Η χώρα μας έχει κατά κανόνα κατασκευές καλής ποιότητας. Αποδεικνύεται άλλωστε στην πράξη, με την αντοχή των κτιρίων στην καταπόνηση από τους σεισμούς. Ωστόσο, η «αγορά» της πολυκατοικίας, του μικρού ιδιωτικού έργου, δεν λειτουργεί πάντα υπό τις καλύτερες συνθήκες και αυτό ενίοτε οδηγεί τα πράγματα «στο όριο», όπως έδειξε η πρόσφατη κατάρρευση κτιρίου στα Κάτω Πετράλωνα. Οπως επισημαίνουν άνθρωποι με πολλά χρόνια στον χώρο της κατασκευής, η πίεση που ασκούν οι ιδιοκτήτες για περιορισμό του κόστους, η μειωμένη επίβλεψη των εργασιών, η απουσία ασφάλισης των μικρών έργων, η απουσία ενός μητρώου για τους κατασκευαστές που θα θέτει προϋποθέσεις, αλλά και οι ελλείψεις σε έμπειρο τεχνικό προσωπικό είναι οι βασικές «πληγές» της οικοδομής.
Η «ψαλίδα»
Η κατάρρευση της πολυκατοικίας στην οδό Αλκμήνης 22 αποτελεί το πρώτο θέμα συζήτησης στον τεχνικό κόσμο. «Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μιλώντας γενικά, υπάρχει μια μεγάλη ψαλίδα ανάμεσα στα μικρότερα έργα, όπως η κατασκευή μιας πολυκατοικίας και στα μεγαλύτερα, όπως λ.χ. η κατασκευή ενός κτιρίου γραφείων», εκτιμά ο Λουκιανός Τικτόπουλος, αντιπρόεδρος της εταιρείας «Μπαλλιάν Τεχνική Α.Ε.». «Η διαφορά φαίνεται σε πολλά επίπεδα. Σε έργα σημαντικής έκτασης και προϋπολογισμού είναι πλέον κανόνας η θεμελίωση να αντιμετωπίζεται από εξειδικευμένους πολιτικούς μηχανικούς (εδαφοτεχνικούς). Σε έργα μικρότερης κλίμακας και χαμηλού προϋπολογισμού, οι ιδιοκτήτες αποφεύγουν συνήθως την ανάθεση των μελετών θεμελίωσης σε εξειδικευμένους μελετητές. Κι αυτό, για να αποφύγουν και τις εργασίες που κατά κανόνα επιβάλλονται από τις μελέτες της συγκεκριμένης κατηγορίας, θεωρώντας ότι οι παραδοσιακές τεχνικές που κατά κανόνα εφαρμόζονται περιέχουν επαρκή ασφάλεια».
Ο κ. Τικτόπουλος σημειώνει ότι φαινόμενα «αστοχίας», όπως η κατάρρευση του κτιρίου στα Κάτω Πετράλωνα, είναι πολύ περιορισμένα. «Παρά ταύτα, πιστεύω ότι για τη θεμελίωση ενός κτιρίου στο συνεχές σύστημα (ανεξάρτητα του μεγέθους τού υπό ανέγερση κτιρίου) επιβάλλεται να έχει προηγηθεί ενδελεχής μελέτη από εδαφοτεχνικό, ο οποίος θα πρέπει να συνυπολογίζει παραμέτρους όπως τα χαρακτηριστικά του εδάφους θεμελίωσης, τη στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα, τη στάθμη και τις συνθήκες θεμελίωσης των όμορων κατασκευών, τα κοινόχρηστα υπόγεια δίκτυα, και άλλα».
Ενα δεύτερο ζήτημα είναι η ασφάλιση των έργων. «Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ σημαντικό θέμα», εκτιμά ο κ. Τικτόπουλος. «Η μελέτη θεμελίωσης μαζί με τις υπόλοιπες μελέτες είναι σκόπιμο να ελέγχονται από εξειδικευμένο τεχνικό ασφαλιστικής εταιρείας και το έργο να ασφαλίζεται συνολικά κατά παντός κινδύνου και αστικής ευθύνης. Αλλωστε, η εμπλοκή ενός ασφαλιστικού φορέα που θα εκτιμήσει τους κινδύνους τους οποίους θα κληθεί να ασφαλίσει, θα λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης δημιουργώντας επιπρόσθετες δικλίδες ασφαλείας».
«Το αποφεύγουν»
«Οι γεωτεχνικές έρευνες δεν είναι υποχρεωτικές, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις όπως τα σχολεία και έτσι στα μικρότερα έργα συνήθως αποφεύγουν να τις πραγματοποιούν. Δυστυχώς, από τον νόμο δεν επιβάλλεται η γεωτεχνική έρευνα για “συνήθη” κτίρια όταν οι αναμενόμενες συνθήκες υπεδάφους είναι καλές σε μια περιοχή. Για λόγους κόστους αποφεύγουν όσο γίνεται και τις μελέτες αντιστήριξης», λέει η Ελενα Κούμουλου, διαχειρίστρια της εταιρείας «Κάστωρ ΕΠΕ». «Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που υποεκτιμάται γιατί δεν “φαίνεται” στον αγοραστή. Ομως, χάρη στην κατάλληλη έρευνα του υπεδάφους, θα γίνει και η σωστή μελέτη στην οποία θα βασιστεί ένα ασφαλές κτίριο. Οι μελέτες αυτές είναι ακόμη πιο απαραίτητες στα αστικά κέντρα, όπου τα κτίρια χτίζονται σε μικρά οικόπεδα με συνεχή δόμηση, το ένα δίπλα στο άλλο. Είναι υποχρέωση του κατασκευαστή να κρατήσει στη θέση του οτιδήποτε υπάρχει στο διπλανό οικόπεδο, είτε πρόκειται για μια μάντρα είτε για ολόκληρο κτίριο. Στην πραγματικότητα, μέσα στην Αθήνα σπάνια θα δεις να κατασκευάζεται νέο κτίριο με πολλά υπόγεια χωρίς αντιστήριξη των πρανών της εκσκαφής».
Τα οφέλη της ασφάλισης – «Η εμπλοκή ενός ασφαλιστικού φορέα θα λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης, δημιουργώντας επιπρόσθετες δικλίδες ασφαλείας», εκτιμά ο Λουκιανός Τικτόπουλος, αντιπρόεδρος εταιρείας που δραστηριοποιείται στον χώρο των κατασκευών.
Πότε γίνεται το κακό
Ο Χάρης Λάμαρης είναι πολιτικός μηχανικός, ιδιοκτήτης της εταιρείας «HPL Σύμβουλοι Γεωτεχνικής Μηχανικής». «Τα τελευταία 30 χρόνια έχω μελετήσει περισσότερα από 900 έργα αντιστήριξης. Εχω μελετήσει αντιστηρίξεις σε βάθος έως και 32 μέτρων. Εχω δει βλάβες μόλις τρεις φορές και από την εμπειρία μου έχω αυτό να μεταφέρω: το κακό συμβαίνει εκεί όπου είσαι απολύτως χαλαρός και υποεκτιμάς τον κίνδυνο. Πρέπει να θυμόμαστε ότι το έδαφος δεν είναι βιομηχανικό προϊόν, όπως το σκυρόδεμα. Εχει ασάφειες και μπορεί σε σχετικά μικρές αποστάσεις να συναντήσεις διαφορετικές εδαφικές συνθήκες. Επομένως, προβλήματα όπως μικροκαθιζήσεις –δεν εννοώ καταρρεύσεις κτιρίων, προφανώς– πάντα συνέβαιναν και πάντα θα συμβαίνουν. Αυτό που είναι κρίσιμο είναι να μετατρέψεις το έδαφος σε αριθμούς, να πραγματοποιείς γεωτεχνική έρευνα ακόμη και στο μικρό έργο. Δεν το λέω… για να έχω εγώ δουλειά, αλλά για να έχουμε ασφαλείς και οικονομικές κατασκευές».
Μέσα από την πολυετή εμπειρία του, ο κ. Λάμαρης εξηγεί τις ιδιαιτερότητες των μικρών οικοδομών. «Στα μικρά έργα, στα οποία συνήθως συμμετέχουν νέοι συνάδελφοι, η πίεση από τους ιδιοκτήτες για την επίτευξη οικονομίας είναι ασφυκτική. Ο μηχανικός καλείται να κάνει μια ασφαλή κατασκευή, αλλά να κάνει και οικονομία στο έργο. Στην αγωνία σου να είσαι στο όριο που ορίζουν οι κανονισμοί (οικονομική κατασκευή) και όχι σημαντικά υψηλότερα (αντιοικονομική κατασκευή), δεν είναι δύσκολο να κάνεις ένα λάθος». Ενα άλλο ζήτημα είναι η έλλειψη εξειδικευμένου δυναμικού. «Η οικοδομή στην Ελλάδα αντιμετωπίζει ένδεια συνεργείων, τόσο λόγω της φυγής πολλών μαστόρων στο εξωτερικό όσο και λόγω της τεράστιας ανόδου της οικοδομής μετά το 2020. Μια μεγάλη τεχνική εταιρεία μπορεί να φέρει συνεργεία, η μικρή εταιρεία όχι τόσο εύκολα».
Τέλος, ένα ενδιαφέρον ζήτημα είναι η απουσία συγκεκριμένων προϋποθέσεων για τις μικρές τεχνικές εταιρείες. «Είναι ένα θέμα που το συζητούμε χρόνια. Θα ήταν καλό να υπήρχε ένα μητρώο κατασκευαστών, στο οποίο θα έπρεπε οι εταιρείες να είναι εγγεγραμμένες ώστε να μπορούν να αναλάβουν έργα. Ενα μητρώο στο οποίο θα υπήρχαν κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις εγγραφής».
Ανάλογες απόψεις εκφράζει και ο Τάκης Παναγιωτόπουλος, πολιτικός μηχανικός, με 47 χρόνια εμπειρίας στις κατασκευές. «Τα μικρά έργα υποχρηματοδοτούνται. Οι μελέτες δεν πληρώνονται σωστά γιατί οι ιδιοκτήτες πιέζουν για μείωση κόστους. Συχνά οι κανονισμοί ασφαλείας δεν τηρούνται. Για παράδειγμα: τυπικά πρέπει να υπάρχει πάντα στο εργοτάξιο ένας μηχανικός ασφαλείας, που φροντίζει να τηρούνται τα μέτρα ασφαλείας από τους εργαζομένους, να λειτουργεί εύρυθμα το εργοτάξιο. Στα μικρά έργα ο ίδιος άνθρωπος είναι ταυτόχρονα μηχανικός ασφαλείας, επιβλέπων και εργολάβος, επομένως δεν φροντίζει το ίδιο για όλα».
Και ο κ. Παναγιωτόπουλος επισημαίνει τη δυσκολία εύρεσης έμπειρου προσωπικού. «Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης η οικοδομή πέρασε βαθιά ύφεση. Οι καλοί, υψηλού επιπέδου μάστορες από την Αλβανία, την Πολωνία, τη Ρουμανία έφυγαν για τις χώρες τους ή για άλλες χώρες. Οι έμπειροι μάστορες είναι πολύτιμοι για τον μηχανικό. Το επίπεδο των Ελλήνων μηχανικών είναι υψηλό – βλέπουμε πόσο περιζήτητοι είναι στο εξωτερικό, ή τι ποιότητας μηχανικοί μάς έρχονται από άλλες, υποτίθεται πιο προηγμένες από εμάς χώρες. Ομως, δεν παράγουμε μεσαία στελέχη (τα παλαιά ΤΕΙ έγιναν όλα ΑΕΙ και όλοι δηλώνουν μηχανικοί), ενώ οι τεχνικές σχολές για ειδικότητες όπως υδραυλικοί και ηλεκτρολόγοι είναι απαξιωμένες».
Οι κανονισμοί
Για τους περισσότερους επαγγελματίες της κατασκευής, το πρόβλημα δεν είναι σε καμία περίπτωση νομοθετικό. «Οι κανονισμοί σκυροδέματος, μεταλλικών κατασκευών, ο αντισεισμικός κανονισμός, ο κανονισμός επεμβάσεων, όλοι είναι πολύ σύγχρονοι και από τους καλύτερους στην Ευρώπη», καταλήγει ο κ. Παναγιωτόπουλος.
Την ίδια άποψη έχει και ο Γιώργος Ντούλης, πολιτικός μηχανικός στην εταιρεία «Εδαφομηχανική ΑΤΕ» και πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Γραφείων Μελετών (ΣΕΓΜ). «Οι κανονισμοί μας είναι πολύ καλοί και εφαρμόζοντάς τους κατασκευάζουμε γερά κτίρια», εκτιμά. «Αν μάλιστα ο επενδυτής είναι και μηχανικός, τότε υπάρχει ακόμη μεγαλύτερη ενσυναίσθηση των θεμάτων στα οποία πρέπει να δοθεί προτεραιότητα, ακόμη και εις βάρος του κέρδους. Κατά τη γνώμη μου, σήμερα ο κίνδυνος έχει μειωθεί σε σχέση με τα παλαιότερα χρόνια, που οι εργολάβοι ήταν συχνά άνθρωποι χωρίς επιστημονική γνώση. Γι’ αυτό και υπήρξε αυτό το σοκ στην κοινή γνώμη και στους μηχανικούς για ό,τι συνέβη στα Πετράλωνα, ακριβώς επειδή τέτοια περιστατικά είναι πάρα πολύ σπάνια».
Ο κ. Ντούλης εκτιμά ότι πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να επεκταθεί η υποχρέωση εκπόνησης γεωτεχνικής έρευνας πριν από μια κατασκευή. «Ο αντισεισμικός κανονισμός υποχρεώνει σε ορισμένες σεισμικές ζώνες την εκπόνηση γεωτεχνικής έρευνας. Ισως αυτό το πλαίσιο πρέπει να γίνει πιο αυστηρό. Για παράδειγμα, η υποχρέωση εκπόνησης μελέτης να συναρτάται με το βάθος της εκσκαφής –δηλαδή το πόσα υπόγεια πρόκειται να κατασκευαστούν– ή το βάθος της εκσκαφής του νέου κτιρίου σε σχέση με το βάθος θεμελίωσης των γειτονικών κτιρίων. Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και οι άλλες μεγάλες πόλεις έχουν χτιστεί πυκνά και κάθε οικόπεδο είναι περικυκλωμένο από κτίρια διαφορετικής ηλικίας και στατικής κατάστασης. Οι εκσκαφές είναι το πλέον κρίσιμο κομμάτι και μας ταλαιπωρεί όλους στον χώρο των μελετών. Αν βασιστείς μόνο στο τι θα σου πουν από τα γειτονικά κτίρια για τις συνθήκες του υπεδάφους και δεν κάνεις μελέτη αντιστήριξης, είναι σαν να ζητάς τηλεφωνικά οδηγίες από τον γιατρό και να περιμένεις να γίνεις καλά».

