Η κλιματική κρίση άλλαξε την κατανάλωση

Το 70% των νοικοκυριών διαθέτει κλιματιστικό, εκτοξεύθηκε η κατανάλωση ενέργειας για ψύξη, τα μάλλινα ρούχα εξαφανίστηκαν

6' 1" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Πριν από λίγες ημέρες παρακολουθήσαμε –οι νεότεροι μάλλον με έκπληξη– σκηνές από τη Γαλλία, όπου πλήθος κόσμου στριμωχνόταν έξω από συγκεκριμένη αλυσίδα σούπερ μάρκετ για να αγοράσει φθηνό κλιματιστικό μηχάνημα, ενώ την ίδια ώρα επιτήδειοι που τα είχαν ήδη αγοράσει φθηνά, τα πούλησαν σε τριπλάσια τιμή. Οι παλιότεροι ίσως θα θυμούνται ότι 39 χρόνια πριν, τον Ιούλιο του 1987, ανάλογες «μάχες» δίνονταν στην Αθήνα για την αγορά όχι κλιματιστικού μηχανήματος, αλλά απλού ανεμιστήρα, με την τιμή τους να υπερδιπλασιάζεται και από τις 8.000 δραχμές να φτάνουν να πωλούνται ακόμη και 20.000 δρχ., ποσό που αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 420 ευρώ. Πόσο πωλείται σήμερα ένας ανεμιστήρας δαπέδου; Με 50 ευρώ μπορείς να αγοράσεις έναν καλό, επώνυμο ανεμιστήρα, ενώ υπάρχουν στην αγορά και πιο φθηνές επιλογές.

Ακόμη κι αν αποδείχθηκε ότι στη Γαλλία, αλλά και στις άλλες χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, ήταν σε γενικές γραμμές απροετοίμαστοι για να αντιμετωπίσουν θερμοκρασίες που κυμαίνονταν κοντά στους 40 βαθμούς Κελσίου, το βέβαιο είναι ότι τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά στην Ευρώπη καταναλώνουν πολύ περισσότερη ενέργεια σε σύγκριση με το παρελθόν για να δροσίσουν κατοικίες και χώρους εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε πριν από λίγες ημέρες η Eurostat, μέσα σε έξι μόλις χρόνια, το 2024 σε σύγκριση με το 2018, διπλασιάστηκε η ενέργεια που καταναλώθηκε στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. για την ψύξη των σπιτιών: έφτασε το 2024 τις 80.400 ΤJ (τερατζάουλ) από 40.500 TJ το 2018. Στην Ελλάδα το 2024 καταναλώθηκαν 11.900 TJ από 5.850 TJ το 2018, η ενέργεια δηλαδή υπερδιπλασιάστηκε, ενώ περίπου το 70% των κατοικιών στην Ελλάδα διαθέτει τουλάχιστον ένα κλιματιστικό μηχάνημα. Το 7,4% της ενέργειας που καταναλώνουν τα νοικοκυριά στην Ελλάδα προορίζεται για να δροσιστούν τα σπίτια, ποσοστό που είναι το τρίτο υψηλότερο στην Ε.Ε., ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2018 ήταν λιγότερο από 4%. Εάν μέχρι πριν από λίγα χρόνια το air condition ήταν πολυτέλεια, σήμερα πλέον εγκαθίσταται σε ένα σπίτι όπως και οι άλλες αναγκαίες ηλεκτρικές συσκευές (κουζίνα, ψυγείο, πλυντήριο), καθώς σχεδόν κάθε καλοκαίρι είναι θερμότερο από το προηγούμενο, ενώ οι ημέρες των υψηλών θερμοκρασιών είναι χρόνο με τον χρόνο περισσότερες.

Αυτή είναι μια από τις πολλές αλλαγές που έχει επιφέρει η κλιματική κρίση στον τρόπο που ψωνίζουμε. Μια από τις πλέον σημαντικές σχετίζεται με την αγορά ρούχων: οι πολύ ηπιότεροι χειμώνες και η επικράτηση υψηλότερων θερμοκρασιών καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου οδηγεί πλέον τους καταναλωτές στην Ελλάδα να αγοράζουν ολοένα και λιγότερο βαριά ρούχα, με τις τέσσερις σεζόν για τον κλάδο της ένδυσης να έχουν στην πραγματικότητα καταργηθεί. Το παραπάνω δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στους λιανεμπόρους, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν σημαντικά αποθέματα, κάτι που σημαίνει μεγαλύτερο κόστος και μικρότερα έσοδα και κέρδη.

Ακόμη πιο μεγάλο πρόβλημα δημιουργεί το γεγονός ότι πλέον τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο στην Ελλάδα μπορεί να έχει υψηλότερες θερμοκρασίες από ό,τι τον Μάρτιο, με συνέπεια να μην υπάρχει αντιστοίχιση μεταξύ των πραγματικών καιρικών συνθηκών και των ρούχων που πωλούνται. Ετσι, πλέον υπάρχει μεγάλη στροφή κατασκευαστών και καταναλωτών στα ελαφρύτερα ρούχα.

Τα μάλλινα σχεδόν έχουν εξαφανιστεί από τις βιτρίνες και τα ράφια των καταστημάτων στην Ελλάδα και ειδικά από την Αττική και κάτω, με τους καταναλωτές πλέον να αγοράζουν περισσότερο τα λεγόμενα «ενδιάμεσα ρούχα» (πουκάμισα, λεπτές βαμβακερές μπλούζες, λεπτά πανωφόρια). Καθοριστικό ρόλο στις επιλογές τους διαδραματίζει πλέον και η στρατηγική που ακολουθεί η βιομηχανία της μόδας, η οποία στρέφεται στα λεγόμενα «βιώσιμα υφάσματα», υφάσματα δηλαδή που προέρχονται από πρώτες ύλες με λιγότερες απαιτήσεις σε νερό, όπως η κλωστική κάνναβη ή το βιώσιμο βαμβάκι. Μάλιστα, για το τελευταίο έχει αναπτυχθεί η διεθνής πρωτοβουλία Better Cotton Initiative και τα προϊόντα που έχουν παραχθεί από βαμβάκι το οποίο εντάσσεται σε αυτό το πρόγραμμα βιωσιμότητας φέρουν ειδική σήμανση.

Από την άλλη, οι έντονες βροχοπτώσεις, απόρροια επίσης της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια προκάλεσαν και μεγάλες καταστροφές, επιφέρουν επίσης αλλαγές στην κατανάλωση. Σύμφωνα με πηγές από την αγορά ηλεκτρονικών ειδών, όταν υπάρχουν σχετικές μετεωρολογικές προγνώσεις, αυξάνονται οι πωλήσεις σε power banks και φακούς, υπό τον φόβο των διακοπών ρεύματος.

Η ξηρασία, βασική αιτία πληθωρισμού

Οι τιμές- ρεκόρ στο ελαιόλαδο πριν από τρία χρόνια, τιμές που έφτασαν σε αυτά τα επίπεδα λόγω της μειωμένης παραγωγής κυρίως στην Ισπανία και λιγότερο στην Ελλάδα, απόρροια των υψηλών θερμοκρασιών, έστρεψαν αρκετούς καταναλωτές σε πιο φθηνές επιλογές, όπως είναι αυτή του σπορέλαιου, οι πωλήσεις του οποίου αυξήθηκαν κατά περίπου 10%. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τις συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα, η μέση μηνιαία καταναλωθείσα ποσότητα ελαιολάδου ανά νοικοκυριό, ενώ μέχρι το 2023 ήταν πάνω από τα δύο λίτρα, το 2023 υποχώρησε για πρώτη φορά κάτω από αυτό το όριο και έπεσε στα 1,89 λίτρα (από 2,19 λίτρα το 2022), ενώ το 2024, χρονιά κατά την οποία συνεχίστηκαν οι υψηλές τιμές στο ελαιόλαδο, η μέση μηνιαία καταναλωθείσα ποσότητα ελαιολάδου υποχώρησε περαιτέρω και διαμορφώθηκε σε μόλις 1,63 λίτρα.

Η παραπάνω είναι ίσως η πλέον χαρακτηριστική –και ταυτόχρονα βίαιη– μεταβολή που επιφέρει η κλιματική κρίση στις καταναλωτικές συνήθειες, καθώς μπορεί να προκαλέσει είτε μαζική έλλειψη συγκεκριμένων ειδών διατροφής είτε ακριβώς λόγω της μείωσης της παραγωγής που προκαλεί και της επακόλουθης αύξησης των τιμών, να υποχρεώσει τους καταναλωτές να στραφούν σε άλλα προϊόντα, συχνά υποκατάστατα.

Η τρέχουσα εκτιμώμενη μέση ετήσια ζημία για την Ε.Ε. από τα φαινόμενα της κλιματικής αλλαγής ανέρχεται σε 28,3 δισ. ευρώ.

Αλλωστε, ακόμη πληρώνουμε ακριβά –στην κυριολεξία– την παρατεταμένη ξηρασία στο Βιετνάμ το 2024, χώρα παραγωγής καφέ, και την επίσης παρατεταμένη ξηρασία στην Ακτή Ελεφαντοστού και την Γκάνα, κυριότερες χώρες παραγωγής κακάο, καθώς αυτά τα φαινόμενα οδήγησαν σε ιστορικά υψηλά τις διεθνείς τιμές του καφέ και του κακάο. Πόσο συχνά είναι αυτά τα φαινόμενα; Σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), την περίοδο 2000-2025 καταγράφηκαν 10.687 καταστροφές στην αγροτική παραγωγή παγκοσμίως οι οποίες οφείλονταν σε ακραία καιρικά φαινόμενα. Επιπλέον, εκτιμάται ότι μια αύξηση κατά 10% των ακραίων καιρικών φαινομένων θα έχει ως συνέπεια τη μείωση κατά 7,6% του παγκόσμιου εμπορίου καλαμποκιού και μείωση κατά 5,4% του παγκόσμιου εμπορίου ρυζιού, με ό,τι αυτό σημαίνει για την επισιτιστική ασφάλεια.

Στην Ελλάδα, αλλά και συνολικά στην Ευρωζώνη, η κλιματική αλλαγή θεωρείται μία από τις βασικές αιτίες του επίμονου πληθωρισμού, κυρίως στις τιμές των τροφίμων, με την επίδραση να είναι άμεση στα μη επεξεργασμένα είδη διατροφής (φρούτα, λαχανικά), αλλά να επεκτείνεται και στα επεξεργασμένα λόγω της επίδρασης των ακραίων καιρικών φαινομένων σε βασικές πρώτες ύλες.

Μια αύξηση κατά 10% των ακραίων καιρικών φαινομένων θα έχει ως συνέπεια τη μείωση κατά 7,6% του παγκόσμιου εμπορίου καλαμποκιού και μείωση κατά 5,4% του παγκόσμιου εμπορίου ρυζιού.

Στην έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για την αγροτική παραγωγή και την εκτίμηση των επιπτώσεων σε αυτή από την κλιματική αλλαγή, επισημαίνεται ότι η τρέχουσα εκτιμώμενη μέση ετήσια ζημία για την Ε.Ε. ανέρχεται σε 28,3 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε περίπου 6% της ετήσιας φυτικής και ζωικής παραγωγής. Σημειώνεται ότι το 50% των ζημιών στον αγροτικό τομέα που σχετίζονται με κλιματικούς κινδύνους οφείλεται σε φαινόμενα ξηρασίας. Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει άμεσα και την παραγωγικότητα της εργασίας του αγροτικού τομέα. Το κοινό κέντρο ερευνών (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ευρώπη κατά 1,6% έως το 2080 λόγω της θερμικής καταπόνησης των εργαζομένων, με τις νότιες και ανατολικές περιοχές να επηρεάζονται εντονότερα (μείωση έως και 5,4% στην Ελλάδα).

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT