρδος
Διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών
Από αυτήν την άποψη ο ίδιος θεωρεί καταλυτικό το καλοκαίρι του 2024, όταν για τρεις ολόκληρους μήνες –από τις αρχές Ιουνίου μέχρι και τα τέλη Αυγούστου– οι θερμοκρασίες πανελλαδικά και ειδικά στην Αθήνα σπανίως έπεφταν κάτω από τους 30 βαθμούς. «Εχουμε πια το φαινόμενο των θερμών νυκτών, δηλαδή υψηλές τιμές θερμοκρασίας ακόμα και μετά τη δύση του ηλίου, όταν το σώμα μας “ήξερε” μέχρι πρόσφατα ότι θα ανακουφιστεί, αλλά αυτή η ανακούφιση δεν έρχεται πια. Οταν η θερμοκρασία δεν πέφτει κάτω από τους 29 ή τους 30 βαθμούς ακόμα και τη νύχτα είναι φυσικό να γινόμαστε πιο αμυντικοί με τη ζέστη». Ο κ. Λαγουβάρδος θυμάται ότι το καλοκαίρι του 2024 η θερμοκρασία στην Αθήνα δεν έπεσε ποτέ κάτω από τους 29 βαθμούς για 14 συνεχείς ημέρες – μία πρωτοφανής συνθήκη. «Νομίζω εκείνες τις ημέρες πολλοί Αθηναίοι πήραν διαζύγιο με τα μπαλκόνια τους και δεν επέστρεψαν ποτέ. Το μπαλκόνι στα χρόνια της κλιματικής κρίσης έπαψε να είναι το καταφύγιο που ξέραμε».
Το κόστος του εθισμού
Για μία νέα γενιά κοινωνιολόγων οι νέες τεχνολογίες δεν λύνουν απλώς προβλήματα, αλλά αναδιαμορφώνουν τις συνήθειες και τις προσδοκίες μας. Το αυτοκίνητο άλλαξε την έννοια της απόστασης, το κινητό την έννοια της διαθεσιμότητας. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το κλιματιστικό άλλαξε την έννοια της θερινής άνεσης. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι άνθρωποι «αντέχουν λιγότερο»· σημαίνει ότι το σημείο αναφοράς τους έχει μετακινηθεί. Ή μήπως όχι ακριβώς;
Ο Λάρι Κένεϊ, καθηγητής Φυσιολογίας και Κινησιολογίας στο Penn State University και ένας από τους κορυφαίους διεθνώς ερευνητές στη θερμορρύθμιση, εξηγεί στην «Κ» ότι η προσαρμογή του ανθρώπινου οργανισμού στη ζέστη δεν είναι μόνιμο χαρακτηριστικό· είναι μια βιολογική ικανότητα που διατηρείται μόνο όσο την εξασκούμε. «Η προσαρμογή στη ζέστη μοιάζει με έναν μυ: αν δεν τον χρησιμοποιείς, σταδιακά ατονεί», τονίζει.
Ρωτάω τον Λάρι Κένεϊ αν η ολοένα μεγαλύτερη παραμονή μας σε κλιματιζόμενους χώρους μειώνει τελικά τη φυσική προσαρμογή στη ζέστη. «Προφανώς. Η προσαρμογή του οργανισμού στη ζέστη απαιτεί επαναλαμβανόμενη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες σε πραγματικές συνθήκες, ώστε να αυξάνεται η θερμοκρασία του σώματος και να ενεργοποιείται η εφίδρωση. Αν αυτό το ερέθισμα εκλείψει, η προσαρμογή σταδιακά εξασθενεί». Θα έλεγε, λοιπόν, ότι η τακτική χρήση κλιματιστικών έχει μεταβάλει την έννοια αυτού που θεωρούμε σήμερα «άνετη» θερμοκρασία;
«Οι άνθρωποι που ζουν σε περιβάλλοντα με φυσικές μεταβολές της θερμοκρασίας μαθαίνουν να τις διαχειρίζονται και να τις ανέχονται καλύτερα. Αντίθετα, όσοι βρίσκονται συνεχώς σε απόλυτα ελεγχόμενες συνθήκες χάνουν σταδιακά αυτή τη συμπεριφορική και αντιληπτική ευελιξία. Οσοι έχουν συνηθίσει να ζουν ή να εργάζονται σε χώρους με κλιματισμό φαίνεται να θεωρούν αποδεκτό ένα μικρότερο εύρος θερμοκρασιών (περίπου 25-30 βαθμούς Κελσίου), ενώ όσοι βρίσκονται συχνότερα σε φυσικά αεριζόμενους χώρους ανέχονται ένα ευρύτερο φάσμα (περίπου 25-32 βαθμούς Κελσίου). Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς ότι “το κλιματιστικό είναι ευχάριστο”. Φαίνεται να επαναπροσδιορίζει το τι θεωρούμε ανεκτή θερμοκρασία, κάνοντας τη ζέστη να γίνεται δυσάρεστη νωρίτερα».
Και στο νησί
Μιλώντας για την κουλτούρα των κλιματιστικών η αρχιτέκτων Κατερίνα Κούρκουλα (En-route-architecture) έχει εντοπίσει ήδη τις πρώτες ρωγμές σε αυτό που οι αρχιτέκτονες ονομάζουν «βιοκλιματικό» σχεδιασμό – έναν σχεδιασμό που, ανάμεσα σε άλλα, αξιοποιεί το τοπικό μικροκλίμα, που προσανατολίζει σωστά το κτίριο έτσι ώστε να προστατεύεται από τον ήλιο το καλοκαίρι και να τον εκμεταλλεύεται τον χειμώνα, να προβλέπει ανοίγματα σε κατάλληλα σημεία που επιτρέπουν τη ροή του αέρα για φυσικό δροσισμό. «Ειδικά στην εξοχική κατοικία και κυρίως μιλώντας με ξένους πελάτες βλέπεις τις αυξημένες απαιτήσεις τους για κλιματιστικά σώματα ακόμα και σε νησιά. Επίσης, η αξία των ενοποιημένων χώρων με πιο ρευστά όρια ανάμεσα στο “μέσα” και στο “έξω” χάνει ολοένα έδαφος καθώς πολλοί πελάτες ζητούν πρόβλεψη για κλειστά καθιστικά και τραπεζαρίες. Να είσαι, για παράδειγμα, στη Σίφνο ή στην Τήνο και να κάθεσαι μέσα με ανοιχτό το κλιματιστικό».
Ικανότητα που ατονεί
Η προσαρμογή στη ζέστη είναι μια βιολογική διαδικασία που ισχύει με βάση την αρχή «χρησιμοποίησέ την ή θα τη χάσεις». Μπορεί να εξασθενήσει με έναν τρόπο ζωής που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον κλιματισμό.
Λάρι Κένεϊ
Καθηγητής Φυσιολογίας και Κινησιολογίας, Penn State University
Πίσω στην πόλη, η πρώτη εβδομάδα «επιστροφής» των δύο γνωστών εστιατορίων «Βασίλαινας» και «Vezene» στην «αυλή» της πλατείας Μαδρίτης συνέπεσε με τον πρώτο καύσωνα της χρονιάς. Παρ’ όλα αυτά η μεγάλη πλειονότητα των θαμώνων έχει προτιμήσει τα τραπέζια στον ανοιχτό χώρο του μικρού πάρκου πίσω από το πάλαι ποτέ «Χίλτον». Κι ας δείχνει το θερμόμετρο, περασμένες εννέα, κολλημένο στους 30 βαθμούς. «Τα καλοκαίρια που δεν μας επιτρεπόταν να εξυπηρετήσουμε τους πελάτες μας σε ανοιχτό χώρο είχαμε πρόβλημα. Ο Ελληνας, όσο ζέστη κι αν κάνει, έχει συνδέσει το φαγητό το καλοκαίρι με το “έξω”. Του κακοφαίνεται να καθίσει μέσα ακόμα κι αν έχει καύσωνα», λέει στην «Κ» o Θανάσης Βασίλαινας.
Η Κατερίνα Κούρκουλα πιστεύει ότι η αυξανόμενη εξάρτησή μας από τεχνικά μέσα δροσισμού δεν διαταράσσει μόνο τη σχέση μας με πολύ ουσιαστικές παραμέτρους του υπαίθριου βίου, αλλά χειραγωγεί την ικανότητά μας να σχεδιάζουμε και να διαμορφώνουμε χώρους που θα παρέχουν μία πιο φυσική άνεση. Αυτό δεν σημαίνει προφανώς ότι ο κλιματισμός πρέπει να αποκλειστεί (ειδικά στο επιβαρυμένο περιβάλλον της ελληνικής πόλης), αλλά δεν μπορεί να ξεκινάμε από εκεί. «Ο κλιματισμός έχει έναν υποστηρικτικό ρόλο σε συνθήκες κλιματικής κρίσης, όμως δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε αποκλειστικά για ακραίες συνθήκες γιατί έτσι είναι σαν να αποκλείουμε όλες τις ενδιάμεσες εποχές και να υπονομεύουμε βασικές αρχές σχεδιασμού», συμπληρώνει.
Υποκειμενική αίσθηση
Ολα αυτά σημαίνουν ότι αντέχουμε λιγότερο τη ζέστη σε σχέση με τη γενιά των γονιών μας; Για τον Λάρι Κένεϊ η προσαρμογή στη ζέστη είναι «μια βιολογική διαδικασία που ισχύει με βάση την αρχή “χρησιμοποίησέ την ή θα τη χάσεις”. Χρειάζεται συστηματική έκθεση για να αποκτηθεί και μπορεί να εξασθενήσει με έναν τρόπο ζωής που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον κλιματισμό».

