Οι άνθρωποι που έχουν ισχυρές, υγιείς κοινωνικές σχέσεις συνήθως έχουν καλύτερη υγεία και ζουν περισσότερο. Αυτή είναι η διαπίστωση στην οποία κατέληξε σε πρόσφατη έκθεση – ορόσημο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, λαμβάνοντας υπόψη έρευνες, μελέτες και μεταναλύσεις σε βάθος χρόνου για τις επιπτώσεις της υγιούς κοινωνικής σύνδεσης και της μοναξιάς στη σωματική, ψυχική και πνευματική υγεία. Μάλιστα, ο ΠΟΥ πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα, σημειώνοντας ότι η κοινωνική υγεία πρέπει να συμπεριλαμβάνεται πια στους δείκτες καλής ζωής. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι έρευνες και μεταναλύσεις που έχουν δημοσιεύσει πανεπιστημιακοί διεθνούς κύρους κάνουν λόγο ακόμη και για αύξηση της μακροβιότητας κατά 50% σε ανθρώπους με ισχυρές κοινωνικές σχέσεις.
«Οι άνθρωποι είμαστε κοινωνικά σχεσιακά όντα, δηλαδή δημιουργούμε την ταυτότητά μας, την αίσθηση του εαυτού μας μέσα από τους άλλους. Πρόκειται για μια πολύ βασική ανάγκη, που στην ψυχολογία λέμε ότι είναι βιολογική, ψυχολογική και υπαρξιακή και κατά βάση ανάγκη επιβίωσης. Ως όντα χρειαζόμαστε αυτή τη σύνδεση για να επιβιώσουμε βιολογικά. Η συνειδητοποίηση ότι κατά βάση είμαστε μόνοι μας στον κόσμο και ότι θα πεθάνουμε μόνοι κάποια στιγμή, θεωρούμε ότι είναι μία από τις βασικές ανθρώπινες συνθήκες η οποία προκαλεί τρόμο και το αντίδοτο σε αυτό είναι η σύνδεση και η κοινωνικότητα, ένας τρόπος να αντεπεξέλθουμε στον υπαρξιακό φόβο», εξηγεί η Χριστίνα Παπαχρήστου, επίκουρη καθηγήτρια Κλινικής Ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το δίκτυο
Πώς όμως ορίζεται η υγιής κοινωνική ζωή; «Σημαντικές συνιστώσες της είναι η υποστηρικτική οικογένεια και οι φίλοι, το να είναι κανείς μέλος σε ένα κοινωνικό δίκτυο, η κοινωνική προσφορά και ο εθελοντισμός, χαμηλά επίπεδα συγκρούσεων και αίσθησης μοναξιάς», τονίζει ο καθηγητής και επικεφαλής του τμήματος Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα Μπερτ Ν. Ουτσίνο. «Μια υγιής κοινωνική ζωή χαρακτηρίζεται από συχνές διά ζώσης επαφές με ανθρώπους που τους αισθανόμαστε κοντά μας, οικογένεια και καλούς φίλους, αλλά και από περιοδικές συναντήσεις με γνωστούς. Συχνά, όταν σκεφτόμαστε την κοινωνική συναναστροφή μάς έρχονται στο μυαλό μόνο η οικογένεια και οι φίλοι. Οι έρευνες όμως δείχνουν ότι πιο “αδύναμοι” δεσμοί, όπως οι άνθρωποι που συναντάμε στη γειτονιά μας, στη στάση του λεωφορείου, στη δουλειά, στο γυμναστήριο, στη βόλτα με τον σκύλο έχουν την ίδια, ίσως και μεγαλύτερη κάποιες φορές, βαρύτητα. Αν κάθε μέρα παίρνεις καφέ από το ίδιο μαγαζί και καλημερίζεις τον ίδιο σερβιτόρο, αυτός είναι μέρος ενός υγιούς κοινωνικού δικτύου. Αν η οικογένεια και οι φίλοι μας είναι τα θεμέλια του κτιρίου, οι γνωστοί μας είναι τα τούβλα και το τσιμέντο που κρατούν το κτίριο ως ένα ενιαίο οικοδόμημα. Αυτοί οι άνθρωποι σε εντάσσουν σε μια τοπική κοινότητα και σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι ανήκεις κάπου», σημειώνει η Σούζαν Πίνκερ, ψυχολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «The Village Effect».
«Πρόκειται για συναναστροφές και σχέσεις, για μια συνύπαρξη που μας επιτρέπει να είμαστε ο εαυτός μας, να συνδεόμαστε αυθεντικά και να μοιραζόμαστε εμπειρίες. Υγιής κοινωνική ζωή είναι επίσης αυτή που μπορούμε να δοκιμάσουμε πολλαπλές εκδοχές του εαυτού μας, να εξερευνήσουμε τον εαυτό μας και το περιβάλλον, να δημιουργήσουμε μαζί, να ενωθούμε στιγμιαία μέσα στη γενικότερη υπαρξιακή μοναξιά, να νιώθουμε ότι είμαστε αποδεκτοί», εμπλουτίζει τον ορισμό η κ. Παπαχρήστου.
Πηγή ευεξίας
Η οικογένεια και οι φίλοι μας, οι γείτονες, ο περιπτεράς και ο γυμναστής μας, λοιπόν, μπορούν να μας βοηθήσουν να ζήσουμε περισσότερο, με καλύτερη υγεία. Πώς; «Η κοινωνικότητα συνδέεται με υψηλά ποσοστά σωματικής και ψυχικής ευεξίας, με καλή ψυχική και σωματική υγεία, υψηλότερα ποσοστά ψυχικής ανθεκτικότητας και αυξημένο προσδόκιμο ζωής», υπογραμμίζει η κ. Παπαχρήστου. «Υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις ότι η καλή κοινωνική ζωή σχετίζεται με χαμηλότερα ποσοστά κατάθλιψης, άγχους και αγχώδους διαταραχής σε ό,τι αφορά την ψυχική υγεία. Επίσης, σε ό,τι αφορά τη σωματική υγεία, οι υποστηρικτικές σχέσεις και η κοινωνική δραστηριότητα σχετίζονται με μακροβιότητα. Ο βιολογικός μηχανισμός που επηρεάζεται θετικά είναι η χρόνια φλεγμονή, η οποία μειώνεται στα ασφαλή κοινωνικά περιβάλλοντα», συμπληρώνει ο καθηγητής Ουτσίνο.
«Η κοινωνική απομόνωση και η μοναξιά ξέρουμε ότι συνδέονται με υψηλά ποσοστά καρδιακών παθήσεων, εγκεφαλικών, υπέρτασης, διαβήτη. Η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία έχει αναγνωρίσει ότι πρόκειται για παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις και ξέρουμε ότι οι καρδιαγγειακές παθήσεις είναι η κύρια αιτία θανάτου σε όλες τις κοινωνίες και κυρίως τις βιομηχανικές. Επίσης ξέρουμε ότι η κοινωνική απομόνωση οδηγεί σε υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης και συνδέεται άμεσα με αυξημένα ποσοστά νοσηρότητας, είτε ψυχικής είτε σωματικής, μέσα από τους μηχανισμούς του στρες, επηρεάζει δηλαδή τους δείκτες φλεγμονής, τον νευροενδοκρινικό άξονα, το ανοσοποιητικό. Στη θετική σωματική επαφή έχουμε έκκριση ωκυτοκίνης, στη μοναξιά έχουμε υψηλά επίπεδα κορτιζόλης και αυξημένους δείκτες φλεγμονής», σημειώνει η κ. Παπαχρήστου.
«Γνωρίζουμε από έρευνες για τον καρκίνο ότι η κοινωνική επαφή ρυθμίζει τα κύτταρα που ενεργοποιούν ή απενεργοποιούν την ανοσία μας στην ασθένεια. Στο βιβλίο μου “The Village Effect” γράφω για τον καρκίνο του στήθους, καθώς σε βάθος χρόνου έρευνες έχουν δείξει ότι από τις γυναίκες που διαγνώστηκαν με καρκίνο, όσες είχαν πιο πολλές διά ζώσης επαφές έζησαν έως και δυόμισι χρόνια περισσότερο από όσες ήταν απομονωμένες. Επίσης στους άνδρες πάσχοντες από καρκίνο, όσοι είναι μόνοι είναι περισσότερο πιθανό να αποβιώσουν νωρίτερα από αυτούς που έχουν καλή κοινωνική ζωή», λέει η Σούζαν Πίνκερ.
«Οι θετικές κοινωνικές σχέσεις μπορούν να προκαλέσουν συμπεριφορές ωφέλιμες για την υγεία μας, γιατί μας δίνουν κίνητρα να φροντίσουμε τον εαυτό μας», προσθέτει ο Αμερικανός επιστήμονας. «Μπορεί να συμβεί άτομα που ζουν πιο απομονωμένα και νιώθουν ενδεχομένως χειρότερα ή δεν έχουν την κοινωνική υποστήριξη που χρειάζονται να υιοθετούν συμπεριφορές υγείας οι οποίες είναι βλαπτικές, δηλαδή μπορεί να ασκούνται λιγότερο, να μην τρώνε σωστά, το οποίο επηρεάζει πάλι τη σωματική υγεία. Δηλαδή, η μοναχικότητα επηρεάζει και άμεσα μέσω των μηχανισμών στρες την υγεία αλλά και έμμεσα μέσω άλλων συμπεριφορών που είναι ανθυγιεινές», εξηγεί στην «Κ» η καθηγήτρια του ΑΠΘ.
Οι «συνταγές» για τους ευάλωτους
Αν μπορούσαν λοιπόν οι επαγγελματίες υγείας να «συνταγογραφήσουν» την υγιή κοινωνική ζωή, θα το έκαναν; «Ναι, οπωσδήποτε», απαντάει η κ. Παπαχρήστου, «ειδικά σε ευάλωτους πληθυσμούς, όπως παιδιά, έφηβοι, νεαρά άτομα, ηλικιωμένοι, νεαρές μητέρες».
«Αν οι επαγγελματίες υγείας ρωτούσαν για την κοινωνική ζωή των ασθενών, θα ανακάλυπταν ενδείξεις και συσχετισμούς με τη σωματική και ψυχική τους υγεία», είναι πεπεισμένη η Καναδή ψυχολόγος και συγγραφέας. «Για παράδειγμα, οι παιδίατροι και οι οικογενειακοί γιατροί θα έπρεπε να ρωτούν τις νέες μητέρες για τις κοινωνικές τους επαφές. Η γέννα ίσως οδηγήσει μία νέα μητέρα να βιώσει αισθήματα θλίψης, καθώς μπορεί ξαφνικά να νιώσει απομονωμένη από τους συναδέλφους και την κοινότητά της. Οι μεσήλικοι μπορεί να βιώνουν αισθήματα μοναξιάς λόγω των υποχρεώσεων των παιδιών, της εργασίας, των ηλικιωμένων γονιών. Πρόκειται για μία κατάσταση που χρειάζεται “συνταγή” κοινωνικότητας: μια λέσχη ανάγνωσης, μία ομάδα εθελοντισμού ή περιπάτων. Εχω δει ανθρώπους στην τρίτη ηλικία, που θεωρείται από τις πιο μοναχικές στη ζωή ενός ενηλίκου, να πιάνουν ψιλοκουβέντα στα αποδυτήρια του κολυμβητηρίου και είμαι σίγουρη ότι, αν ένας γιατρός έβλεπε το πόσο ωφελούνται από αυτό, πρώτα θα τους “συνταγογραφούσε” κοινωνικοποίηση και μετά αντιβιοτικά ή ορμόνες».
Οι «παρενέργειες»
Βεβαίως, επισημαίνει η κ. Παπαχρήστου, όπως όλα τα «φάρμακα», και η κοινωνική ζωή μπορεί να έχει «παρενέργειες». «Η κοινωνικότητα έρχεται με όλο το πακέτο, έχει όλα αυτά τα θετικά, αλλά φέρνει και συγκρούσεις, τριβή, γιατί οι κοινωνικές διαδράσεις δεν είναι πάντα ομαλές, καλές και υγιείς. Θα πρέπει κανείς να δώσει και οδηγό πλοήγησης ή κανόνες διαχείρισης της κοινωνικότητας. Για παράδειγμα, πώς αλληλεπιδρώ με σεβασμό, πώς μαθαίνω να βλέπω τους άλλους, αλλά και να διεκδικώ τον δικό μου χώρο, πώς μοιράζομαι, πώς επιλύω συγκρούσεις, πώς διεκδικώ με υγιή τρόπο, πώς εκφράζω αρνητικά συναισθήματα ή φόβους που θα αναδυθούν. Επίσης, για πολλούς ανθρώπους, ενώ είναι ανάγκη μας, είναι ταυτόχρονα και ο μεγάλος φόβος μας το να έρθουμε σε επαφή, γιατί η ομάδα όσο μπορεί να μας υποστηρίξει τόσο μπορεί και να μας αποκαθηλώσει απότομα και να μας καταστρέψει. Οπότε, ναι στην κοινωνικότητα, αλλά με κανόνες και με εκπαίδευση».

